Αρχική > πολιτισμός > Ο Χρόνος σε μια γενική θεώρηση

Ο Χρόνος σε μια γενική θεώρηση

Ο νέος πλανήτης 2 εκατ. ετών, που ανακαλύφθηκε πριν από λίγες μέρες, ονομάζεται LkCa15b ως «ήρωας» σε μυθιστόρημα Ε.Φ. Είναι «πασπαλισμένος» με σκόνη και αέριο, και απέχει από τη Γη 450 έτη φωτός. Ποίημα... ASS. PRESS ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28.10.11

«Το σύμπαν είναι μια συμπυκνωμένη μορφή του χωροχρόνου»

«Το σύμπαν δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια συμπυκνωμένη μορφή του χωροχρόνου. Αυτή την ερμηνεία τη χρωστάμε στη μεγάλη επανάσταση που έφερε στη Φυσική ο Αϊνστάιν, «ανατρέποντας» τον Νεύτωνα. Κατήργησε, κατά κάποιο τρόπο, την ανεξάρτητη μορφή του χρόνου σε σχέση με τον χώρο. Που παλαιά σήμαινε ότι σ’ όλα τα αδρανειακά συστήματα υπάρχει η έννοια του απόλυτου χρόνου. Στον Αϊνστάιν, ο χρόνος παύει να είναι απόλυτος και γίνεται σχετικός, εξαρτώμενος από το συγκεκριμένο αδρανειακό σύστημα.»

Ο νέος πλανήτης 2 εκατ. ετών, που ανακαλύφθηκε πριν από λίγες μέρες, ονομάζεται LkCa15b ως «ήρωας» σε μυθιστόρημα Ε.Φ. Είναι «πασπαλισμένος» με σκόνη και αέριο, και απέχει από τη Γη 450 έτη φωτός. Ποίημα… ASS. PRESS Σήμερα, προσπαθούμε να βρούμε ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς, το οποίο να είναι κοινό σ’ όλο το σύμπαν: υπάρχει ένα τέτοιου είδους σύστημα και αυτό συνδέεται με τη συστολή του. Ενα μέτρο αυτής της διαστολής σύμπαντος, η λεγόμενη κοσμική θερμοκρασία υποβάθρου (cosmic background temperature), η οποία από πειράματα αποδεικνύεται ότι είναι η ίδια σ’ όλο το σύμπαν σε μία δεδομένη στιγμή και μειώνεται μονότονα με τον χρόνο. Ετσι, λοιπόν, μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε σαν ένα συμπαντικό ρολόι».

Σ.Σ. Αδρανειακό σύστημα αναφοράς: Ενα σώμα επιταχύνεται μόνο όταν μια δύναμη εφαρμόζεται πάνω του. Αν δεν εφαρμόζεται πάνω του καμία δύναμη, ένα σώμα που έχει μηδενική ταχύτητα θα συνεχίσει να ηρεμεί και ένα σώμα που κινείται, θα συνεχίσει να κινείται με σταθερή ταχύτητα και ευθύγραμμα.

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Ο Δημήτριος Νανόπουλος μιλάει στην «Ε» για τον χρόνο, το Σύμπαν, την επιστήμη και το Θεό

«Ο συμπαντικός χρόνος είναι ο αληθινός χρόνος»

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

imageΟ Δημήτριος Νανόπουλος είναι μια περσόνα των καιρών μας, η οποία έχει επικοινωνιακό γκελ. Παρά το βαρύ φορτίο του ονόματός του και του μεγάλου σε όγκο και ποιότητα επιστημονικού του έργου, ο 63χρονος καθηγητής Σωματιδιακής Φυσικής ή Υψηλών Ενεργειών, έχει τον τρόπο να ρίχνει γέφυρες διαλόγου προς τον συνομιλητή του και να τον οδηγεί σε διαλογισμό υπέρ της αυτογνωσίας.

Από τι ακριβώς υλικά είναι φτιαγμένες αυτές οι γέφυρες; Από χάρισμα, ταλέντο, κατάκτηση εσωτερικού ρυθμού; Μήπως από τον συγκερασμό και των τριών; Δεν έχει και τόση σημασία να βρούμε την απάντηση, αφού το αποτέλεσμα μιας συνομιλίας μαζί του είναι ελκυστικό ως προς τη διατύπωση και διαφωτιστικό ως προς τη σύλληψή του. Γιατί ο λόγος του δεν γίνεται απαγορευτικός, αφού δεν κρύβεται πίσω από την επιστημονική ορολογία. Αντιθέτως, είναι ένας λόγος καθημερινός, γι’ αυτό ανοιχτός, ερωτηματικός, ανυπεράσπιστος.

Στο «ψυχρό» βιογραφικό του διαβάζουμε ακόμη: στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα ανήκουν η δημιουργία μιας ενοποιημένης θεωρίας όλων των δυνάμεων της φύσης, η θεωρία του Παντός, η υπερσυμμετρία, η υπερβαρύτητα, η Θεωρία Χορδών και η βιοφυσική. Εννοιες και θεωρίες οι οποίες υπερβαίνουν την επιστήμη, με το απόθεμα ποιητικότητας που έχουμε όλοι μέσα μας όταν κοιτάμε στον ουρανό την έναστρη νύχτα, καθώς βρισκόμαστε εκτός του βίαια φωταγωγημένου αστικού τοπίου. Και πάλι νύχτα ανακαλύπτουμε τη φωτισμένη πλευρά μας υπό τη στρογγυλή θεά, που γίνεται η σελήνη στην πανσέληνη φωτοχυσία της. Μέσα της κοιτάζουμε τις μελλοντικές μας πράξεις να δικαιώνονται, έστω σαν όνειρο που δεν σβήνει αλλά όλο ανάβει μέχρι την έκρηξη της επιθυμίας, ενώ συντελείται.

– Ετοιμάσαμε ένα αφιέρωμα για τον τρόπο που επηρεάζει ο χρόνος την τέχνη. Σ’ εσάς δώσαμε το ρόλο του αρχιτέκτονος του σύμπαντος.

(Ξεκαρδίζεται στα γέλια).

– Ας σοβαρευτούμε. Τις θεωρίες για τον αρχιτέκτονα θεό του σύμπαντος πώς τις αντιμετωπίζετε; Αυτές ισχύουν ως μεταφυσικές μυθοπλασίες ή ως πραγματική φυσική;

«Νομίζω ότι το ζήτημα του αρχιτέκτονα θεού είναι περισσότερο ανάγκη του καθενός. Οταν εγώ πιστεύω, πιστεύω για τους δικούς μου λόγους. Αν έρθει κάποιος και μου πει ότι αν αφήσω μια πέτρα, νομίζω ότι ορισμένες φορές θα πάει πάνω κι όχι κάτω, τότε θα σταματήσω να μιλάω μαζί του».

– Η πίστη, και δεν την εννοούμε κατ’ ανάγκην θρησκευτικά, υπερβαίνει την επιστήμη ή ακολουθούν παράλληλους δρόμους;

«Αυτή η ανάγκη υπάρχει σε ορισμένους ανθρώπους. Το πρόβλημα θα το μετατοπίσω σε άλλη περιοχή, γιατί δεν είναι αυτό καθ’ αυτό το γεγονός. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να εξηγήσω, όταν του επιβάλλουν άλλοι, με εξωτερικό τρόπο, μορφές ζωής που δεν έχουν σχέση με τον εαυτό του. Τότε είναι που εγώ ταράσσομαι».

– Αναφέρεσθε, π.χ., σε σύγχρονες μορφές φονταμενταλισμού, όταν η προσωπική πίστη τίθεται στην υπηρεσία τού φανατισμού, με όρους μαχητή υπέρ τού αλάνθαστου του δόγματος της μίας και μοναδικής θρησκείας;

«Οντως, ο φονταμενταλισμός που αναφέρατε είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Εχουμε την τύχη να υπάρχουμε και είναι μεγάλη υπόθεση. Αν, όμως, ο καθένας δεν ζήσει με το δικό του τρόπο και το δικό του σύστημα αναφοράς, τότε νομίζω ότι αυτό είναι πολύ κακό».

– Οι σύγχρονες ανακαλύψεις της αστροφυσικής συναντούν, έστω και ελαχίστως, το κοσμολογικό σύμπαν των προσωκρατικών υλοζωιστών;

«Αναφέρεσθε στον Ηράκλειτο;»

– Σ’ αυτόν και στους άλλους προσωκρατικούς. Σε ποιο βαθμό επικαιροποιείται η σκέψη τους και από ποια οπτική γωνία; Ως φυσιοκρατικά ποιητική σύλληψη τού κόσμου και ως προεπιστημονικός λόγος, στον οποίο ήταν άγνωστο το πείραμα;

«Κάθε διάλεξη που δίνω για το πολυσύμπαν την τελειώνω, και δεν το κάνω από αρχαιολατρία, με τον Ηράκλειτο. Ιδού τι λέει και πρόχειρα μεταφράζω, σε κακά ελληνικά, ένα απόφθεγμά του: "Τον κόσμο ετούτο δεν τον έφτιαξε ούτε χέρι ανθρώπου ούτε χέρι θεού. Αυτός υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει". Δηλαδή, αυτό σημαίνει αιωνιότητα. Ο άνθρωπος τα είχε πει όλα το 600 π.Χ. Τι να πούμε εμείς τώρα;»

– Επομένως, ο σύγχρονος επιστημονικός λόγος τι ακριβώς καλείται να λύσει αναφορικά με το σύμπαν, αν τα έχει πει όλα ο Ηράκλειτος;

«Η επιστήμη προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στηριζόμενη σε πειραματικά γεγονότα. Που σημαίνει ότι κι εσείς μπορείτε να κάνετε ένα πείραμα και να έχετε τα ίδια αποτελέσματα».

– Οι νέες ευρέσεις είναι δυνατόν να εδράζονται στο συγκερασμό της εσωτερικής λογικής της επιστήμης και της διαίσθησης ως ψυχικό γεγονός;

«Εκτός από τις τυχαίες ανακαλύψεις, πολλές προέρχονται από τη διαίσθηση και την ενόραση. Ας μην μπερδεύουμε, όμως, την ενόραση της Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω και ενός σοβαρού επιστήμονα. Ο επιστήμονας, προτού αρχίσει να μιλάει, έχει σκεφτεί με τους κανόνες της λογικής, με τους μαθηματικούς και φυσικούς νόμους και έχει κάνει τις προβλέψεις του. Οπως γνωρίζετε καμία θεωρία δεν αποδεικνύεται με την έννοια της τελειότητος. Η φυσική πλέον έχει μπει σε πεδία αυτού που θα ονομάζαμε παλιά μεταφυσική, εντός εισαγωγικών. Αυτό το "μεταφυσικό" κομμάτι γίνεται πια χειροπιαστό, είναι σαν να πέφτει πάνω στο τραπέζι».

– Θέλετε να ανακεφαλαιώσουμε αυτά που συζητήσαμε ώς τώρα, μήπως και «χαθεί» ο αναγνώστης;

«Εχουν γίνει παρά πολλές μεγάλες ανατροπές και πλέον μιλάμε για περιφερειακό σύμπαν. Να σας πω ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε από το μηδέν, από το κενό, είναι πολύ βαριά κουβέντα. Κι αυτό θέλω να το σημειώσετε. Αναγκαστικά, είτε το θέλουμε είτε όχι, όλες αυτές οι θεωρίες ανατρέπουν τις ιδέες που έχουμε για τη ζωή. Εν τούτοις, έχει δικαίωμα κάθε άνθρωπος, μέσω του εσωτερικού του κόσμου, να έχει τις δικές του απαιτήσεις».

– Ολοι μας ζούμε σε μία λογική αντίφαση. Ακολουθούμε τον γραμμικό χρόνο όπως ορίζεται από το ημερολογιακό έτος και τον αντιλαμβανόμαστε κυρίως μέσω του εικοσιτετραώρου. Σκεφτόμαστε, παραδείγματος χάρη, και το πράττουμε, ότι θα εργαστούμε από τις 7 το πρωί ώς τις 2 το μεσημέρι. Την ίδια στιγμή το σύμπαν αναταράσσεται, κι εδώ έγκειται η αντίφαση, υπερβαίνοντας τη χρονομέτρηση των ρολογιών. Η επιστημονική σας ερμηνεία;

«Ο συμπαντικός χρόνος είναι ο μόνος αληθινός χρόνος. Μετράμε το χρόνο από τη στιγμή που εμφανίστηκε αυτό το σύμπαν. Γνωρίζουμε σήμερα ότι έχουν περάσει, με τα δεδομένα που έχουμε, 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια. Αυτός είναι παγκόσμιος χρόνος. Οπου κι αν είσαι σ’ αυτό το σύμπαν, ακόμη και στην ανάποδη πλευρά του, εκεί όπου μπορεί να υπάρχουν πολιτισμοί οι οποίοι έχουν τουλάχιστον το δικό μας επίπεδο, θα πρέπει να έχουν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα μ’ εμάς. Είναι μία παγκόσμια οντότητα. Δεν μπορώ να σας πω: "Κύριε Καλαμαρά, όταν με πήρατε τηλέφωνο, πριν από δέκα λεπτά, ο χρόνος ήταν 13 δισεκατομμύρια, 7 εκατομμύρια, μπλα, μπλα, τόσο". Τα αφαιρούμε όλα αυτά και έχουμε αυτόν το χρόνο, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Ομως, σας επαναλαμβάνω: ο αληθινός χρόνος είναι ο συμπαντικός χρόνος».

– Το σύμπαν κάποτε θα πεθάνει ή διαρκώς θα αναγεννάται, περνώντας από διαδοχικούς «μικρούς θανάτους»;

«Το σύμπαν δεν θα πεθάνει ποτέ, γιατί συνεχώς θα διαστέλλεται. Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν δημιουργούνται καινούρια αστέρια, πεθαίνουν άλλα αστέρια, γίνεται αυτή, αν θέλετε, η αναδημιουργία. Να πάρουμε τον Ηλιο ως παράδειγμα, ο οποίος είναι ένα πυρηνικό εργοστάσιο, γιατί μάς στέλνει ενέργεια. Ομως, τα καύσιμά του κάποτε θα τελειώσουν. Αν υπολογίσουμε ότι το ηλιακό μας σύστημα έχει εμφανιστεί εδώ και 4,5 δισ. χρόνια, ο Ηλιος έχει άλλα τόσα για να σβήσει. Οταν συμβεί αυτό, λοιπόν, η τοπική μας περιοχή -δηλαδή το πλανητικό μας σύστημα- θα είναι διαλυμένη. Ναι, μ’ αυτή την έννοια, τοπικά, έχουμε ανακατανομές μέσα στο σύμπαν».

– Οσο ρίχνει ο Ηλιος το φως του στη γη, υπάρχει μαγνητισμός και περιστρέφεται ο πλανήτης μας γύρω από αυτόν;

«Αυτή είναι η θεωρία της βαρύτητας, την οποία επινόησε ο Νεύτωνας. Οσο θα ελαττώνεται η μάζα, αλλά σε μεγάλα νούμερα, τότε ακόμη και η τροχιά της Γης γύρω από τον Ηλιο θ’ αλλάξει. Θ’ αλλάξει ακόμη κι ο χρόνος».

– Γιατί οι σύγχρονες κοσμολογικές ανακαλύψεις δεν έχουν επηρεάσει, με άμεσο και αναγνωρίσιμο τρόπο, την καθημερινότητά μας;

«Δυστυχώς -και γι’ αυτό φταίνε και οι επιστήμονες και τα ΜΜΕ- παρότι ορισμένοι από εμάς κάνουμε μεγάλο αγώνα. Θέλουν καιρό για να μπορέσουν να περάσουν στον κόσμο. Νομίζω ότι όλος ο κόσμος έχει το μυαλό, δεν υπάρχουν χαζοί και έξυπνοι. Υπό σοβαρή μάθηση και σωστή εκπαίδευση, όλες αυτές οι ανακαλύψεις μπορούν να απορροφηθούν για το καλύτερο της ανθρωπότητας. Να απελευθερωθεί από πολλά δεσμά που κουβαλάει από το παρελθόν. Για να απελευθερωθεί ο άνθρωπος σωστά, πρέπει να αποκτήσει γνώση, αλλά να μην είναι επιπόλαιη. Εχει πει ο "μέντοράς" μου, ο Αλμπέρ Καμί: "Οταν προσπαθείς να βρεις τη θέση σου μέσα στο σύμπαν, το σύμπαν είναι μια χαρά και ο άνθρωπος εξίσου. Εκεί που γίνεται θρύψαλα, είναι όταν προσπαθεί να δώσει εξηγήσεις μέσα σ’ αυτό το σύμπαν. Τότε δημιουργείται το παράλογο"».

– Πρέπει να αναζητήσουμε μια ανακαίνιση του συμβολαίου του ανθρώπου με τη φύση, πέραν των κρίσιμων περιβαλλοντικών προβλημάτων;

«Αυτό είναι χίλια τοις εκατό σίγουρο. Το γεγονός ότι πρέπει να προστατεύσουμε το περιβάλλον είναι προφανές. Δεν είναι αυτό που συζητάμε. Ζητάτε κάτι βαθύτερο, ή όχι; Δεν μιλάμε για τα εργοστάσια και τους ρύπους τους. Το θεωρώ προφανές ότι πρέπει να περιφρουρήσουμε το περιβάλλον».

– Μήπως πρέπει να επαναδιατυπώσουμε τη σχέση μας με το περιβάλλον, καθώς έχουμε χάσει τη φυσική καταβολή μας υπό την κυριαρχία της μονομερούς ανάπτυξης του αστικού τοπίου;

«Εννοείτε τη σχέση καθεαυτή. Αυτό που λέτε είναι σωστό. Εάν συμπεριφερόμασταν σωστά στο περιβάλλον, δεν θα με ενδιέφεραν οι πόλεις. Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε πιο βαθιά τους φυσικούς και τους συμπαντικούς νόμους. Η κατανόησή τους θα μας δώσει και τα νέα φυσικά συμβόλαια».

– Οι νέες επιστημονικές αναγνώσεις τού σύμπαντος σε ποιο βαθμό έχουν διατυπώσει ένα νέο φιλοσοφικό κοσμοείδωλο;

«Κι αν δεν έχει, πρέπει να διατυπωθεί. Πολλά από αυτά που συζητάμε υπάρχουν στο βιβλίο που έχουμε μοιραστεί με τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη "Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία. Μια συν-ζήτηση". Επειδή δεν θέλω να παρεξηγηθώ από τους αναγνώστες σας, σας τονίζω ότι δεν το κάνω για διαφημιστικούς λόγους. Θέλω να σας δείξω ότι σκεφτόμαστε παράλληλα. Μετά τον Νεύτωνα και τον Γαλιλαίο εμφανίστηκε ο Διαφωτισμός, με τον Βολτέρο και τον Ντιντερό, οι οποίοι πραγματικά άλλαξαν τον κόσμο. Τώρα βρισκόμαστε σε μια εποχή η οποία, τολμώ να πω, είναι μεγαλύτερη από την επανάσταση του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου. Χρειαζόμαστε έναν καινούριο διαφωτισμό, που εγώ τον λέω διαφωτονισμό, από το φωτόνιο. Αν κοιτάξουμε τα μεγάλα βήματα της φιλοσοφίας, θα ανατρέξουμε στους Ιωνες φιλοσόφους. Εγώ είμαι δηλωμένος προσωκρατικός. Ο Θαλής, ο Ηράκλειτος, ο Αρίσταρχος άνοιξαν όλη αυτή την ιστορία με την οποία ασχολούμαστε εμείς, γι’ αυτό ονομάζονται και φυσικοί φιλόσοφοι. Δεν μου αρέσει καν να χρησιμοποιώ τη λέξη προσωκρατικοί. Γιατί δεν λέμε τους άλλους μεταθαλικούς φιλοσόφους;»

– Σ’ αυτό το σημείο της συζήτησής μας ταιριάζει το απόφθεγμα του Ηράκλειτου «Τι εστί άνθρωπος; Θεός θνητός».

«Ε, μπράβο!» *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Το διάλογο του Δημήτρη Νανόπουλου με τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, στο «Από την κοσμογονία στη γλωσσογονία. Μια συν-ζήτηση» (εκδόσεις Καστανιώτη). Ενας προβληματισμός για αισθητές παραλληλίες ανάμεσα στη γένεση του κόσμου και τη δημιουργία της γλώσσας, στην κοσμογονία και τη γλωσσογονία.

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Ηλιακά ρολόγια σε δημόσιους χώρους διέθεταν οι ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας

Ωρα αρχαίας Ελλάδος

Της Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ

Ο χρόνος δεν ήταν αμελητέος, παρά τη θρυλούμενη ως ράθυμη ζωή των πολιτών στην αρχαία Αθήνα. Μπορεί να μη διέθεταν ρολόγια στα χέρια αλλά ήθελαν να ξέρουν, όταν έκαναν τον περίπατό τους γύρω από την Ακρόπολη, αν ήταν ώρα για να πεταχτούν στην Αγορά ή να πάνε σπίτι για τη μεσημεριανή σιέστα.


Η πόλη διέθετε το δημόσιο ρολόι της. Ηταν ένα μεγάλο μαρμάρινο κωνικό ηλιακό ρολόι που βρίσκεται ακόμη στη θέση του, στη βάση του νότιου τείχους της Ακρόπολης, κάτω από τον Παρθενώνα. Είναι ορατό από την καφετέρια του Μουσείου της Ακρόπολης. Πολλοί βλέπουν προς τα εκεί, αλλά λίγοι το αναγνωρίζουν. Είναι επάνω από το θέατρο του Διονύσου, δεξιά από τους κίονες του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλου.

Από εκείνο το σημείο ακριβώς περνάει ο Αρχαίος Περίπατος, ένας δρόμος ήπιας κυκλοφορίας όπως θα λέγαμε σήμερα, γύρω από το βράχο της Ακρόπολης. Αρα, θα το έβλεπαν από κοντά οι διερχόμενοι από εκεί, μας είπε ο αναστηλωτής του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλλου, αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Μπολέτης, επισημαίνοντάς μας πως το ρολόι αυτό είναι επιστημονικά αδημοσίευτο, συνεπώς δεν είναι επακριβώς χρονολογημένο. Υπολογίζει πως έχει πλάτος περίπου 1 μέτρο και ανάλογο θα ήταν και το ύψος του (δεν σώζεται ολόκληρο). Στην εποχή της λειτουργίας του, πριν από 2.000 χρόνια, θα ήταν ένα τοπόσημο για την Αθήνα καθώς είναι το μεγαλύτερο από όλα όσα έχουν βρεθεί ώς τώρα στην ίδια περιοχή. Και έχουν βρεθεί πολλά μικρά που σώζονται όμως αποσπασματικά, όπως μας είπε η αρχαιολόγος Σταματία Ελευθεράτου, υπεύθυνη για την ανασκαφή στα θεμέλια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Από το θέατρο του Διονύσου προέρχεται και ένα ακόμη μαρμάρινο ηλιακό ρολόι. Αυτό δεν βρίσκεται στη θέση του. Μπορεί όμως να το δει κανείς πίνοντας τον καφέ του στο αίθριο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το ρολόι αυτό (ύψους 0,50 μ. και πλάτους 0,40 μ.) έχει σχήμα καθίσματος με δύο πόδια λιονταριού στη βάση. Στην κοίλη επιφάνειά του είναι χαραγμένες δώδεκα γραμμές που αντιστοιχούν στις ώρες. Στο μέσον της άνω επιφάνειας υπάρχει οπή για την τοποθέτηση του μετάλλινου δείκτη, από τη σκιά του οποίου «διάβαζες» την ώρα.

Πέρυσι, βρέθηκε στο Πολύχρονο Χαλκιδικής ένα από τα λίγα άθικτα ηλιακά ρολόγια των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Εντοπίστηκε σε κτίριο της ύστερης αρχαιότητας από την αρχαιολόγο Μπετίνα Τσιγαρίδα. Το ρολόι της Χαλκιδικής, εκτός από τις γραμμές που δείχνουν το δωδεκάωρο, φέρει κι άλλες τρεις εγχάρακτες γραμμές κάθετες στις πρώτες, που αντιστοιχούν στο χειμερινό ηλιοστάσιο, την ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο. Ο χάλκινος γνώμονας, που ρίχνει τη σκιά του δείχνοντας την ώρα, είναι στερεωμένος στη μέση της ημισφαιρικής επιφάνειας. Η σκιά του ρολογιού δεν διαφέρει σε μήκος από ώρα σε ώρα. Αλλάζει όμως μήκος ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Το μικρότερο μήκος παρατηρείται κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο και σταδιακά μεγαλώνει οδεύοντας προς το θερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο σημαντικό ρολόι της πόλης των Αθηνών θα πρέπει ωστόσο να ήταν «Το Ωρολόγιον του Κυρρήστου», οι γνωστοί μας «Αέρηδες», στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς στην Πλάκα. Το οκταγωνικό αυτό μαρμάρινο κτήριο που κτίστηκε τον 1ο αι. π.Χ., από τον Ελληνα αστρονόμο Ανδρόνικο από την Κύρρο της Μακεδονίας (εξ ου και Κύρρηστος), φέρει στις μετόπες του ανάγλυφους τους οκτώ κύριους ανέμους (γι’ αυτό επικράτησε η ονομασία Αέρηδες). Κάτω από κάθε ανάγλυφη προσωποποίηση ανέμου, εγχάρακτες ακτίνες σε διάφορους σχηματισμούς αποτελούσαν ηλιακά ρολόγια. Τις ανήλιαγες ημέρες η ώρα υπολογιζόταν από το υδραυλικό ρολόι που λειτουργούσε στο εσωτερικό του κτιρίου.

Κατά τη μεσαιωνική βυζαντινή περίοδο, τα ρολόγια φαίνεται πως ήταν ελάχιστα στην Ελλάδα σε σχέση με αυτά της Αγγλίας. Στη μελέτη της, «Ηλιακά ρολόγια στη Βυζαντινή Ελλάδα: Ανάλημμα ή ανάθεμα;» η Mary Lee Coulson αναφέρει ότι έχουν καταγραφεί 285 μεσαιωνικά ρολόγια στην Αγγλία, χώρα που δεν φημίζεται για την ηλιοφάνειά της, ενώ στην Ελλάδα ο Αναστάσιος Ορλάνδος στις αρχές του 20ού αιώνα μπόρεσε να καταγράψει μόνο επτά: δύο στον ναό Μεταμόρφωσης της Αμφισσας και από ένα στους ναούς: Παναγίας Σκρίπου, Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο, Παναγίας (Ζωοδόχου Πηγής) του Κιθαιρώνα, Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Μέρμπακα (στο Μουσείο των Θηβών) και στη Μυσία της Μικράς Ασίας. Στον κατάλογο αυτό πρέπει να προστεθούν τα ρολόγια στον ναό της Θεοτόκου της Μονής του Οσίου Λουκά, στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Χώνικα, στον ναό των Βλαχερνών της Ηλείας και ένα που βρέθηκε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών.

Πριν από την Επανάσταση του 1821 και κατά τα χρόνια του Οθωνα, οι Αθηναίοι μάθαιναν την ώρα από το ρολόι που χάρισε στην πόλη των Αθηνών ο λόρδος Ελγιν ως αντίδωρο για τα Γλυπτά που έκλεψε από τον Παρθενώνα. Το ρολόι αυτό τοποθετήθηκε σε πύργο στην Αγορά του 1814, στην περιοχή της Βιβλιοθήκης Αδριανού και, όταν το ’21 καταστράφηκε, αντικαταστάθηκε από άλλο στην ίδια θέση, του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.

Το νόστιμο είναι πως και στα νεότερα χρόνια, συγκεκριμένα το 1916, οι Αθηναίοι μάθαιναν πως ήρθε το μεσημέρι από μια σφαίρα σαν μπαλόνι που υψωνόταν από το Αστεροσκοπείο στον ουρανό. Την πληροφορία την μαθαίνουμε από έγγραφα τα οποία αναφέρονται στα παράπονα κάποιων Αθηναίων που δεν είχαν ορατότητα στο Αστεροσκοπείο από την κατοικία τους, γιατί παρεμβαλλόταν ο βράχος της Ακρόπολης. Ως εκ τούτου, ζήτησαν από τις αρχές την ώρα του μεσημεριού να υψώνεται σημαία άσπρη και κόκκινη από την Ακρόπολη. Στον Πειραιά, το μεσουράνημα του Ηλιου γινόταν γνωστό ως την 28η Οκτωβρίου 1940 με μια άσφαιρη κανονιά από το Παλατάκι.*

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Ο διαχρονικός ύμνος της στιγμής

Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Από τον άμεσο, ρεαλιστικό χρόνο του παραδοσιακού και του λαϊκού τραγουδιού, στον ιστορικό ή τον μεταφυσικό χρόνο της ποίησης.

Το δημοτικό τραγούδι ως αποτύπωμα του λαϊκού πολιτισμού αποθέωσε στιγμές της καθημερινής ζωής
Το δημοτικό τραγούδι ως αποτύπωμα του λαϊκού πολιτισμού αποθέωσε στιγμές της καθημερινής ζωής Από τη μεγαλειώδη καταγραφή της λαϊκής «στιγμής» όπως κατόρθωσε να τη συλλάβει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, τον συγκλονιστικό, υπόγεια μεταφυσικό χρόνο του Γκάτσου, τον συνεχή ιστορικό διάλογο του Μάνου Ελευθερίου, την αγωνία του Κ.Χ. Μύρη για την ιστορική «αποστασιοποίηση» («Χίλια μύρια κύματα μακριά τ’ Αϊβαλί»), έως το χρόνο-μηδέν των πολύ νέων τραγουδοποιών. Από την ανατολίτικη νωχέλεια, το τσιγάρο, το κομπολόι, το χασίς, στη μεταπολεμική γειτονιά και πλατεία που επέτρεπε ακόμα την ανθρώπινη επικοινωνία και το ραχάτι. Κι από ‘κεί στους σύγχρονους ρυθμούς της μεγαλούπολης όπου, όπως το ‘χε προβλέψει ο Γιάννης Αγγελάκας στις «Τρύπες», «ο χρόνος είναι ένα θλιμμένο καρναβάλι».

Λίγο αργότερα, μια ολόκληρη γενιά νέων τραγουδοποιών «γύρισε τις πλάτες της στο μέλλον» όπως τραγουδούσε κάποτε ο Διονύσης Τσακνής. Τις γύρισε όμως και στο παρελθόν. Κι άρχισε να μιλά, με αγγλόφωνο ή ελληνικό στίχο, για ένα αβέβαιο «τώρα», εσωστρεφές συχνά, ασθματικό, ακόμα κι αν ακούγεται χαρούμενο.

Για τη σχέση του ελληνικού τραγουδιού με την έννοια του χρόνου θα μπορούσε ένας ειδικός να γράψει διατριβή. Κι αυτό γιατί το τραγούδι ως το αμεσότερο αποτύπωμα του λαϊκού πολιτισμού, στην Ελλάδα ειδικά, δεν έπαψε να συνοδοιπορεί είτε με την απτή της καθημερινότητα είτε με την ποιητική της έκφραση. Να παρακολουθεί και να συμμετέχει σε όλες τις εκφάνσεις του «κάθε μέρα» (από τη φτωχολογιά μέχρι την ερωτική έξαρση), αλλά και στις μεγάλες, οδυνηρές πολιτικές αναταραχές (πεδίο που ανέδειξε το μεγαλείο καταρχήν του Μίκη Θεοδωράκη, αδικώντας όμως το, εξίσου σημαντικό, λυρικό του πρόσωπο) ή ακόμα και στις ήσυχες κι ανεπαίσθητες κοινωνικές αλλαγές. Μήπως γι’ αυτό δεν αποδίδεται π.χ. στη Λίνα Νικολακοπούλου, ατύπως, η πρωτοκαθεδρία σε μια «Σχολή»; Εννοούμε εκείνη την τάση στο μεταπολιτευτικό τραγούδι, η οποία κέρδισε ήσυχα το δικαίωμα να μιλά για τον προσωπικό χρόνο του ενός ήρωα, έπειτα από πολλές δεκαετίες που τα τραγούδια αφουγκράζονταν κυρίως τη συλλογική συνείδηση.

Η υπερβολική χρήση αυτού του δικαιώματος έφερε βέβαια τον εγωκεντρισμό. Ετσι η Μαριανίνα Κριεζή, δημιουργός υπέροχων τραγουδιών, πρόσφερε στίχους και για το εύπεπτο ερωτικό χιτάκι «Δεν έχω χρόνο για άλλο πόνο» του Μιχάλη Χατζηγιάννη. Είναι ένα τραγούδι που, εκ των υστέρων, θα μπορούσε να δώσει συμβολικά τίτλο σ’ ένα ολόκληρο «ποπ» ή και λαϊκο-ποπ «κίνημα», το οποίο ισοπεδώνει την αποστολή ολόκληρης της τραγουδοποιητικής μας παράδοσης. Γιατί αν σε κάτι έδινε πάντα χρόνο το καλό ελληνικό τραγούδι ήταν στην, αναγκαστικά συνυφασμένη με τον πόνο, ανθρώπινη περιπέτεια.

Ασφαλώς ο χρόνος και η σχέση μας μαζί του άλλαζε μέσα από το τραγούδι. Και ταυτόχρονα η ίδια η ιστορία του τραγουδιού επιβίωσε μέσα από τον στιχουργικό «τρόπο» των νεότερων τραγουδοποιών: Π.χ. η σχέση του δημοφιλέστερου σύγχρονου τραγουδοποιού, Θανάση Παπακωνσταντίνου, με το χρόνο κατέληξε σε τραγούδια που γεφύρωσαν τα δύο βασικά ρεύματα της τραγουδοποιητικής μας παράδοσης: η φυσική στιγμή του παρόντος, το «τώρα» της φύσης και της καθημερινότητας ως απευθείας κληρονομιά από το δημοτικό, συναντά τη μεταφυσική αγωνία ή τον υπερρεαλισμό του ποιητικού χρόνου, όπως τον αποθέωσε κάποτε το συκοφαντημένο «έντεχνο». Πριν από εκείνον, υπήρξαν και άλλοι που λειτούργησαν ως γέφυρα μεταξύ παραδοσιακού και ποιητικού, όπως κατεξοχήν συνέβη με τον Διονύση Σαββόπουλο ή αργότερα με τους Κατσιμιχαίους. Και πιο πίσω; Δύο τάσεις ίσως μπορεί να διακρίνει κανείς. Κι επειδή μιλάμε για χρόνο, ας επικαλεστούμε δύο εμβληματικά «ρολόγια» του ελληνικού τραγουδιού.

«Το παλιό ρολόι»

Το δημοτικό τραγούδι ακόμα κι όταν συνομιλούσε με την Ιστορία (π.χ. τα «Ακριτικά»), το έκανε σε χρόνο ενεστώτα και με μια απευθείας εικονοποιία. Για το δικό τους «τώρα» μίλησαν και το σμυρνέικο, το ρεμπέτικο και το λαϊκό. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραδοσιακοί ή οι λαϊκοί «θησαυροί» δεν συνδιαλέγονταν με τις διαχρονικές ανθρώπινες αγωνίες. Το έκαναν όμως μέσα από το φίλτρο της απτής περιγραφής και της χρήσης άμεσα αναγνωρίσιμων αναφορών κι εξομολογήσεων που φώτιζαν το διαχρονικό νόημα της «στιγμής». Αυτή τη μεγάλη κληρονομιά που μετέφεραν γονιδιακά από τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη έως τον Ακη Πάνου («Ενα ρολόι μού ‘χες χαρίσει που το κοιτούσα όταν αργούσες»), παρέλαβε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Και κατόρθωσε, «ζωγραφίζοντας» το παρόν, να μιλήσει για την Ιστορία. Παράδειγμα; «Πίσω απ’ την πόρτα το καρφί και στο καρφί σακάκι». Ή: «Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά…». Το ίδιο συνέβη και με «το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού» και με όλα τα άλλα τραγούδια που, με πρόσχημα το ελάχιστο της καθημερινότητας, μιλούσαν για το μείζον της ύπαρξης. Η ίδια λαϊκή «τεχνική» ανιχνεύεται και σε νεότερους δημιουργούς, όπως π.χ. στον Κορακάκη ή στα λαϊκότερα τραγούδια του Μάλαμα, στα αριστουργήματα του Ρασούλη και σε πολλούς άλλους.

«Ενα ρολόι στο καπηλειό»

Το «έντεχνο», ως σπουδαία ελληνική εφεύρεση, απενοχοποίησε τη σχέση της αμεσότητας του τραγουδιού με τον ποιητικό χρόνο και την υπέρβαση των χρονικών ορίων. Δεν ήταν μόνον οι μεγάλοι ποιητές που μελοποιημένοι κατέλυσαν τη σχέση μας με το χρόνο, επιστρέφοντας πολύ πίσω («Αξιον Εστί το φως και η πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου…») ή προφητικά μπροστά («Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που χαιρετά απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις») ή σ’ ένα άχρονο πεδίο («Τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα…»). Είναι και όσοι καταχωρίστηκαν καταρχήν ως «στιχουργοί», ενώ στη σχέση τους με το χρόνο υπήρξαν υπερβατικοί ή μεταφυσικοί και γι’ αυτό ποιητές. Π.χ. ο Γκάτσος που συνομίλησε με την παράδοση, αλλά και τη μεταφυσική: «Από τον χρόνο τον προδότη, ποτέ δεν γλίτωσε κανείς» ή «Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά». Ο Ελευθερίου που δεν σταμάτησε να κατατρύχεται από την Ιστορία, όχι μόνον όταν ευθέως αναφερόταν στο Βυζάντιο ή στον Μακρυγιάννη ή στο ένδοξο παρελθόν («τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα…»), αλλά κι όταν κατέγραφε ένα προσωπικό παρόν («Ο,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής»). Ενα από τα πιο έντεχνα και ποιητικά «ρολόγια» στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού ανήκει βέβαια στον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι. Είναι το περίφημο «Ρολόι στο καπηλειό»: «Δεν μπορώ. Ο χρόνος φεύγει. Οχι εγώ (…) Ανέβα πάνω στο λεπτό, στον λεπτοδείχτη. Κράτα γερά».

Ουδείς ξεγελάει φυσικά το χρόνο. Ούτε καν η ποίηση. Ετσι άλλοτε το ελληνικό τραγούδι συμβιβάστηκε μαζί του: «Ποιος θα νοιαστεί και ποιος θα παίξει/Χρονοποιός ας είναι η λέξη/γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα/κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα», τραγουδούσε ο Σαββόπουλος που έπαιξε με τον δικό του τρόπο, με το τώρα και με το τότε. «Α ρε χρόνε αλήτη που ανθρώπους κι αγάπες σκορπάς», έγραψε η Νικολακοπούλου.

Αλλοτε οι δημιουργοί πάλεψαν με το χρόνο μάταια: «Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό», προέβλεπε ο Καββαδίας.

Ομως, ακόμα κι αυτή τη σύμπτωση του παρελθόντος με το μέλλον, υπέρ της έννοιας του μη γραμμικού χρόνου, την έχει προβλέψει το ελληνικό τραγούδι. Ηταν στο Χαράτσι το ’84 όταν ο Ρασούλης έγραφε «Ολα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν…».*

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Με πλάνα μεγάλης διάρκειας, μαραθώνιες ταινίες και συνεχόμενες λήψεις σπουδαίοι σκηνοθέτες αποθέωσαν τη χρονική διάσταση

Οταν ο χρόνος πρωταγωνιστεί στο σελιλόιντ

Της ΒΕΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Το σινεμά σμιλεύει το χρόνο. Ποιος το είπε; Ο Ταρκόφσκι μιλώντας για την ταινία του «Αντρέι Ρουμπλιόφ» (1966).

«Θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου (1975). Ενας από τους τρεις μάστορες του plan sequence

«Θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου (1975). Ενας από τους τρεις μάστορες του plan sequence Η έβδομη τέχνη, που αναπτύχθηκε στη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα ως η αποθέωση του «cut or not to cut?», έχει φτάσει σήμερα στο «χιπ χοπ μοντάζ» και σε τέτοιους τρελούς ρυθμούς, που ρίχνουν το θεατή στο καναβάτσο αναίσθητο, έχοντας προλάβει ελάχιστα πράγματα να καταλάβει από την πλοκή.

Κι όμως ο κινηματογράφος σε πολλές, πάρα πολλές περιπτώσεις, ακόμα και όταν η τεχνολογία δυσκόλευε τα πράγματα, σήκωσε το ανάστημά του στο μαγικό «μαχαίρι» του μοντέρ. Διέπρεψε αποθεώνοντας τη διάρκεια του πλάνου. Βυθίστηκε με σεβασμό στο πέρασμα του χρόνου, που εγγράφεται στο σελιλόιντ ή στο ψηφιακό φιλμ. Αφησε στο θεατή περιθώρια να συλλογιστεί, να αισθανθεί. Και πρόσφερε αριστουργήματα.

Η Ελλάδα, όσο κι αν κάποιοι δεν το θεωρούν και σοβαρό επίτευγμα, βρέθηκε στην πρώτη σειρά αυτής της κινηματογραφικής σχολής με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Σε οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια και να καταφύγεις, τρεις είναι οι μάστορες του πλάνου μεγάλης διάρκειας, της μακριάς λήψης, του plan sequence, όπως είναι ο γαλλικός όρος που επικράτησε. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Ούγγρος Μπέλα Ταρ και ο Ρώσος Αλεξάντερ Σοκούροφ.

Γέννησαν ανέκδοτα τα πλάνα του Αγγελόπουλου. Τα επαναλαμβάνουν ακόμα και άνθρωποι που δεν έχουν δει ούτε ένα. Ο ίδιος ποτέ δεν έκρυψε ότι όταν προτίμησε το plan sequence από ένα πιο παραδοσιακό ντεκουπάζ δεν σκέφτηκε με όρους «λογικής». «Η επιλογή νομίζω ότι μου επιβλήθηκε από μόνη της», έλεγε πρόσφατα σε συνέντευξή του στη Νατάσα Σέβεριν. «Ηταν μια ανάγκη μου να εισάγω στο χώρο τον πραγματικό χρόνο σε ένα είδος ενότητας χώρου και χρόνου. Ηταν μια ανάγκη μου ώστε οι λεγόμενοι "νεκροί χρόνοι" ανάμεσα στην πράξη και την αναμονή της -εκεί όπου συνήθως επεμβαίνει το μαχαίρι του μοντέρ- να λειτουργήσουν σαν μουσικές παύσεις. Το πλάνο να συλλαμβάνεται σαν ένα ζωντανό κύτταρο. Ηταν μια επικίνδυνη αλλά και γοητευτική επιλογή, που δεν έχω ποτέ εγκαταλείψει».

Ο Μπέλα Ταρ, με τη σειρά του, κατάφερε να ολοκληρώσει το διάρκειας 7 ωρών και 12 λεπτών αριστουργηματικό «Satantango» μόνο με 150 λήψεις -οι περισσότερες 10-11 λεπτά. Οταν πριν από λίγα χρόνια τον ρώτησα «γιατί τόσο μεγάλα και λίγα πλάνα;», μου είχε δώσει την πιο αφοπλιστική απάντηση: «Γιατί είμαι κλειστοφοβικός και δεν αντέχω να κάθομαι πολύ καιρό κλεισμένος στο δωμάτιο του μοντάζ».

Στα σοβαρά, τώρα, ο μέγας Ούγγρος σκηνοθέτης θεωρεί ότι ότι περισσότεροι συνάδελφοί του κάνουν ταινίες, «που δεν είναι παρά μια διαδοχή… πληροφοριών. Πληροφορία. Cut. Πληροφορία. Cut. Πολύ βαρετό. Βρίσκω πολύ πιο συναρπαστικό να δείχνω έναν τοίχο ή τη βροχή και το πέρασμα του χρόνου πάνω τους. Τα μεγάλα πλάνα σού επιτρέπουν στη διάρκειά τους να διακρίνεις πολλά πράγματα, μυστικά που αλλιώς θα πήγαιναν χαμένα. Οχι μόνο τα λόγια ή τις πράξεις των ανθρώπων. Το πώς ακούει αυτός που δεν μιλάει και σπάνια τον βλέπουμε στον κινηματογράφο. Με τα μεγάλα πλάνα μπορώ να πάρω από τους ηθοποιούς πράγματα που ούτε τα φανταζόμουνα και να δείξω τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ ανθρώπων και αντικειμένων, μεταξύ ανθρώπων και χρόνου».

Αν η Κόντακ έβγαζε φιλμ με διάρκεια περισσότερη από δέκα λεπτά, ο Μπέλα Ταρ, όπως μου ομολόγησε, θα γύριζε τις ταινίες του με ακόμα λιγότερα πλάνα. Να, λοιπόν, που το πρόβλημα έλυσαν οι νέες, ψηφιακές τεχνολογίες.

Αν δεν υπήρχε η steadicam ψηφιακή κάμερα SONY HDW-F900, ο Αλεξάντερ Σοκούροφ και φυσικά ο χειροδύναμος διευθυντής φωτογραφίας Τίλμαν Μπίτνερ, που φορτώθηκε επί 96 λεπτά 30 κιλά βάρος, δεν θα είχε ποτέ υπογράψει το αριστούργημα που λέγεται «Ρωσική Κιβωτός». Μια ταινία που αποτελείται από ένα και μόνο πλάνο.

«Πολλοί σκηνοθέτες, όπως ο Αλεξάντερ Ντοβζένκο, αναζητούσαν τη συνέχεια της εικόνας. Αυτός επηρέασε και τον Ταρκόφσκι», έχει δηλώσει ο Σοκούροφ. «Εδώ και δεκαπέντε χρόνια σχεδίαζα με κάθε λεπτομέρεια στο μυαλό μου μια ταινία που θα μπορούσε να είναι μονοπλάνο. Η ψηφιακή κάμερα μου έδωσε την ευκαιρία». Αλλά, προσοχή, δεν δίνει δογματικές προεκτάσεις στην επιλογή του. «Η συνεχόμενη λήψη είναι απλώς το μέσο -όχι ο σκοπός, όχι το καλλιτεχνικό καθήκον», έχει πει.

Στη «Ρωσική Κιβωτό», ακριβώς όπως και στα γνωστά πλάνα του Αγγελόπουλου, όπου τα πρόσωπα περνάνε από εποχή σε εποχή, από ιστορικό πλαίσιο σε ιστορικό πλαίσιο, ο Σοκούροφ χρειαζόταν, όπως λέει, «να κλείσει τις σκέψεις και τα αισθήματά του πάνω στο Χρόνο και τα ιστορικά πρόσωπα. Να δει το Χρόνο στην ολότητά του, σαν ενεστώτα».*

Ταινίες μεγάλων αποστάσεων

Cinematon: πειραματική ταινία του Γάλλου Ζ. Κουράν διάρκειας 162 ωρών. Αποτελείται από 2.432 βουβές βινιέτες, η καθεμιά 3 λεπτά και 25 δευτερόλεπτα, αφιερωμένη σε κάποια προσωπικότητα της τέχνης (Σρέντερ, Οσίμα, Λόουτς, Βέντερς, Γκοντάρ κ.ά.). Ο Τέρι Γκίλιαμ τρώει ένα χαρτονόμισμα των 100 φράγκων, ο Σάμιουελ Φούλερ καπνίζει ένα πούρο. Πρώτη προβολή στην Αβινιόν το 2009.

«24 Hour Psycho»: εγκατάσταση του Ντάγκλας Γκόρντον (1993). Πήρε το «Ψυχώ» του Χίτσκοκ και του άλλαξε το ρυθμό: δύο κάδρα το δευτερόλεπτο, αντί για τα συνήθη 24. Αποτέλεσμα; Η ταινία αντί να διαρκεί 109 λεπτά έφτασε το 24ωρο.

«Berlin Alexanderplatz» του Ρ.-Β. Φασμπίντερ: το 1980 προβλήθηκε στην τηλεόραση σε 14 επεισόδια με πρωταγωνιστές τους Χάνα Σιγκούλα, Μπάρμπαρα Σούκοβα, Ούντο Κιερ κ.ά. Το πλήρες φιλμ έχει διάρκεια 15½ ώρες. Το 2007, με τη συμπλήρωση 25 χρόνων από το θάνατο του δημιουργού του, αποκαταστάθηκε και άρχισε νέα καριέρα, σε τηλεοράσεις και κινηματογραφικά φεστιβάλ.

«Shoah»: το θρυλικό ντοκιμαντέρ του Κλοντ Λαντζμάν για το Ολοκαύτωμα διαρκεί 9 ώρες. Αρχισε να προετοιμάζεται το 1974 και ολοκληρώθηκε το 1985, 11 χρόνια μετά. Είναι το χρονικό της εβραϊκής γενοκτονίας με πυξίδα τις μαρτυρίες των λιγοστών επιζώντων. Ο Λαντζμάν κατόρθωσε να κινηματογραφήσει κρυφά και κάποιους ναζί που περιγράφουν τη μεθοδικότητα, την ακρίβεια, την αποδοτικότητα των μεθόδων αφανισμού.

«Η Κομμούνα» του Πίτερ Γουότκινς, ταινία του 2000, συμπυκνώνει σε 345 λεπτά, σχεδόν σαν σε ντοκιμαντέρ, την παρισινή εξέγερση του 1871, που έμεινε στην ιστορία ως η ουτοπία μιας σοσιαλιστικής, αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.

«Ναπολέων» του Αμπελ Γκανς: επικό, βουβό αριστούργημα του 1927, διάρκειας 330 λεπτών. Διηγείται την ιστορία του Κορσικανού που έγινε αυτοκράτορας ξεκινώντας από τα νεανικά του χρόνια και φτάνοντας στην κατάκτηση της Ιταλίας το 1797. Το 1997 είχαμε την τύχη να τη δούμε στο Μέγαρο Μουσικής ολόκληρη, τα 20 τελευταία λεπτά της, μάλιστα, σε τριπλή οθόνη από τρεις μηχανές, όπως ήθελε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.

«Κλεοπάτρα» του Τζ. Μάνκιεβιτς (1963): όσο περίεργο κι αν σας φαίνεται το director’s cut (το μοντάζ που ενέκρινε ο σκηνοθέτης) την ήθελε διάρκειας 320 λεπτών. Επειδή, όμως, απευθυνόταν στο μαζικό κοινό περιορίστηκε στα 192 λεπτά όταν βγήκε στις αίθουσες. Κάτι που δεν την έσωσε από το εμπορικό ναυάγιο.

«1900» του Μπ. Μπερτολούτσι (1976): το ιταλικό έπος που σνόμπαρε το διαγωνιστικό τμήμα των Κανών, βλέπεται και σήμερα με την ίδια συγκίνηση, κι ας είναι 315 λεπτά. Ισως γιατί από τις ιστορικές τραγωδίες και τρικυμίες των γειτόνων μας μας χωρίζει μόνο μια θάλασσα. Ισως γιατί μας θυμίζει πόσο επηρέασε τον Μπερτολούτσι ο «Θίασος» του Αγγελόπουλου, που προηγήθηκε. Παίζει και ο Ντε Νίρο.

«Φάνι και Αλέξανδρος» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν: η για πάρα πολλούς καλύτερη ταινία του Σουηδού δημιουργού γυρίστηκε το 1982 για την τηλεόραση (τέσσερα επεισόδια, 312 λεπτά). Η κινηματογραφική της βερσιόν περιορίστηκε σε 188 λεπτά, αν και εδώ και αρκετά χρόνια προβάλλεται στις αίθουσες και ολόκληρη η σειρά, σαν κανονικό φιλμ.

Τρεις ταινίες – τρεις περιπτώσεις

Το απόλυτο ρεκόρ:  240 ώρες ταινία

Είναι αλήθεια πως οι ταινίες πολύ μεγάλης διάρκειας μόνο πειραματικό χαρακτήρα μπορούν να έχουν. Ακόμα και ο πιο αδιάφορος για την αγορά σκηνοθέτης σκέφτεται ότι κάποια στιγμή η ταινία του θα βγει σε dvd και βάζει κι ένα όριο. Ετσι η μεγαλύτερη, που γυρίστηκε ποτέ, έχει διάρκεια 240 ώρες και τίτλο «Modern Times Forever». Παίχτηκε, φυσικά, μία και μοναδική φορά τον περασμένο Μάρτιο στη διάρκεια του φεστιβάλ του Ελσίνκι ΙΗΜΕ Project 2011. Ηταν έργο της γνωστής δανέζικης κολεκτίβας «Superflex», που κάποτε είχε γεμίσει την Κοπεγχάγη με πόστερ που έγραφαν: «Ξένοι, παρακαλώ, μη μας αφήνετε μόνους μας με τους Δανούς». Το «Modern Times Forever» προβλήθηκε πάνω στους εξωτερικούς τοίχους του συγκροτήματος γραφείων Stora Enso, αφού δείχνει ακριβώς τι θα του συμβεί τα επόμενα χίλια χρόνια, εάν υποθέσουμε ότι τα μόνα που θα το επηρεάζουν είναι ο χρόνος και ο καιρός. Δηλαδή το φιλμ συμπύκνωνε σε δέκα μέρες τη φθορά αιώνων.

Τη γύρισε το 1994, προσπαθούσε απο το 1985

Το ασπρόμαυρο «Satantango» του Μπέλα Ταρ, διάρκειας 7 ωρών και 12 λεπτών, προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2002 και πάρα πολλοί Ελληνες σινεφίλ συμφώνησαν απολύτως με την Αμερικανίδα συγγραφέα Σούζαν Σόντανγκ, που είχε πει: «Θα μπορούσα να το βλέπω συνεχώς για την υπόλοιπη ζωή μου».

Γυρισμένη το 1994, παρ’ όλο που ο Ούγγρος σκηνοθέτης προσπαθούσε και σκόνταφτε στη λογοκρισία ήδη από το 1985, η ταινία μόνο μινιμαλιστική και βαρετή δεν είναι. Είναι ένα από τα πιο πλούσια σε νόημα, ιστορίες και εικόνες απίστευτης ομορφιάς φιλμ που μπορεί να δει κανείς. Πρόκειται για μια παραβολή πάνω στην κατάρρευση του καθεστώτος. Μόνο που εδώ υπάρχει μια παραπαίουσα αγροτική κολεκτίβα, την οποία πολλοί είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν. Μέχρι που καταφτάνει ένας χαρισματικός τύπος, εξαφανισμένος εδώ και δύο χρόνια από το χωριό και θεωρούμενος νεκρός. Αλλοι τον αντιμετωπίζουν ως Μεσσία και είναι έτοιμοι να υποταχθούν στα σχέδιά του που, υποτίθεται, θα τους σώσουν από την άγρια και αβίωτη ερημιά τους. Αλλοι τον υποπτεύονται…

Η ταινία θεωρείται cult και κυκλοφορεί σε dvd, όπως άλλωστε και οι υπόλοιπες, εξίσου καταπληκτικές και αρκετά πιο εύληπτες ταινίες του Μπέλα Ταρ. Δείτε τις «Αρμονίες του Werckmeister» (2000), που έχουν διάρκεια μόνο 145 λεπτά.

Τρεις αιώνες μια κι έξω

Τριάντα τρεις αίθουσες του περίφημου μουσείου της Αγίας Πετρούπολης, 2.000 ηθοποιοί και κομπάρσοι και τρεις ορχήστρες (η μία υπό τη διεύθυνση του μεγάλου Βαλέρι Γκέργκιεφ) είναι ελάχιστα μόνο από τα στοιχεία που χρειάστηκε να ενορχηστρώσει ο Αλεξάντερ Σοκούροφ για μια ταινία εθνικό, πια, σύμβολο για έναν ολόκληρο λαό.

Διότι η «Ρωσική Κιβωτός», που γυρίστηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 2001 μια κι έξω, με ένα μονοπλάνο, κι αφού είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες προσπάθειες, καλύπτει τρεις αιώνες Ιστορίας και είναι ένα ταξίδι στο χρόνο. Ενας ανώνυμος και αθέατος από το κοινό αφηγητής (η φωνή είναι του ίδιου του Σοκούροφ) περιπλανιέται από αίθουσα σε αίθουσα του Ερμιτάζ, εκεί που κάποτε βρίσκονταν τα χειμερινά ανάκτορα των τσάρων, συναντώντας πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα από διάφορες εποχές: τον Μεγάλο Πέτρο, τον τσάρο Νικόλαο, τον διευθυντή του μουσείου επί Στάλιν, έναν απελπισμένο κάτοικο του Λένινγκραντ, στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τους Γερμανούς. Και ναι, ο Σοκούροφ είναι εθνικιστής και αρκετά συντηρητικός. Αλλά η μεγάλη τέχνη έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. *

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Πολύωρες παραστάσεις που αναμετρήθηκαν με τον χρόνο

Κούρσες σκηνικού μαραθωνίου

Της ΕΛΕΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Από το εξάωρης διάρκειας «Μέσα» του Παπαϊωάννου έως τους δωδεκάωρους «Δαίμονες» του Πέτερ Στάιν. Από τη θρυλική «Μαχαμπαράτα» του Πίτερ Μπρουκ ώς την πειραματική «Κατερίνη» των Blitz. Ολο και συχνότερα, τελευταία, κάνουν την εμφάνισή τους παραστάσεις που υπερβαίνουν σε διάρκεια το σύνηθες δίωρο ή δυομισάωρο.

«Εφήμεροι» της Αριάν Μνουσκίν, ένας σκηνικός άθλος 8 ωρών με 12 σκηνές της ζωής των θνητών
«Εφήμεροι» της Αριάν Μνουσκίν, ένας σκηνικός άθλος 8 ωρών με 12 σκηνές της ζωής των θνητών Ακραίος μεταμοντερνισμός; Ναρκισσιστικό στοίχημα καταξιωμένων σκηνοθετών με την αντοχή του κοινού τους; Πράξη αντίστασης στους καταιγιστικούς ρυθμούς της καθημερινότητας; Ή μια συμβολική προσπάθεια για την ανάκτηση μιας χαμένης συλλογικότητας, της από κοινού συμμετοχής σε κάτι μοναδικό;

Αυτό το τελευταίο υποστηρίζουν θερμά κορυφαίοι θεατράνθρωποι της εποχής μας. Οπως ο Πέτερ Στάιν, η Αριάν Μνουσκίν και ο Πίτερ Μπρουκ. Πιστεύοντας ακόμη στην έννοια της κοινότητας που αναπτύσσεται μέσα από μια τέτοια εμπειρία αλλά και στη μαζική τελετουργική δραστηριότητα του θεάτρου, που ανάγεται στα χρόνια της δημιουργίας του.

Πράγματι, οι πολύωρες παραστάσεις δεν είναι κάτι καινούργιο για την ιστορία του θεάτρου. Στην αρχαιότητα, το ημερήσιο πρόγραμμα των εν άστει Διονυσίων -για παράδειγμα- περιελάμβανε πέντε κωμωδίες στη σειρά. Ενώ αργότερα, στο Μεσαίωνα, τα υπαίθρια και θεαματικότατα μυστήρια που αναπαριστούσαν τα Πάθη του Χριστού ή άλλες σκηνές από τη Βίβλο είχαν τεράστια διάρκεια.

Οσον αφορά τώρα τη σύγχρονη εποχή, η διάρκεια των θεαμάτων άρχισε να παρατείνεται τη δεκαετία του 1960, περίοδο αμφισβήτησης πολλών παραδεδομένων αξιών από τους νέους· ακόμη και αυτής του χρόνου. Αλλά και εποχή πειραματισμού με τα όρια της τέχνης, γενικότερα. Ο συγγραφέας έχει προ πολλού «πεθάνει» και τα σκήπτρα της δημιουργικής ελευθερίας ανήκουν στον παντοδύναμο σκηνοθέτη.

Είναι η εποχή που εμφανίζεται η έννοια της περφόρμανς, για να ωριμάσει τη δεκαετία του ’80. Των οπτικών δηλαδή παραστάσεων που συνδυάζουν θέατρο, χορό, μουσική, εικαστικά, βίντεο, ποίηση και κινηματογράφο και παρουσιάζονται κυρίως σε εξωθεατρικούς χώρους, όπως μουσεία ή γκαλερί.

Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα από τον εγκλεισμό της Μαρίνας Αμπράμοβιτς, η οποία έμεινε καθισμένη για 700 ώρες επί δύο μήνες στο Atrium του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης -ΜοΜΑ- στη Ν. Υόρκη.

Το «Μέσα» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, που πρότεινε στο κοινό να αντιμετωπίσει την παράσταση ως μια εικαστική έκθεση επιλέγοντας από ποια θέση και για πόσο θα την παρακολουθήσει και ο «Γαλαξίας» των Blitz, η ανάγνωση δηλαδή μιας ατέλειωτης λίστας πεσόντων, είναι τέτοια παραδείγματα. «Θέλουμε να απαλλαγούμε από την τυραννία της διάρκειας» δήλωναν οι Blitz όταν ετοίμαζαν την πεντάωρη «Κατερίνη» τους. Το κοινό μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα εάν θα περιηγηθεί σε όλα ή σε δύο μόνο από τα έξι δωμάτια.

Τα πράγματα σαφώς είναι τελείως διαφορετικά όταν μιλάμε για παραστάσεις γνωστών έργων, συνήθως μεγάλων λογοτεχνικών. Οπως η περίφημη και θρυλική πια για την παγκόσμια ιστορία του θεάτρου «Μαχαμπαράτα» του Πίτερ Μπρουκ. Τρεις φορές ογκωδέστερο από τη Βίβλο κι επτά φορές όσο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μαζί, παρουσιάστηκε στη μνημειώδη παράσταση του Πίτερ Μπρουκ στο Θέατρο Πέτρας τον Σεπτέμβριο του 1985, μοιρασμένη σε τρεις τρίωρες παραστάσεις τριών ημερών.

Εκείνες τις μέρες, χάρη στην Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, κερδήθηκε κι ένα από τα πρώτα στοιχήματα με τις αντοχές του αθηναϊκού κοινού: η παρακολούθηση της εννιάωρης θρυλικής πλέον «Ορέστειας» του Πέτερ Στάιν από τη Σαουμπίνε στο ίδιο θέατρο. «Το κοινό αυξανόταν αντί να μειώνεται, ενώ οι ελάχιστες αποχωρήσεις σημειώθηκαν το τελευταίο εικοσάλεπτο» σημείωναν τα θεατρικά ρεπορτάζ.

Μια ελαφρώς συμπυκνωμένη εκδοχή της, με το θίασο του ρωσικού στρατού αυτή τη φορά, παρακολούθησαν χίλιοι πεντακόσιοι θεατές της Επιδαύρου εννέα χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του ’95. Ξεκίνησε γύρω στις 9 του Σαββάτου και ολοκληρώθηκε λίγο πριν από τις 5 το πρωί της Κυριακής όταν δεν είχε ακόμη φωτίσει. Ο καφές, το τσιγάρο ακόμη και τα κεφτεδάκια επιτρέπονταν.

Πέρυσι το καλοκαίρι, πάντως, για τους δωδεκάωρους «Δαίμονες» του Ντοστογιέφσκι ο ίδιος ο Στάιν έκρουε την καμπάνα στο κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών για να συντομεύει τα έξι διαλείμματα (τα δύο, ωριαία για φαγητό).

Εκείνη όμως που μύησε τα τελευταία χρόνια το ελληνικό κοινό στις πολύωρες υπέροχης αισθητικής παραστάσεις της είναι η Αριάν Μνουσκίν. Το 2006 στο Κλειστό Ολυμπιακό Γυμναστήριο του Φαλήρου μας έφερε το «Τελευταίο Καραβανσεράι» της, το ογκώδες απόσταγμα 400 συνεντεύξεων της κολεκτίβας της με πρόσφυγες σε καταυλισμούς της Ασίας και της Αφρικής.

Εναν χρόνο αργότερα, στον ίδιο χώρο, ο οχτάωρος γλυκόπικρος σκηνικός άθλος των «Εφήμερων» κύλησε σαν το νεράκι. Δώδεκα σκηνές της ζωής των θνητών δίνουν αποστάγματα του εφήμερου ανθρώπινου βίου.

Οσον αφορά τα καθ’ ημάς, ο Στάθης Λιβαθινός με ακόμη έναν Ντοστογιέφσκι έκανε το 2007 μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των τελευταίων χρόνων, τον εξάωρο «Ηλίθιο», από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Ενώ πιο πρόσφατα (τον Ιούλιο του ’10) ο Σίμος Κακάλας επιχείρησε να ανεβάσει ολόκληρη την Ερωφίλη του Χορτάτση (χωρίς τα ιντερμέδια) για το μικρό θέατρο της Επιδαύρου.*

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Εικαστικές αποτυπώσεις της αναμέτρησης με τον χρόνο, τη φθορά, το θάνατο, στην τέχνη τριών αιώνων

Δείκτες της ανθρώπινης αγωνίας

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ

Αν υποθέσουμε ότι η τέχνη, στο σύνολό της, αποτυπώνει μια από τις πιο συγκινητικές προσπάθειες του ανθρώπου, την αναμέτρησή του με το χρόνο, η ζωγραφική και γενικότερα οι εικαστικές τέχνες προσεγγίζουν αυτήν την προσπάθεια με τον πιο ευφάνταστο τρόπο.

Το διασημότερο, ίσως, έργο του σουρεαλιστή ζωγράφου έχει δεχτεί δεκάδες ερμηνείες. Ο ίδιος, πάντως, είχε πει ότι το εμπνεύστηκε καθώς παρατηρούσε το λιώσιμο του αγαπημένου του τυριού (καμαμπέρ) πάνω σε ένα τραπέζι μια ηλιόλουστη μέρα
Το διασημότερο, ίσως, έργο του σουρεαλιστή ζωγράφου έχει δεχτεί δεκάδες ερμηνείες. Ο ίδιος, πάντως, είχε πει ότι το εμπνεύστηκε καθώς παρατηρούσε το λιώσιμο του αγαπημένου του τυριού (καμαμπέρ) πάνω σε ένα τραπέζι μια ηλιόλουστη μέρα Από τις περίφημες μηχανές χρονομέτρησης με άμμο και νερό και τα χειροποίητα ρολόγια του αναγεννησιακού Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι τη ζωγραφική, τις εγκαταστάσεις και τη σύγχρονη βιντεο-τέχνη η έννοια του χρόνου και η καταμέτρησή του ωθούσαν τους καλλιτέχνες να γίνουν επινοητικοί και να διευρύνουν τη φαντασία τους.

Τα παραδείγματα είναι άπειρα και οι αναφορές μας στη σχέση του χρόνου με τις εικαστικές τέχνες δεν μπορεί παρά να είναι ενδεικτικές. Το ρολόι, αυτή η μαγική και συνάμα ρεαλιστική μηχανή που μας υπενθυμίζει τη φθαρτή μας φύση, είναι το κυρίαρχο και πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο που διαλέγουν οι καλλιτέχνες για να απεικονίσουν ή να επισημάνουν τη μάχη μας με το χρόνο που αλλάζει διαρκώς.

Ενα από τα πιο γνωστά παραδείγματα του είδους στη ζωγραφική είναι η περίφημη νεκρή φύση, «Το μαύρο ρολόι» του κορυφαίου Γάλλου ζωγράφου Πολ Σεζάν. Πρόκειται για πίνακα που ο μετα-ιμπρεσιονιστής ζωγράφος ολοκλήρωσε γύρω στα 1870. Απεικονίζει ένα τραπέζι με διαφόρων ειδών αντικείμενα. Ενα από αυτά, στη δεξιά πλευρά του πίνακα, είναι ένα μικρό μαύρο ρολόι χωρίς βάση, «χέρια» ή άλλα στηρίγματα. Αντικείμενο που μέσα στις αντιθέσεις του μαύρου και του λευκού χρώματος αποκτά μια αλλόκοτη, μεταφυσική διάσταση και υπογραμμίζει την αίσθηση ενός άχρονου αντικειμένου που βρίσκεται εκεί, αμετάβλητο ανά τους αιώνες.

Με ανάλογο τρόπο χρησιμοποιεί το ρολόι ένας ακόμα μάστερ του μοντερνισμού, ο επίσης Γάλλος Ανρί Ματίς. Στον πίνακα του 1911, «Το κόκκινο ατελιέ», τον οποίο μπορεί να δει κάποιος σήμερα στο ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης, ο Ματίς έχει συμπεριλάβει στα προσωπικά αντικείμενα του ατελιέ του ένα ρολόι, επίσης μετέωρο, να στέκεται στο κενό και να αναστέλλει το χρόνο. Μια από τις πιο αλλόκοτες απεικονίσεις του χρόνου με ένα ακόμη ρολόι, «απρόσωπο», χωρίς να φαίνονται καν οι δείκτες του, εντοπίζεται και στη διάσημη αυτοπροσωπογραφία του Νορβηγού Εντβαρντ Μουνκ. Είναι ο πίνακας «Between the clock and the bed» («Ανάμεσα στο ρολόι και στο κρεβάτι») με τον ζωγράφο να στέκεται όρθιος, σχεδόν μαρμαρωμένος, ανάμεσα στο «τυφλό» ρολόι και στο κρεβάτι του υπνοδωματίου του.

Δεν θα μπορούσαμε, φυσικά, να παραλείψουμε το διασημότερο έργο στην ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα που έχει θέμα του το χρόνο και τη μνήμη και κυρίαρχο αντικείμενό του το ρολόι. Δεν είναι άλλο από τον πίνακα του Σαλβαντόρ Νταλί «The Persistence of Memory» («Η επιμονή της μνήμης») όπου εύπλαστα, λιωμένα ρολόγια γλιστρούν στο απόκοσμο, ονειρικό τοπίο που γέννησε η φαντασία του σουρεαλιστή ζωγράφου. Είναι από τους πίνακες που χάρισαν στον Νταλί ένα μέρος από τη διεθνή του αναγνώριση. Ο πίνακάς του μέσα στα χρόνια έχει δεχτεί δεκάδες ερμηνείες. Κάποιοι κάνουν λόγο για την επιθυμία του Νταλί να απεικονίσει τη διάσημη, στην εποχή του, «Θεωρία της Σχετικότητας» του Αϊνστάιν ή να εκφράσει τις ιδέες του για τη γέννηση, το θάνατο, την πρόσληψη της πραγματικότητας, τη σεξουαλική επιθυμία, το άγχος που προκαλεί το πέρασμα του χρόνου. Η τελευταία ερμηνεία περί άγχους ενισχύεται, σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς, και από την εικόνα με την επίθεση των μυρμηγκιών που δέχεται το πορτοκαλί ρολόι στην αριστερή πλευρά του πίνακα.

Ο ζωγράφος με το γνωστό, εκκεντρικό του ύφος, είχε αποστομώσει, πάντως, τους αναλυτές του έργου, λέγοντας ότι το εμπνεύστηκε μια ηλιόλουστη μέρα, καθώς παρατηρούσε το λιώσιμο του αγαπημένου του τυριού καμαμπέρ πάνω σε ένα τραπέζι.

Αρκετοί είναι και οι Ελληνες καλλιτέχνες που έχουν επιχειρήσει να αποτυπώσουν το χρόνο και τα σημάδια του στην τέχνη τους. Ενα ανάλογο έργο, με το οποίο ερχόμαστε σχεδόν καθημερινά σε επαφή, είναι το περίφημο «Ωρολόγιον του Μετρό» του γλύπτη Θόδωρου, το οποίο δεσπόζει στο σταθμό του Μετρό στο Σύνταγμα. Μια εγκατάσταση του γλύπτη που έχει και τη χρηστική διάσταση του πραγματικού ρολογιού. Οταν ο γλύπτης ρωτήθηκε, σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Ε» και στη Νινέττα Κοντράρου-Ρασσιά, για την επιλογή του να τοποθετήσει ένα ρολόι στο Σύνταγμα, είχε απαντήσει: «Γιατί σε κάθε σταθμό τρένου, σημείο αναφοράς μέσα από τη λογοτεχνία και το σινεμά είναι το ρολόι. Επίσης, σημαντικό στοιχείο της πόλης είναι το ρολόι. Ηθελα να το επαναφέρω στη μνήμη. Επρεπε να φέρω και το μετρό στην ιστορική του διάσταση. Το τρένο ήταν συνώνυμο της βιομηχανικής επανάστασης. Το Μετρό εκφράζει ένα ρομαντισμό ακόμη και σήμερα. Ηθελα να υποβάλω στον σημερινό χρήστη αυτούς τους συνειρμούς, όχι όμως να τους αναπαράξω».

Τέλος, δεν μπορούμε να παραλείψουμε το πιο σύγχρονο έργο για το χρόνο, το εξαιρετικό «The Clock» («Το ρολόι») του Αμερικανοελβετού εικαστικού Κρίστιαν Μάρκλεϊ που έφυγε από τη φετινή Μπιενάλε της Βενετίας με τον Χρυσό Λέοντα της διοργάνωσης. Η εντυπωσιακή βιντεο-εγκατάσταση, διάρκειας 24 ωρών, συντίθεται από δεκάδες αποσπάσματα ταινιών, κλιπ και τηλεοπτικών σποτ με θέμα τους την ώρα. Οποιαδήποτε στιγμή κι αν μπεις στη σκοτεινή βιντεοπροβολή, ένας κινηματογραφικός ήρωας, από τον Γκάρι Κούπερ έως τον Λόρενς Ολίβιε, θα σε πληροφορήσει, με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο, για το τι ακριβώς ώρα είναι εκείνη τη στιγμή που παρακολουθείς το φιλμ. Το έργο εκθειάζεται ως εξαιρετικό παράδειγμα στοχασμού για τη σχέση μας με το χρόνο, τη φύση της πραγματικότητας και της αφήγησης.*

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Παρελθόν, παρόν και μέλλον στην τέχνη του λόγου

Αναζητώντας τον ποιητικό χρόνο

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Η κατασκευή ρολογιού σε σχήμα πυξίδας, με λατινικούς αριθμούς, βρίσκεται στο Γουέστερν Κεντάκι Γιουνιβέρσιτι. Ο νεαρός σκέιτ μπόρντερ «πετάει» σαν να θέλει να ακυρώσει τον χρόνο
Η κατασκευή ρολογιού σε σχήμα πυξίδας, με λατινικούς αριθμούς, βρίσκεται στο Γουέστερν Κεντάκι Γιουνιβέρσιτι. Ο νεαρός σκέιτ μπόρντερ «πετάει» σαν να θέλει να ακυρώσει τον χρόνο
Βλέπουν τον καθρέφτη,
βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Το τετράστιχο από τους «Ιδανικούς αυτόχειρες» του Κ.Γ. Καρυωτάκη είναι ο χρόνος ο συντελεσμένος, είναι η ζωή που εκπληρώθηκε, κι έτσι πλέον έχει έρθει το «τώρα» τής αποφασιστικής στιγμής, τής αυτοκτονίας, όπου ζωή και θάνατος παφλάζουν χωρίς την ύλη, από την οποία δεν είμαστε πλασμένοι. Είμαστε ενεργειακές μάζες, κι όμως σκεπτόμενες, κι όμως λογικές, κι όμως παράλογες, κι όμως τρελές. Χαμένοι, μεταξύ υπάρξεως και ανυπαρξίας, κι ο χρόνος ένα διαρκές τώρα, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν ξεχωρίζουν.

Με τον τρόπο του Τόμας Στερν Ελιοτ, από τα «Τέσσερα κουαρτέτα»: «Time present and time past/Are both perhaps present in time future/And time future contained in time past. If all time is eternally present/All time is unredeemable». Και σε μετάφραση: «Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών/ Ισως και οι δυο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα/Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα./Εάν ο χρόνος όλος είν’ αιωνίως παρών/Ολος ο χρόνος είναι αλύτρωτος».

Από τον 19ο αιώνα ανέρχεται, ο δικός μας, ο αφανής Ανδρέας Κάλβος, τού οποίου δεν έχει σωθεί ούτε μία προσωπογραφία. Ο μεταφυσικός της αγωνίας υπέρ της αιωνιότητος τής μικτής γλώσσας και του καθαρού αισθήματος: «Ούτως από τον ήλιον,/ωσάν πυρός σταλάγματα,/πέφτουσιν εις την θάλασσαν/των αιώνων, και χάνονται/ διά πάντα οι ώραι». Τι είναι αυτοί οι στίχοι; Πετάνε πάνω από την καθημερινότητα, πάνω από τον χρόνο τού κινούμενου σώματος, οι ώρες είναι στάσιμες σαν εικόνες στο τέμπλο ενός εξωκλησιού που σε κοιτάζουν οι μαυρισμένες εικόνες τών αγίων. Σε άλλο αιώνα, στον εικοστό, ο Τόμας Μαν του «Μαγικού Βουνού» θα αναρωτηθεί: «Τι είναι ο χρόνος; Ενα μυστικό – στερείται ουσίας κι όμως είναι παντοδύναμος».

Η μεγάλη μέρα μέσα στη νύχτα έχει λάβει πέρας. Ο Αλεξανδρινός τών κεριών, εκείνων που φωτίζουν τα δωμάτια τής Αλεξάνδρειας σαν εξωφρενικό όνειρο, απολογείται μπροστά στο τικ – τακ του επιτραπέζιου ρολογιού: «Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα./Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια», τελειώνει το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη, « Απ’ τες εννιά-».

Ο απολογισμός και πάλι ακούγεται όταν η ηδονή, αυτό το αδάμαστο άλογο, δεν φαίνεται πια. Ξεμακραίνει στον ορίζοντα και το μάτι κρεμιέται πάνω στην κινούμενη εικόνα του. Εκείνο που περισσότερο σού απομένει είναι η σκόνη από τον καλπασμό του. Το καβαφικό παράγγελμα ακούγεται σαν να ξυπνάς από όνειρο, που έχει μείνει στη μέση. Αυτήν τη «σκόνη» προσπαθεί να αρπάξει το καβαφικό -και πάλι- «Θυμήσου, Σώμα…»: «Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,/όχι μόνο τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,/αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα/γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,/κ’ ετρέμανε μες στην φωνή – και κάποιο/ τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε./Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,/μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες/εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,/θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·/πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα».

Καθώς γράφεται αυτό το κείμενο, μπαίνει ο σκηνοθέτης, ακούς τα βήματά του, αλλά δεν τον βλέπεις. Σού απευθύνει το λόγο: «Ποιο είναι το θέμα σου είπες; Ο χρόνος στη λογοτεχνία; Λογοτεχνία και χρόνος; Είναι τίποτα άλλο η λογοτεχνία, παρά ένα κρυφτούλι με τον χρόνο; Ενα κλείσιμο του ματιού και μόνο είναι αρκετό, για ν’ αρχίσει ο χρόνος να βγαίνει από την κρυψώνα του; Φτου ξελευτερία!».

Τρέχω στη βιβλιοθήκη κι αρχίζω να κατεβάζω βιβλία. Η επιστήμη στέκεται αρωγός μου. «Η χρήση τού χρόνου στη λογοτεχνία διαφέρει κατά πολύ από τον πραγματικό χρόνο, το χρόνο δηλαδή που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης».

«Για παράδειγμα, ένα κείμενο μπορεί να μας μεταφέρει χρονικά σε μια άλλη εποχή, που εμείς δεν γνωρίζουμε. Επίσης ο ρυθμός του, δηλαδή η χρονική ακολουθία της πλοκής, δεν ακολουθεί το ρυθμό τού πραγματικού χρόνου. Ετσι, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τους ήρωες να γεννιούνται, να μεγαλώνουν και να γερνάνε στο διάστημα λίγων σελίδων. Γι’ αυτό καλό θα ήταν να διαχωρίσουμε το χρόνο σε εξωκειμενικό (πραγματικό) και ενδοκειμενικό (χρόνο τού κειμένου)».

«Το καινούριο μας τραβάει, γιατί η ψευτιά γλήγορα παλιώνει. Μόνο το σωστό είναι αγήραστο, γιατί κρύβει μέσα του το περασμένο και το μέλλον. Αληθινά εβάλαμε το ταπεινό βασίλειο του ατόμου ψηλότερα από το αιώνιο του ανθρώπου. Και με τούτες τις πράξεις μας άλλο δεν καταφέρνουμε παρά να μακραίνουμε από κοντά μας την ώρα που θα μας έφερνε ό,τι η αρχιτεκτονική ίσως περισσότερο από τις άλλες τέχνες μπορεί να δώσει: Την ποίηση στην καθημερινή μας ζωή». Τι είναι αυτό το απόσπασμα; Λογοτεχνία; «Μόνο το σωστό είναι αγήραστο, γιατί κρύβει μέσα του το περασμένο και το μέλλον», επαναλαμβάνω σαν υπνωτισμένος. Το υπογράφει, το 1925, ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης. Είναι παρμένο από το κείμενό του «Η λαϊκή τέχνη κι εμείς».

«Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ώστε δεν πρόφταινα ν’ αναλογιστώ: "Με παίρνει ο ύπνος"», αρχίζει το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ. «Ο αφηγητής ήρωας αναρωτιέται ποιος είναι και πού βρίσκεται, καθώς αφυπνίζεται με κόπο. Προσπαθεί να αναπλάσει τη ζωή του με την ανάμνηση δωματίων και σπιτιών που γνώρισε παλαιότερα», περιγράφει δόκιμος Ελληνας συγγραφέας το προυστικό στόρι. Αφύπνιση, ανάπλαση, ανάμνηση, παρελθόν. Αυτός είναι ο χρόνος; *

Κατηγορίες:πολιτισμός Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: