Αρχική > πολιτισμός > Αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου 1940

Αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου 1940

imageΓη μπολιασμένη με σκάγια και αναμνήσεις

Στα ελληνικά χωριά του Αλβανικού Μετώπου οι μάχες του ’40 δεν ακούγονται σαν παραμύθι. Εκεί, ο πόλεμος ζει ακόμη μέσα από τις διηγήσεις και τα βλέμματα όσων τον γνώρισαν

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ,

ΤΑ ΝΕΑ 28.10.11

 

Φόρεσαν τις μπότες και τις χακί στολές μόλις χάραξε. Ισα που τους διέκρινες από τα παράθυρα της καλύβας, λίγα χιλιόμετρα έξω από τον Παρακάλαμο Ιωαννίνων. Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή σαν να τους είχε ζώσει ο κάμπος με την ανάσα του. Σχεδίαζαν εκεί τις επόμενες κινήσεις. Με τη ρακή να καίει τον λαιμό και τα ρούχα να μυρίζουν κάρβουνο από την ξυλόσομπα. Στα αμάξια τους φυσίγγια. Και σε ξύλινα κλουβιά κυνηγόσκυλα να προσμένουν το πρόσταγμα των αφεντικών τους. Οπως κάθε Σάββατο, θα έψαχναν για αγριογούρουνα σε μια γη μπολιασμένη με σκάγια. Οι πλαγιές και τα δάση της, τα έλη και τα χωράφια της είναι σπαρμένα με απομεινάρια μαχών. Εδώ έστησε ο Ελληνικός Στρατός την πρώτη γραμμή άμυνας το 1940 για να αποκρούσει την επίθεση των Ιταλών.

Σχεδόν μισή ώρα χωρίζει τα χωριά του Αλβανικού Μετώπου από τα Ιωάννινα. Αν δεν χαθεί το βλέμμα σου στο πράσινο τοπίο, θα προσέξεις στα δεξιά σου, πριν από την είσοδο στο Καλπάκι, τη σπηλιά όπου είχε στήσει το στρατηγείο του ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής τότε της VIII Μεραρχίας. Θα δεις το μπρούντζινο άγαλμα του «Μαχητή» που πατάει πάνω σε μαυσωλείο με λείψανα πεσόντων στρατιωτών. Και θα παρατηρήσεις στον γειτονικό Παρακάλαμο τις ελληνικές σημαίες έξω από μαγαζιά, κρεμασμένες από στύλους της ΔΕΗ, να ανεμίζουν εκεί πάνω από μια εβδομάδα. Πέρα από όσα δεις όμως μετράνε αυτά που θα ακούσεις. Ο πόλεμος ζει ακόμα μέσα από τις διηγήσεις και τα βλέμματα όσων τον γνώρισαν. Παλιότερα κάθε σπίτι είχε και από μια μαρτυρία. Εναν συγγενή νεκρό, κάποιον βετεράνο, ή γυναικόπαιδα που μπλέχτηκαν στη δίνη των συγκρούσεων. Εχουν απομείνει όμως λίγοι από δαύτους. Οι περισσότεροι καθηλωμένοι στα κρεβάτια τους. Μπορεί αν σου μιλήσουν σήμερα για πρώτη φορά αύριο να μη σε θυμούνται. Αλλά οι εικόνες του ’40 έχουν αγκιστρωθεί στη μνήμη τους και εύκολα μπορούν να τις ανακαλέσουν.

Ο Βασίλειος Μπισντούλης, 95 ετών σήμερα, κρατάει ακόμα ζωντανές τις αναμνήσεις. Ηταν χειριστής βαρέος πολυβόλου. Κάθε μεσημέρι στο φαγητό, θα πει και μια ιστορία από τις μάχες. Θυμάται ονόματα νεκρών, ημερομηνίες και τοποθεσίες, ακόμα και τη θεομηνία προπαραμονή του πολέμου. Τότε που διανυκτέρευσε μαζί με άλλους στρατιώτες σε ένα εκκλησάκι με κουκιά, ελιές και λίγο χαλβά για προμήθειες. Τον πόλεμο και τους πρωταγωνιστές του τους κουβαλά ακόμα μαζί του. Μετά από δημοτικές εκλογές είχε πει στον δήμαρχο Πωγωνίου, Κωνσταντίνο Καψάλη: «Αν δεν γίνεις Κατσιμήτρος δεν θα καταφέρεις να διοικήσεις την περιοχή».

Ο Καψάλης γνώρισε τον πόλεμο μέσα από το παιχνίδι. Στη δεκαετία του ’60 έβρισκε μαζί με άλλα παιδιά σφαίρες στα χωράφια και έπαιζαν με αυτές. Θυμάται δύο περιπτώσεις χωριανών του που τραυματίστηκαν από χειροβομβίδες. Ενας έχασε το μάτι του. Αλλος το χέρι του. Στο γραφείο του στο δημαρχείο έχει κρεμάσει μια ζωγραφιά ενός δασκάλου του χωριού. Εικονίζεται η Παναγία Σκέπη που γιορτάζει στις 28 Οκτωβρίου, ένας τσολιάς, μια χαροκαμένη μάνα και μαζί με τον Κατσιμήτρο ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Μαυρογιάννης και ο αντισυνταγματάρχης Χαρίλαος Δρίβας. «Ξυπνάς σε αυτό το μέρος και το μυαλό σου πάει στον πόλεμο. Δεν γίνεται αλλιώς», λέει ο δήμαρχος. Δυο αυλές όμως μακριά από το σπίτι του βετεράνου Μπισντούλη, στον Παρακάλαμο, ζει ένα ζευγάρι συνταξιούχων που παρατηρεί ότι όσο λιγοστεύουν οι φωνές από το ’40, συρρικνώνονται και οι αναμνήσεις. «Νιώθουμε περήφανοι για τον τόπο μας, αλλά τα παιδιά δεν μιλούν πλέον για τα παλιά», λέει ο Γιώργος Μήτσης. Εχει βρει ένα σκουριασμένο κράνος από το Β΄ Παγκόσμιο και το έχει καρφώσει στο σπιτάκι του σκύλου του. Στο πολεμικό μουσείο που βρίσκεται λιγότερο από δέκα χιλιόμετρα μακριά δεν έτυχε να πάει. «Ούτε τα εγγόνια μας το έχουν επισκεφτεί», λέει.

Ο πόλεμος και η κρίση

Στις προθήκες του μουσείου στο Καλπάκι φαίνεται η διαφορά δυνάμεων ανάμεσα σε Ιταλούς και Ελληνες. Τα όπλα των πρώτων ήταν αυτόματα. Τα ελληνικά ήταν ήδη παλιά και δύσχρηστα. Ενα από τα ελληνικά οπλοπολυβόλα ήταν υδρόψυκτο και όταν ζεσταινόταν οι στρατιώτες έριχναν νερό ή χιόνι σε μια οπή. Αν δεν είχαν τίποτα από τα δύο χρησιμοποιούσαν τα ούρα τους. Αυτό τους στοίχιζε σε χρόνο. Τα αντίστοιχα ιταλικά ήταν αερόψυκτα. Ο πόλεμος με την Ιταλία ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου 1940 με την επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου, που απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού από την ελληνοαλβανική μεθόριο. Διήρκεσε μέχρι τις 23 Απριλίου 1941. Οι Ιταλοί υποτίμησαν τον αντίπαλό τους. Ο δύσκολος καιρός, τα δύσβατα εδάφη και η σθεναρή αντίσταση των ντόπιων στρατιωτών που πέρα από τη χώρα υπερασπίζονταν και τα σπίτια τους, έπληξε την εκστρατεία τους. Οπως σημειώνει και ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, «με την αποτυχία της η Ιταλία ανάγκασε τη Γερμανία να αναλάβει τη λύση του προβλήματος χάνοντας πολύτιμο χρόνο στην εκστρατεία της κατά της ΕΣΣΔ».

 

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΙΣΝΤΟΥΛΗΣ
«Στον πόλεμο δεν έχει απεργίες»

Ο χρόνος έχει αφήσει τα σημάδια του σε βαθιές ρυτίδες και στη θολή, θλιμμένη ματιά του. Αλλά δεν έσβησε τις μνήμες. Οσες δεκαετίες κι αν πέρασαν ο Βασίλης Μπισντούλης θυμάται ακόμα τα χαρακώματα, την πείνα και τις σφαίρες. Είναι 95 ετών και ζει στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων. Ο τελευταίος επιζών στο χωριό του που πολέμησε εναντίον των Ιταλών το 1940. «Εκείνοι είχαν αεροπλάνα και τεθωρακισμένα, αλλά ο δικός μας στρατός πειθαρχούσε. Είχε ψυχή. Ξέρεις τι τρώγαμε; Φακή και περπατούσε το μαμούνι πάνω στο καζάνι. Οταν μας επισκέφτηκε ένας συνταγματάρχης μας είπε: »Βρε παιδιά, εσείς δεν είστε για πόλεμο. Ας σας αφήσουμε πίσω κι ας δούμε τι θα γίνει». Και του λέει ένας αξιωματικός: »Τα παιδιά είναι ντόπια, θέλουν να πολεμήσουν»», θυμάται. Οταν αργότερα παραδόθηκαν στον λόχο του ιταλοί στρατιώτες, ξαφνιάστηκε με το παρουσιαστικό τους. «Δεν ήταν για πόλεμο αυτοί. Καλοντυμένοι, καλοθρεμμένοι. Δεν υπήρχε ένας που να μην έχει κουκούλα, κασκόλ, γάντια, ρολόγια». Οι διηγήσεις του είναι φορτισμένες. Το βλέπεις στη γροθιά που σφίγγει. Το ακούς στη φωνή που δυναμώνει καθώς περιγράφει μάχες. «Είναι σκληρός ο πόλεμος», λέει και ξέρει πως δύσκολα οι νέοι κατανοούν όσα έζησε ο ίδιος. «Ηταν μία το μεσημέρι όταν ο κλητήρας του χωριού ανακοίνωσε την επιστράτευση. Κλάψτε μάνες, κλάψτε παιδιά, κλάψτε πατεράδες. Εγώ ήμουν στα βαριά πολυβόλα. Ηθελες δεν ήθελες να πολεμήσεις δεν μπορούσες να αρνηθείς», λέει. Ο λόχος του ήταν ο πρώτος που μπήκε στην Αλβανία. «Οχι γιατί ήμασταν παλικάρια, αλλά γιατί βρισκόμασταν πιο κοντά στα σύνορα», εξηγεί. «Φτάσαμε στην Αλβανία και ήμασταν τέσσερις μέρες νηστικοί». Ούτε νερό; «ΤΙΠΟΤΑ», φωνάζει με όση δύναμη κρύβει ακόμη μέσα του. «Πρέπει να αντέξεις. Οσο μπορείς», προσθέτει. «Στον πόλεμο δεν έχει απεργίες».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΑΧΑΡΗΣ
«Ζήσαμε την πείνα και την ξυπολησιά»

Η πρόβα στο δημοτικό σχολείο Καλπακίου για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου διακόπτεται όταν ο Βασίλης Ζαχάρης μπαίνει στην αίθουσα. Τα παιδιά μαζεύονται ολόγυρά του. Φορά τραγιάσκα, στρόγγυλα γυαλιά και το στόμα του το κρύβει ένα παχύ, λευκό μουστάκι. Εδώ και οκτώ χρόνια είναι ο παραμυθάς του χωριού. Τέτοιες μέρες διηγείται στους μαθητές ιστορίες από τον πόλεμο του ’40. «Ημουν και εγώ τότε σαν κι εσάς, στην ηλικία σας», τους λέει. «Ηταν δύσκολα χρόνια εκείνα. Εμείς ζήσαμε την πείνα και την ξυπολησιά. Μαζεύαμε ρούχα και χλαίνες που είχαν αφήσει οι στρατιώτες πίσω τους. Θυμάμαι κόσμο να ψάχνει τους νεκρούς Ιταλούς. Κόβαμε τα λάστιχα από τα οχήματά τους για να φτιάξουμε παπούτσια και μένα μου έραψαν πασχαλιάτικο κοστούμι από ιταλικό αντίσκηνο». Τότε ζούσε στον Ελαφότοπο. Σήμερα κατοικεί στο Καλπάκι. Από το σπίτι του βλέπει τον «Μαχητή». Ενα μπρούντζινο άγαλμα ύψους πέντε μέτρων, κάτω από τα πόδια του οποίου βρίσκονται 174 κουτιά με λείψανα νεκρών στρατιωτών. Από εκεί φαίνεται το ύψωμα Γκραμπάλα όπου έγιναν κρίσιμες μάχες ανάμεσα σε Ελληνες και Ιταλούς. Δείχνει τις κορυφές, μιλά για τις συγκρούσεις και απαγγέλλει ένα τραγούδι που έγραψε στον πόλεμο ένας ξάδελφος της συζύγου του για τη δική του αγαπημένη: «Φεύγω για τον πόλεμο γλυκιά μου και για τα σγουρά σου τα μαλλιά/ και αν της μοίρας μου είναι γραμμένο κούκλα μου να μη σε ξαναδώ/ το στερνό φιλί θα ‘ναι δοσμένο εις την μπούκλα εκείνης που αγαπώ/ κάτω απ’ το σκοτάδι μου τον τάφο θα ‘ρχονται δυο μάτια γαλανά/ και θα κλαίν’ για μένανε του κάκου για χαμένα όνειρα γλυκά».

ΕΥΑΝΘΙΑ ΔΕΔΕ
«Ιστορική μέρα όταν ήρθαν οι Ελληνες»

Σπάνια αποχωρίζεται το κρεβάτι της η Ευανθία Δέδε. Ζυγώνει τα 100. Η μεγαλύτερη του χωριού της. Εζησε για αρκετά χρόνια στα Ιωάννινα και μόλις διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο οι συγγενείς την έφεραν στο πατρικό της, στη Δερβιτσάνη της Αλβανίας, για να πεθάνει στα χώματά της. Εχει περάσει μια δεκαετία όμως και τα σημάδια της νόσου δεν την έκαμψαν. «Αντί να τη φάει ο καρκίνος τον έφαγε αυτή», λένε οι συγγενείς της. Στο σπίτι της αυτές τις μέρες έχουν μπει μάστορες. Δεν θυμίζει άλλο το κτίσμα που είχε φιλοξενήσει, όπως λέει η κ. Δέδε, τον Γεώργιο Ράλλη το 1941. Ο Γ. Ράλλης, μετέπειτα πολιτικός και πρωθυπουργός της Ελλάδας, υπηρέτησε το 1940 στη Σχολή Εφέδρων του Ιππικού στη Λάρισα και αργότερα βρέθηκε στο αλβανικό μέτωπο. «Τον είχαμε εξυπηρετήσει», λέει η κ. Δέδε. «Είχαμε μια καλή κάμαρα για μουσαφιραίους και τον είχαμε βάλει εκεί. Του δίναμε αυγό και γάλα. Ηταν καλός άνθρωπος». Θυμάται τις γιορτές όταν είχε μπει ο Ελληνικός Στρατός στο χωριό της. Τις μουσικές και τους χορούς στο κεντρικό καφενείο. «Τη θυμάμαι μέχρι σήμερα. Ηταν ιστορική μέρα», λέει. Δύσκολα θα βρεις άνθρωπο στα μέρη της που να μη μιλάει ελληνικά. Στην εκκλησία του χωριού κυμάτιζε η ελληνική σημαία για μέρες μέχρι να την αντιληφθούν οι Ιταλοί και να την κατεβάσουν. Στο πατάρι του ναού μικρά παιδιά τη φυλούσαν ευλαβικά για να μη καταστραφεί. Πέρα από αυτές τις σκηνές η Ευανθία Δέδε δεν θυμάται περισσότερα. Για τον πόλεμο δεν έχει να πει πολλά. «Τι να σου πει μια γυναίκα για αυτά. Εγώ τότε κοίταζα το σπίτι μου», λέει.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΜΑΣΣΙΟΣ

«Ακούγαμε τα κανόνια να βαράνε»

Ηταν παιδί όταν οι Ιταλοί μπήκαν στο χωριό του, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τα σύνορα με την Ελλάδα. Στη Δερβιτσάνη έστησαν το αρχηγείο του μετώπου πρώτα οι Ιταλοί και αργότερα οι Ελληνες. Από τους πρώτους ο Μιχάλης Μάσσιος θυμάται τα συσσίτια. «Ημασταν φτωχοί. Πηγαίναμε και μας έδιναν από μια κουτάλα μακαρονάδα», λέει. Από τους δεύτερους, θυμάται τις φωνές όταν τα παιδιά του χωριού δεν έτρεχαν να κρυφτούν για να μη δίνουν στόχο στα ιταλικά βομβαρδιστικά. «Ακούγαμε τα κανόνια να βαράνε στο Τεπελένι και βλέπαμε τις λάμψεις», λέει. Ως δάσκαλος του χωριού – συνταξιούχος σήμερα – γύρισε την περιοχή και συνέλεξε μαρτυρίες. Μπορεί να ήταν μόλις έξι ετών το ’40, αλλά έχει σήμερα να διηγηθεί πολλές ιστορίες από το μέτωπο. «Μου έχουν πει για έναν έλληνα υπασπιστή που ζήτησε σε ανώτερό του να του επιτρέψει να πάει στο μέτωπο. »Μέτωπο είναι και εδώ» του είπε ο αξιωματικός. »Οχι» απαντά ο στρατιώτης. »Η μάνα μου μ’ έστειλε να πολεμήσω». Κάποια μέρα φεύγει μόνος του, χωρίς άδεια. Γυρίζει έπειτα από δέκα μέρες, βρώμικος και κουρελιάρης. Ηλίας ήταν το όνομά του. Μη ρωτάς επώνυμο. »Πήγα και εκτέλεσα την εντολή της μάνας μου γιατί μου είχε πει να πολεμήσω τους Ιταλούς. Τώρα ήρθα να υποστώ τις συνέπειες, να με δικάσετε» είπε. Τελικά δεν τον τιμώρησαν», λέει ο συνταξιούχος δάσκαλος και βουρκώνει. Τόσα χρόνια αυτές οι ιστορίες έχουν γίνει δικές του. Τις ανακαλεί ξανά και ξανά και καμαρώνει, όπως λέει, στη γιορτή που κάνουν τα παιδιά του δημοτικού σχολείου στο θέατρο του χωριού. Εκεί, πάνω από τη σκηνή διαβάζεις την επιγραφή: «Γλώσσα μητρική μου. Γλώσσα ελληνική».

Τα σημάδια δεν έχουν σβήσει
Στα χωριά της Βόρειας Ηπείρου κατά τα χρόνια της πείνας ο πόλεμος έφερνε 
ευκαιρίες

Η ευθεία που οδηγεί στο χωριό Βουλιαράτες, λίγο μετά τα ελληνοαλβανικά σύνορα, μοιάζει ατέλειωτη. Διασχίζει μια ξερή γη που εδώ και χρόνια μαραζώνει στη λήθη. Οι ντόπιοι προτιμούν τα μποστάνια στις αυλές από τα χωράφια. Είναι πιο οικονομικό. Μόλις πατήσεις στο χωριό ο δρόμος σκάει. Παρατημένος κι αυτός όπως και αρκετά σπίτια που με τη μετανάστευση ορφάνεψαν από κατοίκους. Ενα κτίσμα όμως ξεχωρίζει. Τόσο καλοσυντηρημένο που μυρίζεις ακόμα τον ασβέστη. Είναι η εκκλησία της Αγίας Σκέπης στο νεκροταφείο ελλήνων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στο Αλβανικό Μέτωπο το ’40.

«Ο ελληνικός στρατός ήρθε εδώ την 1η Δεκεμβρίου», λέει ο Γιώργος Μπάκος, συντηρητής του νεκροταφείου. «Εγινε μια μάχη στο ύψωμα και χάθηκαν 15 παιδιά. Αργότερα στήθηκε νοσοκομείο και όσοι πέθαιναν θάβονταν εδώ». Οι τάφοι φτάνουν τους 58. Και λείψανα περίπου 150 ανδρών αγνώστου ταυτότητος φυλάσσονται σε οστεοφυλάκια. Ενας από τους νεκρούς σκοτώθηκε από φίλια πυρά, άλλος από βλήμα όλμου. Μέχρι και το 1970 ο χώρος συντηρούνταν από τον Δημήτρη Μπάκο. Δύο χρόνια αργότερα όμως το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας αφαίρεσε τους σταυρούς με τα ονόματα από τους τάφους. Οι χωριανοί κράτησαν την κατάσταση με τα στοιχεία των πεσόντων και το ’99 με τη βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Τιράνων Αναστάσιου έφτιαξαν το μνημείο. Οι τάφοι σήμερα είναι καλυμμένοι με λευκό μάρμαρο που γυαλίζει στον ήλιο. Κάποιοι από αυτούς έχουν φωτογραφίες των στρατιωτών. Σε έναν, την εικόνα του φαντάρου συντροφεύουν δυο βάζα με λουλούδια. Φρέσκα, από πρόσφατη επίσκεψη συγγενών. Στο εκκλησάκι, σε ένα βιβλίο επισκέπτες αφήνουν με το πέρασμά τους και μια αφιέρωση. «Σας ευχαριστούμε. Η θυσία σας ας γίνει παράδειγμα για τα παιδιά της πατρίδας μας», γράφει η Πηνελόπη Νικολάου από την Αλεξανδρούπολη.

Σε αυτούς τους τάφους, αλλά και σκόρπιοι στα γύρω βουνά, είναι θαμμένοι οι μόνοι πολεμιστές της περιοχής. Η Αλβανία είχε επιτρέψει το ’40 στις ιταλικές δυνάμεις να περάσουν από τα εδάφη της και να εγκαταστήσουν εκεί τα στρατηγεία τους. Στο χωριό Δερβιτσάνη μπορείς να δεις ακόμα τα μπούνκερ εκείνης της εποχής. Χορταριασμένα και σκοτεινά συνυπάρχουν με τις κατοικίες του σήμερα. Θα τα ανακαλύψεις σε αυλές σπιτιών, κρυμμένα πίσω από αποθήκες που έστησαν οι ιδιοκτήτες της γης. Τα χρόνια της πείνας ο ερχομός των Ιταλών στα ελληνόφωνα εδάφη της Βόρειας Ηπείρου σήμαινε για τους ντόπιους δουλειές και ευκαιρίες, όπως αργότερα η εμφάνιση των ελλήνων στρατιωτών γινόταν δεκτή σαν απελευθέρωση. Ο Χρήστος Δέδες, 88 ετών σήμερα, μόλις είχε μπει στην εφηβεία όταν οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν στη Δερβιτσάνη. «Πήγα να βρω δουλειά αν και η μάνα μου δεν με άφηνε. Ημασταν όμως στενά. Χρειαζόμουν χρήματα», θυμάται. Οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν ντόπιους για να υψώσουν τον δρόμο και να διαβούν τα άρματά τους. «Κουβαλούσα χαλίκια με κάρα. Με άφησαν τέσσερις μέρες να δουλέψω και μετά με έπαψαν γιατί ήμουν μικρός. Οταν οπισθοχώρησαν όμως οι Ιταλοί και ήρθαν οι Έλληνες δεν θα ξεχάσω τα πανηγύρια. Τι χαρές κάναμε», λέει.

Η αναζήτηση ευκαιριών για κάποιους δεν σταμάτησε δεκαετίες μετά τη λήξη του πολέμου. Ο γιος της 99χρονης Ευανθίας Δέδε, η οποία είχε φιλοξενήσει τον Γεώργιο Ράλλη στο σπίτι της στη Δερβιτσάνη το ’41, βρέθηκε στην Ελλάδα όταν άνοιξαν τα σύνορα τη δεκαετία του ’90 με μια φωτογραφία του νεαρού Ράλλη με τη στρατιωτική περιβολή. Ηλπιζε ότι με αυτή την εικόνα θα έβρισκε δουλειά. Δεν θέλει να μιλήσει για το αν συναντήθηκαν ή αν τον βοήθησε ο πολιτικός. Σήμερα, είναι συνταξιούχος, αλλά συμπληρώνει τις μηνιαίες απολαβές του εργαζόμενος ως νυχτοφύλακας στην Αθήνα. «Δυσκολεύτηκα, αλλά τα κατάφερα», λέει.

«Μας είπαν ότι οι Ελληνες ήταν πάρα πολλοί»
Η παραπλάνηση του στρατηγού

Στις 26, 27 και 28 Οκτωβρίου 1940, η κακοκαιρία ήταν τρομερή στο χιονισμένο μέτωπο της Ηπείρου και της Πίνδου. «Οι δρόμοι, τόσο μπροστά μας όσο και στα μετόπισθεν, ήταν αδιάβατοι από τις καταιγίδες» γράφει ο Πράσκα, «και η ορμή των νερών που γίνονταν χείμαρροι έκανε πολύ επικίνδυνη τη διέλευση η οποία ήταν ήδη δύσκολη αφού είχαν καταστραφεί και οι γέφυρες. Σε αυτές τις συνθήκες ήταν αδύνατο να φτάσουμε εγκαίρως στα προκεχωρημένα φυλάκιά μας στην πρώτη γραμμή».

Οι ιταλικές δυνάμεις που κινητοποιήθηκαν στο πολεμικό μέτωπο έφταναν την 28η Οκτωβρίου τους 100.000 άντρες μοιρασμένους σε 400 λόχους και 8 μεραρχίες. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε μεταδώσει στη Ρώμη ο στρατιωτικός επιτετραμμένος της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα συνταγματάρχης Μοντίνι, είχε καλέσει στα άρματα περί τους 350.000 άντρες. Ο συγκεκριμένος όγκος δυνάμεων του εχθρού ήταν ένα σημαντικό δεδομένο για τον Πράσκα, αλλά ήταν παραφουσκωμένος, όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο του. Οι Ελληνες δεν ήσαν περισσότεροι από 40.000 σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου, γράφει ο Πράσκα έχοντας διασταυρώσει τα στοιχεία αυτά και από ελληνικές πηγές. Οι πληροφορίες που τού έδωσαν από το κέντρο για τις ελληνικές δυνάμεις ήταν με άλλα λόγια παραπλανητικές «για προφανείς λόγους»! Οπως τονίζει ο Πράσκα «δημιουργήθηκε ένας μύθος ότι εμείς μπλεχτήκαμε με επιπολαιότητα σε μια μάχη που θα είχε αβέβαια αποτελέσματα εφόσον είχαμε υποτίθεται να αντιμετωπίσουμε στρατεύματα με μεγάλη αριθμητική υπεροχή. Κι όμως οι ιταλικές δυνάμεις στις 28 Οκτωβρίου 1940 ήσαν διπλάσιες απ’ όσες είχαν παρατάξει οι Ελληνες!».

Στις αρχές Νοεμβρίου ωστόσο οι πολιτικοί και στρατιωτικοί κύκλοι στη Ρώμη βρίσκονταν σε κατάσταση συναγερμού, όχι από την ανησυχητική εξέλιξη του πολέμου αλλά, όπως γράφει ο Πράσκα, από τον φόβο ότι θα τους αποδοθούν ευθύνες για την ελλιπή προετοιμασία των ενισχύσεων και για την αναποτελεσματική και κακά προσανατολισμένη παρέμβαση της Αεροπορίας. Το παράδοξο είναι, σημειώνει, πως το Γενικό Επιτελείο Στρατού αντί να επισπεύσει την αποστολή βοήθειας προκειμένου να διασφαλιστεί η ιταλική υπεροχή που υπήρχε στο μέτωπο, «επιβράδυνε στο έπακρο και ανέστειλε την αποστολή ενισχύσεων στην Αλβανία . (…) Ο Οκτώβριος ήταν εκείνος ακριβώς ο μήνας που έφτασε ο μικρότερος αριθμός ατμακάτων στην Αλβανία. Τον Οκτώβριο 46, τον Νοέμβριο 262, τον Δεκέμβριο 301, τον Ιανουάριο 396, τον Φεβρουάριο 324, τον Μάρτιο 481, τον Απρίλιο 364. Αρα, όταν υπήρξε η βούληση, υπήρξε και η δυνατότητα να πολλαπλασιαστεί επί δέκα η ικανότητα μεταφοράς ανθρώπινου δυναμικού, εφοδίων όσο και η δύναμη πυρός».

Η τύχη του Πράσκα είχε κριθεί σε λίγες μέρες. Θα γινόταν ο αποδιοπομπαίος τράγος της αποτυχημένης ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα, η οποία έμελλε να αποκρούσει και την «εαρινή επίθεση» των Ιταλών. Η συνέχεια είναι γνωστή. Ακόμα και με τον Μουσολίνι στο πεδίο της μάχης ώς τις 21 Μαρτίου του 1941, το φασιστικό καθεστώς δεν θα καταφέρει να κρατήσει το κύρος του, οπότε τη διαχείριση των μετώπων θα αναλάβει η Γερμανία, και στις 5 Απριλίου οι γερμανικές φάλαγγες θα εισβάλουν στα Βαλκάνια. Στις 31 Μαΐου 1941 το τελευταίο κομμάτι ελληνικού εδάφους, η Κρήτη, θα πέσει κι αυτή στα χέρια των Γερμανών.

Στρατός σε διάλυση

Κωλυσιεργίες από τον στρατάρχη

Ο πόλεμος εναντίον της Ελλάδας ήταν κρίσιμος, σημειώνει ο Πράσκα, και επειδή μπορούσε να προκαλέσει «επιπλοκές σε άλλα βαλκανικά ή ιταλικά σύνορα». Κι όμως εκείνες ακριβώς τις ημέρες, στις 15 Οκτωβρίου που ο Μουσολίνι πήρε την απόφαση, το Γενικό Επιτελείο Στρατού διέταζε την αποστράτευση αρκετών κλάσεων, τον αφοπλισμό τους και τη μετακίνησή τους σε ειρηνικές ζώνες! Ετσι, όταν χρειάστηκαν στο μέτωπο τόσο οι προγραμματισμένες όσο και οι έκτακτες ενισχύσεις, «ο ιταλικός Στρατός βρισκόταν σε πλήρη διάλυση και δεν ήταν δυνατόν να αποστείλει βοήθεια».

Ο αφοπλισμός του Στρατού δεν θα μπορούσε ωστόσο να προχωρήσει χωρίς την έγκριση του στρατάρχη Μπαντόλιο, σημειώνει ο Πράσκα. Και αναρωτιέται: «Πώς και δεν αντιτάχθηκε ο Μπαντόλιο σε μια τέτοια αναδίπλωση που στερούσε από τις εμπόλεμες μονάδες την δυνατότητα να λάβουν βοήθεια, ενώ υπήρχε επιπλέον ο φόβος επιπλοκών σε άλλα θέατρα πολέμου; Και εάν υποτεθεί ότι ο αρχηγός της κυβέρνησης, ο Μπενίτο Μουσολίνι, επέβαλε αυτή την παράλογη αναδίπλωση για λόγους κοινωνικούς, ο στρατάρχης δεν θα έπρεπε άραγε να υποβάλει την παραίτησή του;». Μετά από αυτό, ο Πράσκα προχωράει επιρρίπτοντας την ευθύνη στον Μπαντόλιο. «Για ακόμη μια φορά», γράφει, «αποδεικνύεται η υπονομευτική στάση του Μπαντόλιο που επηρέασε άμεσα την κακή μας μοίρα. Ο Μπαντόλιο προκαλούσε καθυστερήσεις στην προετοιμασία των επιχειρήσεων με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να εμποδίσει τον πόλεμο. Αλλά δεν είχε τον απαραίτητο δυναμισμό για να αντιταχθεί αποφασιστικά στις φιλοπόλεμες προθέσεις του Μουσολίνι».

«Στρατιώτες με φούστες και μπάσταρδοι ψευτόγατοι»

imageΠώς η ιταλοφασιστική προπαγάνδα επιχειρούσε να απαξιώσει τους έλληνες πολεμιστές

Του Δημήτρη Ε. Φιλιππή

Από τις αρχές του περασμένου αιώνα, όλες οι ένοπλες συγκρούσεις ήταν και πόλεμοι προπαγάνδας. Μετά την εισβολή κατά της Ελλάδας στο Μέτωπο της Αλβανίας, η ιταλική πλευρά επιχείρησε να απαξιώσει τους Ελληνες ως «ψεύτες, απολίτιστους, ύπουλους και πεινασμένους» και, στο σύνολό τους, τον ελληνικό λαό και την ηγεσία του ως «υποχείρια των χοντρών αγγλόφιλων κεφαλαιούχων της Αθήνας», ενώ ο Μεταξάς, «αθεράπευτα αγγλόφιλος και γερμανόφιλος», χαρακτηριζόταν «ψευδοφασίστας». «Ψευδοφασιστικές» και «φιλοναζιστικές» θεωρούνταν από τους Ιταλούς και οι διάφορες ακραίες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις. Μια θορυβώδεις πορεία στην Αθήνα, που είχε οργανώσει η ΕΕΕ (Εθνική Ενωσις «Ελλάς»), ίσως η πιο σοβαρή ελληνική φασιστική οργάνωση, για να εορτάσει μια επέτειο της πορείας του Μουσολίνι στη Ρώμη, λοιδορήθηκε και από τους Ιταλούς και από άλλους ξένους διπλωμάτες.

Τις παραμονές του πολέμου, πάντως, η υποτιμητική απεικόνιση του Σώματος των Ελλήνων Ευζώνων με την «αμφιλεγόμενη» αμφίεση αποτέλεσε πρόσφορο θέμα για την ιταλοφασιστική προπαγάνδα, που φρόντισε να «παίξει» στις εφημερίδες τη γελοιογραφία της ταύτισης του ευζώνου και του σκωτσέζου στρατιώτη: αμφότεροι, εξαιτίας της παρόμοιας γυναικείας αμφίεσης, παρέπεμπαν στη θηλυπρέπεια και, μέσω αυτής, στη δειλία της ελληνοβρετανικής συμμαχίας.

Η ιταλική προπαγάνδα συντονίστηκε με πολλούς τρόπους. Ουσιαστικό ρόλο έπαιξαν η προπολεμική ελληνόφωνη ραδιοφωνική εκπομπή του ραδιοφώνου του Μπάρι και η επιθεώρηση που εξέδιδε και αργότερα η κατοχική ιταλοφασιστική εφημερίδα «Κουαδρίβιο». Η προπαγάνδα αυτή είχε στηριχθεί σε υποτιμητικά σκληρά στερεότυπα για τους Ελληνες, στερεότυπα που είχαν καλλιεργηθεί καθ’ όλον τον Μεσοπόλεμο: «νόθους και βάρβαρους απόγονους της παλαιάς και μεγάλης Ελλάδος» αποκαλούσε τους Ελληνες, το 1922, έπ’ ευκαιρία της Μικρασιατικής Καταστροφής, επίσημη οργάνωση του ιταλικού φασιστικού κόμματος, που ήταν τότε… αξιωματική αντιπολίτευση, ενώ «ποταπούς λεβαντίνους μπαστάρδους» αποκαλούσε πάλι τους Ελληνες, τις ημέρες της ιταλικής επίθεσης, ο συγγραφέας Κούρτσιο Μαλαπάρτε στην εφημερίδα «Corriere della sera». Ακόμη, «ψεύτες, όπως οι γάτοι» αποκαλούνταν οι Ελληνες και στα προπαγανδιστικά επιστολικά δελτάρια που εξέδιδε το ιταλικό υπουργείο Λαϊκής Κουλτούρας.

Αν στο Μέτωπο ανατράπηκαν μία φορά αυτά τα κλισέ, στην Κατοχή ανατράπηκαν μία δεύτερη. «Οσο προχωρούσε η Κατοχή, γράφει αξιόπιστος αυτόπτης μάρτυρας, ο κρυφός θαυμασμός των Ελλήνων για τη γερμανική πειθαρχία έγινε γρήγορα αποστροφή που εκφραζόταν χαμηλόφωνα (…), καθώς οι Ελληνες θεωρούσαν τους Γερμανούς κλέφτες γιατί τους έβλεπαν να αρπάζουν ο, τι έβρισκαν, όχι μόνο τα χωράφια, αλλά και τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτήρια και τις αποθήκες. Ολα ταξίδευαν για τη Γερμανία: όχι μόνο τα τρόφιμα, αλλά και τα κινητά περιουσιακά στοιχεία…» . Το απόσπασμα, διά χειρός του Πάπα Ιωάννη ΚΓ’, κατά κόσμον Αντζελο Τζουζέπε Ρονκλάλι, τότε αποστολικού βικάριου της Αγίας Εδρας σε Ελλάδα και Τουρκία.

Ο Δημήτρης Ε. Φιλιππής διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού

Είχαν ήδη ετοιμάσει ένα άλογο για να παρελάσει ο Ντούτσε…

imageΗ ιταλική επίθεση στην Ελλάδα υπονομεύτηκε από την ίδια την ιταλική στρατιωτική ηγεσία. Αυτή είναι η άποψη του στρατηγού Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα που τον Οκτώβριο του 1940 υπήρξε ο πρώτος επικεφαλής της ιταλικής επίθεσης στο Αλβανικό Μέτωπο, και βίωσε στο πετσί του τις αμφιταλαντεύσεις της ιταλικής Υψηλής Διοίκησης και τη σύγχυση του Μουσολίνι

Μικέλα Χαρτουλάρη

Ηταν τέλη Μαΐου του 1940, όταν ο Βισκόντι Πράσκα κλήθηκε στη Ρώμη από τον Μουσολίνι προκειμένου να του ανατεθεί η διοίκηση των μονάδων της Αλβανίας, σε αντικατάσταση του στρατηγού Κάρλο Τζελόζο. Τον συνόδευε ο υφυπουργός Πολέμου Ουμπάλντο Σοντού και μαζί πήγαν στο Παλάτσο Βενέτσια για να συναντήσει τον Ντούτσε. «Ο Μουσολίνι μού φάνηκε γερασμένος, αδυνατισμένος, με το δέρμα κίτρινο και ρυτιδιασμένο, και μιλούσε χωρίς ειρμό. Δεν έκανε μια συζήτηση αλλά μάλλον έναν μονόλογο. Το αριστερό του μάτι, γουρλωμένο, έμοιαζε να έχει βγει απ’ την κόγχη του. Με ρώτησε αν ήθελα να πάω στην Αλβανία (που εκείνη την εποχή λειτουργούσε σαν φέουδο της Ιταλίας). Απάντησα, «βεβαίως». Οι Αλβανοί μού ήσαν ανέκαθεν αρκετά πιστοί…».

Εξι μήνες αργότερα, μετά την πανωλεθρία των ιταλικών δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο, ο Πράσκα (1883-1961) θα θυσιαστεί από την Υψηλή Διοίκηση (Alto Comando) προκειμένου να σωθεί το γόητρο του Μουσολίνι, και θα αντικατασταθεί εσπευσμένα στις 9 Νοεμβρίου από τον Πιέτρο Μπαντόλιο. Στρατιωτικός καριέρας με αριστοκρατική καταγωγή, θα κρατήσει το στόμα του κλειστό εκείνη την εποχή, μάλιστα θα ξαναφύγει εθελοντικά στο μέτωπο το 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (και την ένταξη της νέας αντιφασιστικής κυβέρνησης στο πλευρό των Συμμάχων) για να πολεμήσει αυτή τη φορά ως «εξηντάρης παρτιζάνος εναντίον του αγαπημένου μου εχθρού: των Γερμανών». Οι Γερμανοί θα τον συλλάβουν, θα τον καταδικάσουν σε θάνατο, θα τον φυλακίσουν, αλλά εκείνος θα καταφέρει να δραπετεύσει, θα ενωθεί με τη ρωσική εμπροσθοφυλακή και θα ζήσει από την πρώτη γραμμή την νίκη «εναντίον των προαιώνιων εχθρών μας». Με την επιστροφή του στην Ιταλία όμως, και προκειμένου να αποκαταστήσει το γόητρό του, θα αποφασίσει στα 63 του να καταθέσει την δική του εκδοχή για την ιταλική ήττα, στο βιβλίο του «Io ho aggredito la Grecia» («Εγώ επιτέθηκα στην Ελλάδα», 1946), απ’ όπου δημοσιεύουμε σήμερα χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Βασισμένος σε πλήθος ντοκουμέντα, ο Πράσκα εξηγεί το φιάσκο της Ιταλίας σε αυτό που η ελληνική παραδοσιακή ιστοριογραφία ονομάζει Αλβανικό Επος, επιμένοντας ότι οι μονάδες που ανέλαβαν την επίθεση εναντίον της Ελλάδας αφέθηκαν αβοήθητες: χωρίς τον απαραίτητο όγκο πολεμικών ενισχύσεων, χωρίς την ουσιαστική παρέμβαση της Αεροπορίας, χωρίς την αναμενόμενη προστασία από τη θάλασσα αφού απέτυχε η αποβατική επιχείρηση στην Κέρκυρα.

Οι ιταλικές δυνάμεις, λέει, θα είχαν πολλές πιθανότητες να νικήσουν αν δεν τους έκοβαν τις φλέβες. Γιατί συνέβη αυτό; Η πιο καλόπιστη από τις εκδοχές που δίνει ο Πράσκα είναι η ελλιπής προετοιμασία των επιχειρήσεων στην Ιταλία, που οφειλόταν στην αυταπάτη της Υψηλής Διοίκησης ότι αυτός ο πόλεμος θα μπορούσε να αποφευχθεί – κάτι που εξηγεί γιατί η επιστράτευση των ιταλικών δυνάμεων δεν έγινε παρά στις 15 Οκτωβρίου, ημέρα που αποφασίστηκε ο πόλεμος. Οταν λοιπόν μετά από πάμπολλες αναβολές ο Μουσολίνι πήρε τη σχετική απόφαση, κανένας από την Υψηλή Διοίκηση δεν είχε το κουράγιο να του φέρει αντίρρηση και να αποκαλύψει ότι ο Στρατός του δεν ήταν έτοιμος.

Εκείνο που δεν αναφέρει ο Πράσκα είναι ότι κι αυτός, όπως πλήθος ιταλοί αξιωματικοί, υποστήριζε ότι η φασιστική ιδεολογία θα ήταν κίνητρο ικανό να θεραπεύσει τις όποιες ανεπάρκειες στην προετοιμασία της επιχείρησης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι αντίπαλοί του, Βρετανοί, τον χαρακτήριζαν ματαιόδοξο, με υπερβολική αυτοπεποίθηση, σαν ήρωα οπερέτας. Ο ίδιος ωστόσο υπονοεί στο βιβλίο του ότι τον σαμποτάρισαν: «Αν μου ζητούσαν να αποτιμήσω την τακτική και τη στρατηγική μας τον Οκτώβριο του ’40 δεν θα άλλαζα τίποτα στις επιχειρήσεις που προγραμματίζαμε εναντίον αυτού του εχθρού που μας πολέμησε τίμια. Αλλά προτού κάνω ένα βήμα επίθεσης θα είχα εξασφαλίσει τους στρατιώτες μου, έτσι ώστε η θυσία σε αίμα και πόνο που τους επιβλήθηκε να μην είναι μάταιη εξαιτίας σκοτεινών και δόλιων καταστάσεων στα μετόπισθεν. Ακριβώς αυτό όμως συνέβη τελικά τον Οκτώβριο του 1940, όταν επιτεθήκαμε στην Ελλάδα».

Στις 27 Οκτωβρίου, ο Πράσκα ήταν στον σταθμό διοικήσεως της Στρατιάς, στη Λιμποχόβα, και την επομένη στη Δερβιτσάνη. Οι Ιταλοί είχαν σίγουρη τη νίκη και ο Ντούτσε είχε μεταφερθεί στην Γκροτάλιε «με μια μικρή συνοδεία αυλικών». Σε τόνο ελαφρά ειρωνικό, ο Πράσκα σημειώνει: «Ο Μουσολίνι δεν είχε μόνον την ανυπομονησία ενός αρχηγού της κυβέρνησης που είχε ριχτεί σε μια περιπέτεια. Είχε και την ανυπομονησία ενός μάχιμου δημοσιογράφου του οποίου οι ιδέες πραγματώνονται με τη μορφή τίτλων σε πρωτοσέλιδα, και λαχταρά να δημοσιεύσει μια εντυπωσιακή είδηση. Είχε λοιπόν εγκατασταθεί σε απόσταση πτήσης μιας ώρας από τα Τίρανα, έτοιμος να σπεύσει στην Αλβανία με την αναγγελία της πρώτης επιτυχίας. Μου είπαν μάλιστα ότι τού είχαν έτοιμο ένα άσπρο άλογο για τη θριαμβευτική παρέλασή του, αλλά αυτή η πληροφορία μπορεί να είναι και για καλαμπούρι…».

Αποτέλεσμα εικόνας για 28 οκτωβρίου


Κατηγορίες:πολιτισμός Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: