Αρχική > πολιτική > Πολιτικά και κοινωνικά άρθρα 24.10.11

Πολιτικά και κοινωνικά άρθρα 24.10.11

Η επιλογή των άρθρων δεν μπορεί να γίνει με κάποια ασφαλή αντικειμενικά κριτήρια. Επίσης η δημοσίευση ενός άρθρου δε σημαίνει ότι συμφωνώ πάντα με το περιεχόμενό του και νομίζω ότι δεν έχει καμιά σημασία. Σκοπός μου είναι η δημοσίευση άρθρων με πλουραλιστική θεματολογία και με διαφορετικότητα στις προσεγγίσεις. Επιλέγονται κείμενα από έγκριτες και μη παραταξιακές εφημερίδες.

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

Πατριωτισμός εναντίον εθνικισμού

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23.10.11

Η ΙΔΕΑ της πατρίδας έχει υποστεί φθορές από την κάκιστη χρήση και την κατάχρηση που της έκαναν ο εθνικισμός και ο φασισμός. Ο φασισμός μιλούσε για την πατρίδα, έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζουμε τη ζωή μας αλλά και να σκοτώνουμε για την πατρίδα και στο όνομα της πατρίδας εξαπέλυε τους επιθετικούς του πολέμους και τα πογκρόμ του ενάντια στους «απάτριδες».

Η ιδέα της πατρίδας παραπέμπει σε ένα σύνολο αξιών στο οποίο ο πατριώτης αποδίδει ένα ιδιαίτερα θετικό συμβολικό νόημα. Γι’ αυτό και προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση από μέρους εκείνων που κατέχουν την εξουσία. Ετσι, ο πατριωτισμός μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί και να μετατραπεί σε πατριδοκαπηλία και σε εθνικισμό. Η αγάπη για την πατρίδα υπήρξε όμως και ένα σημείο αναφοράς του αντιφασισμού, που αντιτάχθηκε σθεναρά στο φασιστικό εθνικισμό. Η αντίσταση στο φασισμό και στο ναζισμό ήταν μια κορυφαία έκφραση πολιτικού πατριωτισμού, που κατέδειξε ότι η αγάπη για την πατρίδα μπορεί να οδηγήσει σε μιαν ανιδιοτελή, γενναιόδωρη και μαχητική στράτευση, σε πράξεις αυτοθυσίας και ηρωισμού με μεγάλη ηθικοπολιτική αξία. Στο όνομα της πατρίδας ο φασιστικός εθνικισμός εξαπέλυσε τους επεκτατικούς και κατακτητικούς του πολέμους, προκαλώντας μαζικές ανθρωποσφαγές και γενοκτονίες.

Ο πατριωτισμός του αντιφασισμού αντίθετα έδωσε ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο στην πιο αδιάλλακτη και ηρωική αντίσταση στον επιτιθέμενο εισβολέα και στον κατακτητή. Ο πατριωτισμός του αντιφασισμού εμπνεόταν από την ιδέα ότι πατρίδα σημαίνει κοινή ελευθερία ενός λαού, ο οποίος θέλει να ζει ελεύθερος ανάμεσα σε ελεύθερους λαούς. Ανάμεσα σε αυτήν την ιδέα της πατρίδας και στον εθνικισμό, ο οποίος αναγορεύει σε πρωταρχική αξία όχι την ελευθερία αλλά την εθνική, θρησκευτική ή πολιτισμική ομοιογένεια ενός λαού ή το μεγαλείο, την υπεροχή και την επικράτηση του δικού μας έθνους στην αναμέτρηση με τα άλλα έθνη, υπάρχει μια ηθική και πολιτική άβυσσος.

Η παράδοση σκέψης που ενέπνευσε τον πατριωτισμό του αντιφασισμού (εκείνη που ερμηνεύει την αγάπη για την πατρίδα ως αγάπη για την κοινή ελευθερία) έχει τις ρίζες της στην πολιτική σκέψη του Διαφωτισμού. Στο λήμμα Patrie της Encyclopedie διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Πατρίδα δεν σημαίνει τον τόπο στον οποίο γεννηθήκαμε, όπως νομίζει μια αγοραία αντίληψη, αλλά σημαίνει ένα ελεύθερο κράτος (etat libre) του οποίου είμαστε μέλη και του οποίου οι νόμοι προστατεύουν τις ελευθερίες μας και την ευτυχία μας». Με αυτήν την έννοια, η αγάπη για την πατρίδα δεν αντιπαρατίθεται στην αγάπη για την ανθρωπότητα και στις οικουμενικές αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Αντίθετα μάλιστα, μπορεί να αποτελεί έναν αναγκαίο ενδιάμεσο σταθμό στην πορεία που οδηγεί σε αυτές τις οικουμενικές αξίες. Αυτή η ιδέα πολιτικού πατριωτισμού, η οποία ερμηνεύει την αγάπη για την πατρίδα ως αφοσίωση στο συνταγματικό συμβόλαιο που συνδέει τους πολίτες μιας πολιτικής κοινότητας, μοιάζει με την έννοια του «συνταγματικού πατριωτισμού», που πρότεινε ο Χάμπερμας στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Η θεωρία του συνταγματικού πατριωτισμού, αν και εμφανίζεται συνήθως ως ανανέωση της παραδοσιακής σημασίας του όρου, στην πραγματικότητα υπογραμμίζει την ασυνέχεια που οι μεγάλες αστικές επαναστάσεις (η αμερικανική του 1776 και η γαλλική του 1789) είχαν προκαλέσει με τη ριζική αλλαγή της έννοιας της πολιτικής κοινότητας. Επειτα από αυτές τις επαναστάσεις, πράγματι, η αφοσίωση στο μονάρχη ή στο κράτος θα αντικατασταθεί από την αφοσίωση στην πατρίδα. Εδώ η έννοια της πατρίδας αναφέρεται από τη μια μεριά στην πολιτισμική παράδοση και κληρονομιά ενός λαού και από την άλλη στην αφοσίωση σε μια πολιτική διάταξη η οποία νομιμοποιείται ως ελεύθερη έκφραση της κοινής βούλησης των πολιτών και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος.

Η πατρίδα επομένως σημαίνει τόσο τη γενέθλια γη, τη «γη των πατέρων», δηλαδή τη χώρα με την οποία τα άτομα αισθάνονται συνδεδεμένα για λόγους γενεαλογικούς ή πολιτισμικούς, όσο και την πολιτική κοινότητα που συγκροτήθηκε από ανθρώπους οι οποίοι μοιράζονται συνειδητά μια κοινή κληρονομιά (ιστορίας, γλώσσας και πολιτισμού) και μια κοινή μοίρα. Για τους κλασικούς της πολιτικής σκέψης, η πολιτική αρετή του πατριωτισμού είναι αναγκαία για την υπεράσπιση και τη διατήρηση μιας ελεύθερης πολιτείας. Στην παράδοση του πολιτικού πατριωτισμού (η οποία ως πατρίδα εννοεί την κοινή μας ελευθερία, μια κοινότητα ελεύθερων πολιτών), η αγάπη για την πατρίδα έχει ένα νόημα εντελώς διαφορετικό από αυτό που της δίνει η εθνικιστική ρητορική, από το θαυμασμό δηλαδή για την εθνική υπεροχή και «καθαρότητα», από την υπεράσπιση της πολιτισμικής ομοιογένειας ενός έθνους ενάντια σε κάθε είδους επιμειξία.

Οταν μιλάει για αγάπη για την πατρίδα ο πολιτικός πατριωτισμός δεν εννοεί μιαν αποκλειστική και τυφλή πρόσδεση στην κοινότητα καταγωγής μας, αλλά έναν άλλο τύπο αγάπης, ικανό να εμπνέει το γενναιόδωρο πάθος που ωθεί το άτομο να ενδιαφέρεται όχι μόνο για την οικογένειά του, για τους συγγενείς και τους φίλους του, αλλά για όλους τους συμπολίτες του ή ακόμη και για όλους εκείνους (ανεξάρτητα από την καταγωγή τους) που είναι θύματα αδικιών, διακρίσεων και καταπίεσης. Με άλλα λόγια, ο πατριωτισμός μπορεί να είναι μια πολύτιμη για τη δημοκρατία πολιτική αρετή, δηλαδή μια δύναμη που κινητοποιεί τους πολίτες, ένα πάθος που δίνει στα άτομα το θάρρος και την αποφασιστικότητα να υπηρετούν τη χώρα τους και την κοινή τους ελευθερία, παραμερίζοντας ή και θυσιάζοντας τα εγωιστικά και ιδιωτικά τους συμφέροντα.

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Συναίνεση, συγκυβέρνηση και χρεοκοπία

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ Δικηγόρου,
αν. καθηγητή Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23.10.11

Ορη ντροπής εκοίταζα και μαύρης  καταισχύνης (…)
Εβλεπα τόσους εμπτυσμούς, ραπίσματα, κολάφους,
και μούντζες αναρίθμητες από προγόνων τάφους (…)
Γεώργιος Σουρής, «Ρωμιός», 29/8/1909

Οι «μούντζες», τα «ραπίσματα» και οι «εμπτυσμοί» απευθύνονταν, όπως και σήμερα, προς το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος της χώρας, στο ανάλογο σκηνικό που είχε προκύψει μετά την «πτώχευση» του 1893 και τον (πρώτο) διεθνή οικονομικό έλεγχο. Τότε το παλαιό πολιτικό προσωπικό αναζήτησε τη λύτρωσή του (όχι τη λύτρωση του τόπου) μέσω της «συναίνεσης» μεταξύ των μερίδων του. Ακριβώς όπως στις μέρες μας κύκλοι της πολιτικής και μεγαλοπαράγοντες των ΜΜΕ και της οικονομίας απεργάζονται σενάρια «μεγάλου συνασπισμού» ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας.

Οι αναλογίες είναι εντυπωσιακές: Η «άψογος στάσις», όπως έχει μείνει στην ιστορία η ενδοτική πολιτική του πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη έναντι των διεθνών δανειστών (της τρόικας του 19ου αιώνα), υπήρξε και τότε αντικείμενο κριτικής από άλλες μερίδες του παλαιοκομματικού συστήματος.

Οι όροι και η ρητορική θυμίζουν το σημερινό καταγγελτικό λόγο της Νέας Δημοκρατίας, που αποδέχεται την ουσία και αναζητεί διαφορετικά «μείγματα» μνημονιακών πολιτικών. Ετσι, ο Δημήτριος Γούναρης εγκαλούσε την πολιτική τού «στα όλα ναι» στους ξένους και τις εταιρείες τους με τις εξής κορόνες (ομιλία στη Βουλή, 25 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου του 1908):

«Ο λαός έχει εναποθέσει την διαχείρισιν των συμφερόντων του εις ημάς, και ημείς τον παραδίδομεν εις τας Εταιρείας. Εάν βαρυνώμεθα τον κόπον της διαχειρίσεως αυτών, μη πτοούμενοι την αντιμετώπισιν των Εταιρειών, ηθέλομεν κατέλθειν μέχρι τοσούτου, ώστε να είπωμεν προς αυτάς: σας παραδίδομεν τα συμφέροντα των πολιτών, αφιέμεθα εις την καλήν υμών πίστιν και διαχειρισθείτε αυτά ως θέλετε -τότε ερρέτω το κράτος. Τοιούτον κράτος θα ήτο ο εμπαιγμός της ιστορίας».

Ο Θεοτόκης κατήγγειλε, βεβαίως, όπως και οι σημερινοί οπαδοί του κόμματος του μνημονίου, την κριτική αυτή ως ανεύθυνη και δημαγωγική («λαϊκιστική»). «Ερρέτω η ρητορική δεινότης, ερρέτω η ευγλωττία» ήταν η απάντησή του. Οι διαφορές τους όμως δεν ήταν τέτοιες, που να μην μπορεί να τις γεφυρώσει η προσδοκία του μοιράσματος της εξουσίας. Οπως γράφει ο ιστορικός, «μετ’ ολίγον η ευγλωττία εκλήθη και πάλι εις συνεργασίαν, και αυτή την φορά εδελεάσθη». Ο Γούναρης ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών. Οι διαφορές του με το Θεοτόκη ήταν ανάλογες με αυτές που χωρίζουν σήμερα Σαμαρά και Παπανδρέου.

Η συνεργασία αυτή δεν έσωσε το πολιτικό σύστημα. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που επρόκειτο να σαρώσει οριστικά τους παλαιοκομματικούς. Και μάλιστα, παρά την ύστατη προσπάθειά τους να αντιταχθούν ενωμένοι στο ρεύμα της ιστορίας:

Στις εκλογές της 8/21 Αυγούστου του 1910, ένα χρόνο μετά το Γουδί, τα δύο μεγάλα κόμματα του δικομματισμού της εποχής, του Γεωργίου Θεοτόκη και του Δημητρίου Ράλλη, κατήλθαν με κοινούς συνδυασμούς. Ο «μεγάλος συνασπισμός» αυτός φάνηκε μάλιστα να επιτυγχάνει το στόχο του, δεδομένου ότι ανέδειξε 205 περίπου βουλευτές, έναντι 153 «αντισυστημικών» της εποχής, που κατέβηκαν ακέφαλοι και ασυνεννόητοι.

Και τούτο γιατί και τότε, όπως και σήμερα, η μαζική απόρριψη του πολιτικού συστήματος παρέμενε στο επίπεδο της άρνησης και δεν είχε ακόμη αναδείξει τη θετική, εναλλακτική διέξοδο.

Η Βουλή όμως αυτή των ζόμπι του παλαιοκομματισμού δεν άντεξε παρά μόνο μερικούς μήνες. Στις επόμενες εκλογές της 28ης Νοεμβρίου (11 Δεκεμβρίου) τα παλαιά κόμματα δεν πήραν καν μέρος, σαρωμένα από τη γενικευμένη λαϊκή τους απαξίωση. Δεν ξαναεμφανίστηκαν ποτέ πια στην πολιτική ζωή της χώρας.

Δεν χρειάζεται σοφία για το συμπέρασμα: δεν μπορείς να έχεις καινούριο κρασί απλώς μεταγγίζοντάς το σε νέα μπουκάλια.

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Τα δύο πρόσωπα της Αριστεράς

Tου Πασχου Μανδραβελη,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21.10.11

Μπορεί να φταίει το γεγονός ότι ο «παλιός είναι αλλιώς», άσχετα αν κάποιες ισχυρίζονται ότι «ο Τσίπρας είναι ωραίος». Χθες στη Βουλή φάνηκε η τεράστια διαφορά ενός κομμουνιστικού κόμματος που έχει παράδοση στην πολιτική («είναι ψημένο στους αγώνες», κατά την ορολογία του) και του νεφελώματος, που απαρτίζεται από τάσεις και πομφόλυγες, ονόματι «Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς».

Είτε συμφωνεί κάποιος, είτε διαφωνεί με την ανάλυση της κατάστασης που έκανε χθες στη Βουλή η κ. Παπαρήγα δεν μπορεί παρά να συγκρίνει το πολιτικό της λόγο με τα πυροτεχνήματα του πολιτικού νεοσσού, ο οποίος την ακολούθησε στο βήμα.

Παρά το γεγονός ότι από αδιευκρίνιστες (μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές) συνθήκες ένα στέλεχος του ΠΑΜΕ έπεσε νεκρός κατά τη διάρκεια διαδήλωσης η κ. Παπαρήγα μίλησε πολιτικά. Τίμησε τον νεκρό («δεν είχε βγει για πικ-νικ, ούτε πέθανε πίνοντας καφέ· πέθανε αγωνιζόμενος») αλλά δεν στάθηκε στον νεκρό. Εκανε πολιτική αποτίμηση των επεισοδίων· ανέλυσε τη θέση του κόμματός της· δεν ύψωσε αζημίως τον τόνο της φωνής· δεν εκμεταλλεύτηκε ένα θάνατο για να προσπορίσει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.

Μπορούμε να σκεφθούμε πώς θα αντιδρούσε ο κ. Τσίπρας, αν ο νεκρός προερχόταν από της τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ;

Μπορούμε να φανταστούμε την εικόνα ενός πολιτικού αρχηγού να στριφογυρνά στο έδρανο και να εκτοξεύει πότε το ένα χέρι με προτεταμένο τον δείκτη και την επόμενη στιγμή να εκτοξεύει το άλλο χέρι με τον δείκτη επίσης προτεταμένο;

Μπορούμε να ακούσουμε τι θα έλεγε ο κ. Τσίπρας σε μια αντίστοιχη περίπτωση; Πόσες κατάρες και ευθύνες θα μοίραζε, χωρίς καν να έχει τα στοιχεία του συμβάντος και πολύ περισσότερο το ιατροδικαστικό πόρισμα;

Σίγουρα θα ζητούσε την παραίτηση του πρωθυπουργού και ίσως της Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία ως επικεφαλής του ΔΝΤ είναι ηθική αυτουργός για όσα συμβαίνουν σ’ αυτή τη χώρα.

Θα συμφωνήσουμε ότι η πολιτική χρειάζεται τους θεατρινισμούς της. Μόνο που πίσω από τη ρητορεία πρέπει να υπάρχει και πολιτική ουσία. Οχι ουσία, με την οποία θα συμφωνεί κατ’ ανάγκην κάποιος, αλλά ουσία που θα μπορεί να αντιπαρατεθεί πολιτικά.

Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς αυτό. Μπορεί κάποιος να τον καταγγείλει, να διασκεδάσει με τις θέσεις του, ακόμη και να σπάζει πλάκα με όσα κατά καιρούς λέει ο αρχηγός του, αλλά δεν μπορεί επ’ ουδενί να συζητήσει με κάποια από τα στελέχη του· του κ. Τσίπρα συμπεριλαμβανομένου. Για παράδειγμα, τι να απαντήσει κανείς στην απαίτηση του προέδρου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ να διαψεύσει η κυβέρνηση ανώνυμες πηγές που εμφανίστηκαν σε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Το Βήμα»; Διαψεύδονται τα -έτσι κι αλλιώς υποκειμενικά- αισθήματα των ανωνύμων; Μην μιλήσουμε για τους πομφόλυγες περί «ομερτά» για κάποιες επιστολές στην κ. Κριστίν Λαγκάρτ που έκανε σημαία για μια εβδομάδα ο κ. Τσίπρας…

Χθες στη Βουλή -μέσα κι έξω- φάνηκε η διαφορά ενός κόμματος που είναι συντεταγμένο, έχει πολιτική (συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μ’ αυτή) κι ενός Συνασπισμού που είναι σκορποχώρι. Ιδεολογικά και οργανωτικά…

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Επιβεβλημένες οι πολιτικές πρωτοβουλίες

23.10.11

Μέχρι την Τετάρτη ο ορίζοντας θα έχει λογικά καθαρίσει και η κυβέρνηση θα γνωρίζει ποιο ακριβώς θα είναι το τοπίο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινηθεί στη συνέχεια, προκειμένου να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για έξοδο από την κρίση. Και οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι αποκλειστικά οικονομικού χαρακτήρα, ούτε και περιορίζονται στην εκπλήρωση των ειλημμένων μέσω του μεσοπρόθεσμου προγράμματος δεσμεύσεών της. Η κυβέρνηση και προσωπικά ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου έχουν να διαχειριστούν κι ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικού χαρακτήρα.

Δεν προέκυψε τις ημέρες αυτές το συγκεκριμένο πρόβλημα. Προϋπήρχε και επανειλημμένως είχε εκδηλωθεί. Απλώς το πολυνομοσχέδιο ήταν η αιτία που προσέλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να το παραμερίσει όπως μέχρι τώρα έκανε. Είναι πλέον βέβαιο ότι η ενότητα της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι δεδομένη στην περίπτωση που κληθεί να στηρίξει νέα μέτρα φοροεισπρακτικού χαρακτήρα ή περικοπές μισθών και συντάξεων.

Αρα από την Τετάρτη και μετά ο πρωθυπουργός οφείλει να αναζητήσει λύση και για το πρόβλημα αυτό. Και πρόκειται για ένα έργο που κάθε άλλο παρά εύκολο είναι, αν συνυπολογιστεί ότι είναι περισσότερες της μίας οι απόψεις για τις πολιτικές πρωτοβουλίες που θα πρέπει να αναληφθούν. Αλλοι θέλουν κυβέρνηση συνεργασίας, άλλοι κυβέρνηση εθνικής ενότητας, άλλοι προσφυγή στις κάλπες και, φυσικά, υπάρχουν και αρκετοί που προτιμούν να συνεχιστεί η διακυβέρνηση της χώρας από το ΠΑΣΟΚ.

Ανάμεσα σε αυτά τα ενδεχόμενα θα πρέπει ουσιαστικά να διαλέξει ο Γ. Παπανδρέου προκειμένου να δώσει απάντηση στο πιεστικό πρόβλημα που καλείται να επιλύσει. Μόνο που η δυνατότητα της επιλογής είναι θεωρητική, μια και υπάρχουν ορισμένες επιλογές που η εφαρμογή τους είναι ανέφικτη, επειδή προϋποθέτουν και τη σύμφωνη γνώμη ή τη συνεργασία άλλων. Κι αυτή είναι μία παράμετρος, την οποία οπωσδήποτε θα χρειαστεί να συνεκτιμήσει ο πρωθυπουργός στη λήψη των όποιων αποφάσεών του.

Οπως και να είναι, πάντως, η προσφυγή σε πολιτικές πρωτοβουλίες είναι αναπότρεπτη. Η κοινωνία και ειδικότερα τα χαμηλά και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα έχουν υπερβεί τα όρια αντοχής τους. Και τα όρια αντοχής τους έχουν υπερβεί και πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Είναι μια πραγματικότητα που ο πρωθυπουργός οφείλει να την αντιμετωπίσει.

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Τρεις προκλήσεις για την παγκόσμια αγορά εργασίας

Spence Michael
Noμπελίστας Οικονομίας και καθηγητής Οικονομικών
στο Stern School of Business του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης

TO BHMA, 21.10.11 – The Project Syndicate

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, εκατοντάδες εκατομμύρια νέων εργαζομένων μπήκαν στην παγκόσμια οικονομία. Εφτασαν με διάφορα επίπεδα εκπαίδευσης και δεξιοτήτων, και γενικώς με τον καιρό κέρδισαν με όρους «ανθρωπίνου κεφαλαίου» – και με όρους προστιθέμενης αξίας και εισοδήματος.

Αυτό προκάλεσε μια τρομερή, και συνεχιζόμενη, αύξηση στα επίπεδα του εισοδήματος, σε ευκαιρίες, και στο μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά αυτοί οι νέοι εργαζόμενοι έφεραν επίσης μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας και σημαντικές αλλαγές στους σχετικούς μισθούς και τις τιμές, κάτι που έχει βαθιές επιπτώσεις στην αναδιανομή.
Αυτές οι τεράστιες δομικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία παρουσιάζουν τρεις μεγάλες προκλήσεις για την αγορά εργασίας παγκοσμίως, με τις διαφορετικές χώρες αντιμέτωπες με τις δικές τους παραλλαγές.

Η πρώτη πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε αρκετές θέσεις εργασίας για να ανταποκριθούμε στην εισροή των νεοεισερχομένων στην αγορά. Είναι σαφές ότι ένα ευρύ φάσμα ανεπτυγμένων και αναπτυσσομένων χωρών έχει αποτύχει να το κάνει. Η ανεργία των νέων είναι στα ύψη και συνεχίζει να αυξάνεται.

Η δεύτερη πρόκληση είναι να συνταιριάξουμε δεξιότητες και δυνατότητες για προσφορά θέσεων εργασίας – μια προσαρμογή που χρειάζεται χρόνο. Είναι επίσης ένας κινούμενος στόχος. Η παγκοσμιοποίηση και οι μεγάλες τεχνολογίες που μειώνουν τις θέσεις εργασίας έχουν προκαλέσει ανισορροπία στις αγορές εργασίας σε πολλές χώρες.

Η τρίτη πρόκληση είναι διανεμητική. Καθώς εξαπλώνεται το μέρος της παγκόσμιας οικονομίας όπου αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να παράγονται σε μία χώρα και να καταναλώνονται σε μια άλλη, διευρύνεται ο ανταγωνισμός για οικονομική δραστηριότητα και θέσεις εργασίας. Αυτό επηρεάζει το κόστος της εργασίας και το εύρος των ευκαιριών για εργασία. Τμήματα του πληθυσμού κερδίζουν, και άλλοι χάνουν, οπωσδήποτε σε σχέση με τις προσδοκίες – και συχνά απολύτως.

Τί σημαίνει, λοιπόν – για άτομα, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις – ότι η δομική προσαρμογή μένει όλο και πιο πίσω από τις παγκόσμιες δυνάμεις που προκαλούν πίεση για δομική αλλαγή;
Πάνω από όλα, σημαίνει ότι οι προσδοκίες δεν βρίσκουν ανταπόκριση στην πραγματικότητα, και πρέπει να διορθωθούν, σε ορισμένες περιπτώσεις προς τα κάτω. Αλλά τα διανεμητικά αποτελέσματα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν και να αντιμετωπιστούν.

Το βάρος αδύναμων ή ανύπαρκτων ανακάμψεων δεν πρέπει να το σηκώσουν οι άνεργοί, και οι νέοι. Για το συμφέρον της κοινωνικής συνοχής, τα οικονομικά αποτελέσματα της αγοράς πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να δημιουργήσουμε μια πιο ίση διανομή εισοδημάτων και επιδομάτων. Στο κάτω-κάτω, υποεπενδύσεις τώρα σημαίνουν λιγότερες ευκαιρίες στο μέλλον.

Η επιταγή για δομική διόρθωση υπονοεί επίσης ότι άτομα, κυβερνήσεις, και άλλοι θεσμοί (ιδίως σχολεία) πρέπει να επικεντρωθούν στην αύξηση της ταχύτητας διόρθωσης για να ανταποκριθούν στις συνθήκες της αγοράς, που αλλάζουν συνεχώς. Απαιτείται προσοχή και στην πλευρά της ζήτησης και στην πλευρά της προσφοράς της αγοράς εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει απλώς να συνταιριάξουμε τις δεξιότητες με θέσεις εργασίας, αλλά και να διευρύνουμε το εύρος των θέσεων εργασίας για να ταιριάξουν με δεξιότητες.

Τέλος, οι παγκόσμιοι θεσμοί οικονομικής διοίκησης πρέπει να απαντήσουν αν ο ρυθμός της παγκοσμιοποίησης, και η υποδηλούμενη δομική αλλαγή, είναι ταχύτερος από την ικανότητα ατόμων, οικονομιών και κοινωνιών να προσαρμοστούν. Αν συμβαίνει αυτό, η επόμενη πρόκληση θα είναι να βρούμε μη-καταστροφικούς τρόπους για να μετριάσουμε τον ρυθμό προκειμένου να ευθυγραμμίσουμε την δυνατότητα προσαρμογής και την ανάγκη για διόρθωση.
Τίποτε από αυτά δεν θα είναι εύκολο. Δεν έχουμε ακόμα καλά ανεπτυγμένα πλαίσια για την κατανόηση της δομικής αλλαγής. Παρ’ όλα αυτά, οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι, ιδίως οι πιο νέοι άνθρωποι, περιμένουν από τους ηγέτες και τους θεσμούς τους να το προσπαθήσουν.

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

Οι ηγέτες και η χρεοκοπία της Ελλάδας

Γρηγόρης Καλφέλης, Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ 
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21/10/2011

Η Ελλάδα που φλέγεται από τις διαδηλώσεις, η Ελλάδα της χρεοκοπίας, η Ελλάδα των πολλών ανήθικων φοροφυγάδων, θυμίζει συνολικά αυτό που λέει ο Σαίξπηρ στον Άμλετ. Δηλαδή, ότι τα πάντα έχουν ξεχαρβαλωθεί («The time is out of joint»).
Πώς όμως φθάσαμε σε αυτή την άθλια κατάσταση και ποια είναι η δραματική ευθύνη των διάφορων μεταπολιτευτικών ηγετών, που διαπαιδαγώγησαν τους πολίτες με τον χειρότερο τρόπο;

Και αρχίζω από τον Ανδρέα Παπανδρέου, που εισήγαγε το φροϋδικό πάθος στην πολιτική και αύξησε υπερβολικά το δημόσιο χρέος (ενισχύοντας τα φτωχότερα εισοδήματα).
Βεβαίως, το μεγαλύτερο επίτευγμά του ήταν η εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία και η εμπέδωση του δυτικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος, γιατί μετά τον εμφύλιο πόλεμο κυβέρνησε ανώμαλα μια μόνο πολιτική παράταξη.
Από την άλλη μεριά η ηθική και πολιτισμική επίδραση του Παπανδρέου ήταν ολέθρια.

Έτσι, επί της πρωθυπουργίας του, παγιώθηκαν ηγεμονικά οι κρατικοδίαιτες και αποκρουστικές συνδικαλιστικές αριστοκρατίες, που σήμερα καταλαμβάνουν ετσιθελικά τα δημόσια κτίρια, αφήνουν τους δρόμους με σκουπίδια (αδιαφορώντας για τη δημόσια υγιεία) και ό,τι άλλο άρρωστο και παρανοϊκό μπορεί να φανταστεί κανείς.
Επίσης, ποιος μπορεί άραγε να ξεχάσει την περίφημη φράση του για το «μικρό δωράκι» που δικαιούται ένας πολιτικός ή κρατικός αξιωματούχος στη λήξη της θητείας του;

Έπειτα τη σκυτάλη πήρε ο Κώστας Σημίτης που έβαλε τη χώρα στην ευρωζώνη και σταθεροποίησε το δημόσιο χρέος και αυτό είναι το σημαντικό του επίτευγμα.
Όμως και αυτός, παρόλο που ο ίδιος ήταν ένας καλβινιστής της ηθικής, δεν προσπάθησε στοιχειωδώς να συντρίψει το συγκεντρωτικό πρότυπο της εξουσίας, που γεννά τεράστια διαφθορά στα μεσαία κυβερνητικά επίπεδα.
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε, ότι δύο πρόσωπα του στενού πολιτικού του περιβάλλοντος ομολόγησαν ευθέως ότι πήραν «ζεστό» χρήμα από την Siemens.

Μετά, την εξουσία πήρε ο πιο αποτυχημένος, κατά τη γνώμη μου, πρωθυπουργός της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο Κώστας Καραμανλής, που προσπάθησε να «αποδυτικοποιήσει» αυτή τη χώρα, γιατί ποτέ δεν λογοδότησε στη δημόσια σφαίρα για μια σειρά φοβερών σκανδάλων, από τις υποκλοπές μέχρι το Βατοπέδι.
Επί της πρωθυπουργίας του αυξήθηκε η διαφθορά – όπως αποδεικνύουν και οι σχετικοί πίνακες της «Διεθνούς Διαφάνειας» – και αυτό ίσως εξηγεί, γιατί διογκώθηκε απαράδεκτα το δημόσιο χρέος από 180 σε 320 δις. ευρώ (κάνοντας επιλεκτικές παροχές μόνο στους δικαστές).

Τέλος, έρχομαι στην τελευταία περίοδο.
Δεν πιστεύω, ότι ο Γιώργος Παπανδρέου μπορούσε αρχικά να αρνηθεί το μνημόνιο και να ζητήσει εξαρχής αναδιάρθρωση του χρέους ή – το χειρότερο – επιστροφή στη δραχμή (με υποτίμηση).
Και αυτό δεν το δέχεται ούτε ο νομπελίστας οικονομολόγος Krugman, γιατί θα οδηγούσε στην κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και της χώρας («Learning from Greece», Nytimes, 8/4/2010).

Το τεράστιο πρόβλημα του σημερινού πρωθυπουργού είναι άλλο. Κανείς, δηλαδή, δεν έχει πειστεί μέχρι σήμερα ότι η αναγκαία προσπάθεια για τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας είναι πράγματι εθνική!
Κατ’ ουσία επί δύο χρόνια – άρα και με το τελευταίο πολυνομοσχέδιο – γδέρνονται συστηματικά και αλύπητα μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι.
Οι πλούσιοι με τις μεγάλες καταθέσεις, οι τράπεζες, οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι κομματικές νομενκλατούρες που έβγαλαν τα λεφτά τους στο εξωτερικό, η εκκλησία και οι πάμπολλοι φοροφυγάδες αυτού του τόπου (μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι κλπ), κατ’ ουσία δεν έχουν πληρώσει κανένα τίμημα και συνιστούν την «άλλη Ελλάδα», που δεν την αγγίζει η κρίση!

Και, επομένως, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν στο τέλος αυτής της προσπάθειας θα προκύψει μια διαφορετική Ελλάδα στην οποία θα είναι ωφελημένα τα φτωχότερα ή τα μεσαία στρώματα.
Με τα σημερινά δεδομένα της απίστευτης ύφεσης μόνο ένας αφελής θα πίστευε κάτι τέτοιο!
Και από την άλλη μεριά, υπάρχει ένας αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που αρνείται, σχεδόν, κάθε συναίνεση και θέλει να γίνει πρωθυπουργός, έστω και αν καταστρέφονται τα πάντα.
Ποιο είναι το συμπέρασμα; Για το σημερινό κατάντημα της χώρας ευθύνονται σίγουρα οι μεταπολιτευτικοί ηγέτες που μύησαν τους πολίτες στη διαφθορά και την εξαπάτηση!
Και νομίζω, δυστυχώς, ότι οι εκλογές δεν θα λύσουν αυτό το πρόβλημα της συνολικής καταβαράθρωσης των αξιών!

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

European Finance Ministers Shaping Greek Rescue and Effort to Aid Banks

Olivier Hoslet/European Pressphoto Agency
Angela Merkel of Germany said leaders now had a “realistic view” of Greece’s debt.

By STEPHEN CASTLE and JAMES KANTER
The New York Times October 22, 2011

BRUSSELS — European finance ministers said on Saturday that they were near a deal to strengthen capital reserves for their troubled banks — the first part of a package of measures meant to stem the worsening European debt crisis.

Thierry Roge/Reuters

Evangelos Venizelos, left, Greece’s finance minister, with Jean-Claude Trichet of the European Central Bank on Saturday.

On the second day of talks here, the ministers also said that holders of Greek bonds would have to take much bigger losses than the 21 percent originally agreed to in July, though one bank official said that despite the ministers’ consensus, no agreement was near on write-offs that could reach as high as 60 percent.

The ministers also reported that France and Germany had made progress on a third issue, how to increase the firepower of a rescue fund for the euro zone. Germany’s chancellor, Angela Merkel, and the French president, Nicolas Sarkozy, along with other European leaders, continued negotiating later Saturday.

“I believe that now we have reached a more realistic view of the situation in Greece and that we will provide the necessary means to be able to protect the euro,” Mrs. Merkel said as she arrived at a gathering of European center-right leaders outside Brussels. The Sunday meeting would not bring final decisions, she said, adding that the leaders would take definitive steps at another scheduled meeting on Wednesday.

Despite resistance from Spain and Italy, agreement seemed close on a plan worth around 100 billion euros, or $138 billion, to recapitalize European banks. The measure is intended to help banks better withstand turmoil in the markets.

“We have laid down foundations for an agreement on the banking side,” said Anders Borg, Sweden’s finance minister.

The talks on Saturday established an improved tone over the past week, when differences between Mrs. Merkel and Mr. Sarkozy burst into the open.

But the challenge remains for leaders to construct a comprehensive and credible package of measures by Wednesday’s meeting.

Ministers were on track to ask bankers to write off around half of the value of their Greek bond holdings after a report by international lenders suggested that the economy in Greece had deteriorated so significantly that the 60 percent haircut was needed.

“We have agreed yesterday that we have to have a significant increase in the banks’ contribution,” Jean-Claude Juncker of Luxembourg, who is the head of the euro group of finance ministers, said on Saturday. He did not offer a specific figure.

But Charles Dallara, the managing director of the Institute of International Finance, which has been negotiating on behalf of the banks, said the two sides were “nowhere near a deal,” The Associated Press reported.

One remaining worry is that Greece shows few signs of returning to economic growth and, though he declined to say how much in losses banks would be willing to accept, Mr. Dallara added, “We would be open to an approach that involves additional efforts from everyone.”

Greece’s deteriorating economic outlook was the subject of intense discussions among the ministers with Germany and the Netherlands pressing their case that private investors needed to take bigger losses.

According to the international lenders’ report, a 60 percent loss for bondholders would be needed to bring Greece’s debt below 110 percent of gross domestic product by 2020. That represents a huge increase from the 21 percent losses private investors agreed to accept only three months ago.

Without action, Greece’s financing needs could amount to roughly 252 billion euros through 2020, the document said, while under a worse outlook, the needs, including rollover of existing debt, could approach 450 billion euros. The emerging comprehensive package is highly complex and involves painstaking negotiations around issues that are often linked. For example, the deal to strengthen European banks is seen as vital to protect the banks from the fallout from write-downs on Greek bonds.

The ministers agreed on Friday to release the majority of loans worth 8 billion euros to prevent Greece from defaulting. The International Monetary Fund could contribute about 2 billion euros to that fund.

The biggest area of difference between France and Germany seemed to be narrowing after France appeared to be giving ground on how to bolster the euro rescue fund.

Mrs. Merkel had firmly opposed the French suggestion that the fund, the European Financial Stability Facility, should get a banking license, which would enable it to borrow from the European Central Bank.

France’s finance minister, François Baroin, said on Friday that the issue was “not a definitive point of discussion for us,” adding that “what matters is what works.”

On Saturday, the Dutch finance minister, Jan Kees de Jager, said that use of the central bank was “no longer an option” but that two options were under consideration.

Both options involve plans to insure against a portion of losses on Italian or Spanish bonds. Under one version this insurance would be offered by the bailout fund.

The other would form an agency to buy bonds, perhaps attracting new investors like sovereign wealth funds. This would buy bonds on the primary and secondary markets using insurance offered by the bailout fund, said one official briefed on discussions but not authorized to speak publicly.

One advantage of this plan might be that it could force clearer conditions for reform on countries whose bonds are bought.

Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: , , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: