Αρχική > πολιτισμός > Κείμενα του Δ. Μαρωνίτη Οκτώβριος 2011

Κείμενα του Δ. Μαρωνίτη Οκτώβριος 2011

clip_image001Αφιερώσεις και αφιερώµατα

ΤΟ ΒΗΜΑ 16.10.11

Το ‘φερε η χρονιά. Από τη µια µεριά η τρόικα, που
µας έχει αλλάξει τον αδόξαστο, καταρρακώνοντας το περιβόητο ελληνικό φιλότιµο, που έχει υποστεί στο µεταξύ ανεξέλεγκτη υποτίµηση, στο όριο ολικής χρεοκοπίας. Από την άλλη η αφιερωτική µας
προσφυγή σε τρεις µεγάλους συγγραφείς, σηµαδεµένους από το 1911.

Γενέθλιο έτος για τον Ελύτη και τον Τσίρκα, θανάσιµο για τον Παπαδιαµάντη µε σήµα ανάγνωσης και αναγνώρισης τα εκατό χρόνια, στη ροή των οποίων και τι δεν είδανε τα µάτια µας, που λέει ο λόγος: Βαλκανικές νίκες που τις σφράγισε σε δέκα χρόνια η µικρασιατική καταστροφή τον Βενιζέλο να τον διαδέχεται ο Πάγκαλος και ο Μεταξάς· το έπος της Αλβανίας και την ηρωική αντίσταση της Κατοχής να τα αµαυρώνει η εµφύλια σύρραξη, καταλήγοντας στην επτάχρονη δικτατορία τη µεταπολιτευτική ανάσα να την εκµεταλλεύεται η υπεροψία της Αλλαγής τον εκσυγχρονισµό να εκφυλίζεται σε µένος αρχηγικό.

Οπότε, µίζερα έστω, µπορεί κάποιος να πει: σ’ αυτή τη φάση τι τα θέλουµε τα αφιερώµατα και τις αφιερώσεις; Λέξεις, έτσι κι αλλιώς βαριές σε σηµασία και νόηµα, που κατέβηκαν από τα ελληνιστικά χρόνια στις µέρες µας, χάνοντας στο µεταξύ το ιερό απόβαρό τους. Το οποίο έδειχνε άλλοτε έναν τρόπο υπέρβασης της ατοµικής ευτέλειας, φτάνοντας κάποτε ως την αυτοθυσία. Εκτός και αν οι αφιερώσεις και τα αφιερώµατα των ηµερών µας πάνε ν’ αναπληρώσουν αυτό το έλλειµµα πολιτικής αλληλεγγύης – ή να το κουκουλώσουν.

Μπροστά στο τίποτα, θα πείτε, κάτι είναι κι αυτό. Φτάνει να ξέρουµε τι κάνουµε και πώς το κάνουµε, οπότε χρειάζεται κάποιο ψάξιµο η αφιερωτική µας πρακτική. Η οποία, σχολαστικά µοιρασµένη, µπορεί να είναι ιδιωτική ή δηµόσια. Ιδιωτική αφιέρωση πάει να πει: αγοράζω ένα βιβλίο, για να το χαρίσω σ’ ένα φίλο που γιορτάζει, γράφοντας πλάι στο όνοµά του το όνοµά µου. Αν ίσως είναι πόνηµα δικό µου το βιβλίο, η αφιέρωσή µου έχει πρόσθετη αξία. Εκτός και αν λανθάνει κάποια σκοπιµότητα, σε περίπτωση που ο φίλος ασκεί βιβλιοκριτική σε έγκριτη εφηµερίδα ή περιοδικό, οπότε η ιδιωτική αφιέρωση γυρίζει απότοµα σε δηµόσια και η αφιερωτική ανιδιοτέλεια πάει περίπατο.

Υπερβάλλω. Υπάρχουν θα πείτε και συλλογικού τύπου αφιερώσεις και αφιερώµατα, στο πλαίσιο συνεδρίων και συµποσίων, που συνήθως αποτυπώνονται στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (εφηµερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκποµπές), προτού καταλήξουν, αν καταλήξουν, σε µορφή αφιερωτικού τόµου. Καλά και άγια όλα αυτά, αλλά, όπως όλα τα πράγµατα, έχουν και οι δηµόσιες αφιερώσεις τη δική τους παθολογία, αναγνωρίσιµη σε δύο τουλάχιστον συµπτώµατα.

Το πρώτο σύµπτωµα προκύπτει από την παρεξήγηση πως ένα αφιέρωµα σε επώνυµο έργο και συγγραφέα πρέπει να είναι ανεπιφύλακτος έπαινος. Αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, εν µέρει έστω, για αφιερώµατα που τιµούν κάποιον σηµαντικό λογοτέχνη εν ζωή, δεν έχει λόγο στην περίπτωση που ο τιµώµενος από καιρό εξέλιπε, και το έργο του έχει στο µεταξύ µελετηθεί και αξιολογηθεί µε νηφαλιότητα και δικαιοσύνη. Αφήνοντας περιθώριο να ακουστούν, πλάι στον δίκαιο έπαινο, και κάποιες επιφυλακτικές αναθεωρήσεις, που τίθενται βέβαια και αυτές υπό κρίση.
Γιατί αν ισχύει το συνήθως λεγόµενο ότι τα έργα της λογοτεχνίας (και όχι µόνον) αλλάζουν τιµή και αξία µέσα στον χρόνο (άλλοτε προς τα πάνω, κάποτε προς τα κάτω), ωσότου βρουν (αν βρουν) σταθερή θέση στην οικεία τους κλίµακα (που είναι ωστόσο και αυτή κινούµενη), τότε τα κάθε λογής αφιερώµατα οφείλουν να απογράψουν και τις ενδιάµεσες (συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες) αναγνώσεις. Αυτό εξάλλου ισχύει και για κορυφαία έργα της λογοτεχνίας, ακόµη και για τα δύο οµηρικά έπη, που η εκτίµησή τους συνεχώς µεταλλάσσει και ανανεώνεται, όχι αναγκαστικά προς το καλύτερο.

Το δεύτερο σύµπτωµα αφιερωτικής παθολογίας έχει να κάνει µε την αποµονωµένη εκτίµηση του τιµωµένου έργου και συγγραφέα, σε σχέση µε το λογοτεχνικό του περιβάλλον. Για να µείνω στις αφιερώσεις και στα αφιερώµατα της χρονιάς, θεωρείται, κάπου και κάποτε, περίπου αυτονόητο να αξιολογείται ο Παπαδιαµάντης καθ’ εαυτόν µε τρόπο απόλυτο, παραµένοντας λίγο πολύ «ασύγκριτος», τελικώς εκτός τόπου και χρόνου. Πρόκειται προφανώς για µέθοδο ανιστορική, αν όχι ανιστόρητη.
Ετσι όµως αποσιωπάται το διαθέσιµο απόθεµα που υπόκειται σε κάθε αξιόλογο λογοτεχνικό έργο, βάσει του οποίου ελέγχεται η όποια ιδιορρυθµία του (µπορεί και ιδιοφυΐα) σε επίπεδο µύθου, γλώσσας, ύφους και ήθους. Υπάρχουν ευτυχώς και εξαιρέσεις: λόγου χάριν ο µυθολογικός και ιστορικός Καβάφης, αλλά και ο τιµώµενος φέτος Ελύτης, ο οποίος στο κρίσιµο αυτό κεφάλαιο παίζει όντως µε «Ανοιχτά χαρτιά». Θα συνεχίσω.

Σχολείο

Ανταποκρίσεις

ΤΟ ΒΗΜΑ, 23.10.11

Ο όρος «ανταπόκριση» δεν είναι αποκλειστικά δηµοσιογραφικός. Βρέθηκε εκεί «εκ µεταφοράς», µεταφράζοντας τον ξενόγλωσσο όρο «ρεπόρτερ», που σηµαίνει «µεταφορέας». Πέρα ωστόσο από τη µεταφορική της λειτουργία, η ανταπόκριση (θετική, αρνητική, πρόχειρη, δυσεύρετη, ανύπαρκτη) εντοπίζεται και σε άλλα πιο κρίσιµα πεδία. Σίγουρα στη φιλία και στον έρωτα. Προπαντός στην πολιτική και στην οικονοµία, όπου το χάσµα ανάµεσα στα έργα και στα λόγια έγινε πια στα καθ’ ηµάς αγεφύρωτο, παρέα µε το δύσοσµο σκουπιδαριό.

Και µολαταύτα προγραµµατίζεται εκδήλωση (και µάλιστα µεσονύχτια) για την Τετάρτη, γιορτή του Αγίου ∆ηµητρίου, στον «Ιανό», µε την επωνυµία «Ανταποκρίσεις». Η πρόσκληση υπόσχεται διπλή ανταπόκριση: ανάµεσα στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, κι ανάµεσα στον Αίαντα του Σοφοκλή και στον Αίαντα του Ρίτσου. Προτού περάσω ωστόσο στις όποιες εξηγήσεις, θυµίζω όσα έγραφα τις προάλλες, µε αφορµή τις αφιερώσεις και τα αφιερώµατα:

Τα σηµαντικά έργα της λογοτεχνίας (της τέχνης γενικότερα)  δεν ξεφυτρώνουν εκ του µηδενός και δεν σκοπεύουν στην αυτάρεσκη αυτονοµία. Οµολογούν ευθαρσώς τις οφειλές και τις αφορµές τους, από όπου πιάνονται, για να κάνουν το δικό τους βήµα, που µπορεί να είναι και άλµα.
Αυτή την ανταπόκριση ανάµεσα σε παραδειγµατικά κείµενα αναζητεί η εκδήλωση της Τετάρτης, σε ένα πρόγραµµα που µοιράζεται στα δύο, συνδυάζει παρλάτα και ανάγνωση, διαθέτει πρόλογο και επίλογο, και υποστηρίζεται µε µουσική του Νίκου Ξυδάκη – πνευστά ο ∆ηµήτρης Χουντής.

Στο πρώτο µέρος ακούγεται (σε µετάφραση) η αρχή από την εικοστή τρίτη ραψωδία της Ιλιάδας , που φαίνεται να τη ζήλεψε ο ποιητής της Οδύσσειας κι ανταποκρίθηκε µε τον δικό του τρόπο. Στο πλαίσιο µάλιστα της αποκαλυπτικής του «Νέκυιας», που την λιµπίστηκαν πολλοί – από τον Πάουντ ως τον Σεφέρη και τον Σινόπουλο.
Εχει προηγηθεί η «Εκτορος αναίρεσις», µε τα φριχτά της παρεπόµενα, προκαλώνοντας πάνδηµο θρήνο – εξάρχοντες ο Πρίαµος, η Εκάβη και η Ανδροµάχη. Κι ενώ οι Τρώες στενάζουν αποκλεισµένοι στα τείχη της Τροίας, οι Αχαιοί σκορπίζουν στα καράβια για δείπνο και χαλάρωση. Οι Μυρµιδόνες όµως συνάρµατοι «µουσκεύουν την αµµουδιά στο δάκρυ», µοιρολογώντας τον νεκρό Πάτροκλο, κι ύστερα αποσύρονται για δείπνο και ύπνο στις σκηνές τους. Μόνος ο Αχιλλέας ξαγρυπνά, βαδίζοντας στο περιγυάλι, ωσότου ο ύπνος νήδυµος κλείνει και τα δικά του βλέφαρα.

Τότε εµφανίζεται µπροστά του το φάσµα του Πατρόκλου. Ιδιος και απαράλλαχτος «στο ανάστηµα, στα ωραία µάτια, στη φωνή, στα ρούχα γύρω στο κορµί». Ψέγει τον Αχιλλέα που κοιµάται, γυρεύει να τον θάψει, για να µπορέσει να διαβεί τις πύλες του Αδη, ολοφυρόµενος αναζητεί το χέρι του φίλου του, προλέγει τον θάνατό του, και παραγγέλλει: τα οστά των δύο να σµίξουν τότε στην ίδια υδρία, σ’ εκείνον τον χρυσό αµφορέα που χάρισε η Θέτις στον γιο της.
Μέσα στον ύπνο του ο Αχιλλέας υπόσχεται πως θα τηρήσει όσα ο νεκρός του φίλος ζήτησε, κι ύστερα απλώνει τα χέρια του, θέλοντας να τον αγκαλιάσει. Μόνο που πέφτει σε κενό: ο ίσκιος του Πατρόκλου έχει ξεφύγει σαν καπνός και τρίζοντας βυθίζεται κάτω από το χώµα.

Σ’ αυτή λοιπόν τη συγκλονιστική ιλιαδική σκηνή ανταποκρίνεται ο ποιητής της Οδύσσειας στο πρώτο µέρος της «Νέκυιας», όπου ο Οδυσσέας βρίσκεται ζωντανός στον κάτω κόσµο, συνοµιλώντας µε δικούς και φίλους, γυρεύοντας από τον Τειρεσία πρόβλεψη του νόστου του. Τον προλαβαίνει ωστόσο η ψυχή του αστόχαστου Ελπήνορα, που παίρνει αυτός το ένα θέµα της πρότυπης ιλιαδικής σκηνής: παρακαλώντας, όπως ο Πάτροκλος, την άµεση ταφή του, κι ένα σηµαδιακό κουπί πάνω στον τύµβο του. Ο Οδυσσέας ανταποκρίνεται.

Το άλλο θέµα του αδύνατου εναγκαλισµού το επιφυλάσσει ο ποιητής για τη µάνα του Οδυσσέα, την Αντίκλεια. Ποθώντας να τη σφίξει πάνω του ο γιος της, απλώνει τρεις φορές τα χέρια του, κι εκείνη τρεις φορές, σαν όνειρο, ξεφεύγει. Κι όταν αυτός πονώντας διαµαρτύρεται, η ψυχή της Αντίκλειας του εξηγεί το αναπόφευκτο: Αυτή είναι η µοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει: / δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες και τα κόκαλά του· όλα τους τα δαµάζει το µένος της πυράς / που λαµπαδιάζει, αφού η ζωή του φύγει κι αφήσει τα λευκά του οστά – / µόνο η ψυχή πάει πέταξε σαν όνειρο και φτερουγίζει.

Οσοι ενδιαφέρονται και για την άλλη ανταπόκριση (του Σοφοκλή στην Ιλιάδα, του Ρίτσου στον Σοφοκλή) γύρω από τη µορφή και την τραγική µοίρα του Αίαντα, µπορούν να ακούσουν τα σχετικά επί τόπου, την Τετάρτη.

Κατηγορίες:πολιτισμός Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: