Έρημη πόλη

clip_image002«Έχουν ξεσπάσει στον κόσμο τόσο πολλές πανούκλες όσο και πόλεμοι.
Κι ωστόσο οι πανούκλες και οι πόλεμοι εξακολουθούν να βρίσκουν πάντοτε τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους».
Αλμπέρ Καμύ

Του Νίκου Τσούλια

«Μα πώς έγινε, μια χαρά πηγαίναμε, κανένας μας δεν κατάλαβε ότι βαδίζαμε στον γκρεμό»;
«Εμείς πού να ξέρουμε; Οι πολιτικοί δεν είναι γι’ αυτή τη δουλειά»;
«Αυτοί κοιτάνε πώς θα φάνε, πού να νοιαστούν και για τα άλλα»;
«Είσαι άδικη, δεν είναι όλοι το ίδιο».
”Καλά αν δεν είναι αυτοί υπεύθυνοι, τότε για ποιο λόγο κυβερνάνε; Δεν έκαναν τίποτα για να μη βρεθούμε ως εδώ, τουλάχιστον δεν έβαζαν τις φωνές μήπως κάνουμε τίποτα μόνοι μας; Τόσο άχρηστοι είναι;”

Έπαψαν να βγαίνουν έξω. Κλείστηκαν στα σπίτια τους. Τα τηλέφωνα δεν χτυπούν. Στους δρόμους λίγοι έδιναν της ζωής το σκίρτημα, περπατούσαν βιαστικά, δεν κοιτούσαν τους άλλους, μοναχικοί μες στους μοναχικούς.
Μετά τη δουλειά, λίγα ψώνια, κλειδωμένες πόρτες, ησυχία έξω, ένταση στο διαμέρισμα, η τηλεόραση – απέραντο πεδίο “ψυχαγωγίας”.
Τα αυτοκίνητα σε μόνιμο αραξοβόλι, μόνο για κανένα μεγάλο ταξίδι, θα χαλάσει η μπαταρία τους, ποιος ξέρει τι άλλο…
Κάτι είχε πέσει πάνω στην πόλη, κανείς δεν ξέρει από πού έχει έλθει, βαριά συννεφιά, βουβό το κλίμα, υπόκωφη ένταση, μια άστοχη κουβέντα και ξέσπαγε καβγάς και φασαρία, σιωπή και θυμός μαζί, οι άνθρωποι περπάταγαν βαριά, μια “καταιγίδα” θα ηρεμούσε τα πράγματα. Τίποτα δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Ο ουρανός αδιάφορος.

Τα λεωφορεία γεμάτα κόσμο, τώρα περισσότεροι είναι Έλληνες, κάποιοι που έχουν όρεξη τα βάζουν με τους μελαμψούς, με τους μαύρους, με τους Ασιάτες, άλλοι μονολογούν ή παραμιλούν – δεν ξεχωρίζει τι από τα δυο, άλλοι παρακολουθούν μηχανικά, δεν έχουν κέφι για αναλύσεις, τα προβλήματα βαραίνουν τη γλώσσα.
Στα φανάρια δεν καθαρίζουν παρμπρίζ, δεν υπάρχει ψιλοπραμάτεια, δεν σε ενοχλούνε, πήραν των ομματιών τους, πληθαίνουν οι νεόφτωχοι, στα σκουπίδια υπάρχει κίνηση, πάλι μεταναστεύουν οι μετανάστες, πάνε σε άλλες πόλεις… 

Κανένας δεν είχε ακόμα πραγματικά δεχτεί την αρρώστια. Οι περισσότεροι ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι σ’ ό,τι αναστάτωνε τις συνήθειές τους ή έβλαπτε τα συμφέροντα τους. Τους έκανε ν’ αγανακτούν ή να εξοργίζονται, αυτά όμως δεν είναι τα συναισθήματα που πρέπει ν’ αντιτάξει κανείς στην πανούκλα.

Δυο χρόνια τα ίδια πράγματα. Η πόλη απομονώθηκε. Από μόνη της. “Θα το πάρει το δάνειο”;
Αν κοπούνε, λέει, οι μισθοί και οι συντάξεις, αν οι μισθοί στους νέους εργαζόμενους γίνουν επιδόματα, αν μείνουν άνεργοι οι περισσότεροι νέοι, αν βάλουνε νέους φόρους σε όλα τα είδη, αν πληρώσουμε τους τόκους της τοκογλυφίας τους, αν μας κυβερνάνε αυτοί και εμείς να έχουμε μια εικονική κυβέρνηση που θα μας ανακοινώνει τα μέτρα – ξέρει και τη γλώσσα μας άλλωστε…
Δεν την ενδιέφερε την πόλη τίποτα άλλο – μόνο πώς θα επιζήσει. Μετρούσε τις πληγές. Κανείς δεν ξέρει πώς θα ξεφύγουν από την λαίλαπα.
 
Ο ένας εναντίον του άλλου, όλοι εναντίον όλων. Σα να ανακάλυψαν ξαφνικά τον εαυτό τους, το διπλανό τους, να είναι διαφορετικοί.
«Μα τι επίδομα έπαιρναν αυτοί; δεν ντρέπονται;».
«Δεν άκουσες οι άλλοι με τι εφάπαξ έφευγαν από τη δουλειά τους;».
«Αυτοί κάθονται το μισό χρόνο, έπρεπε να πληρώνονται και γι’ αυτό το διάστημα;».
«Μία έπαιρνε σύνταξη του πατέρα της χωρίς να έχει δουλέψει καθόλου, γι’ αυτό, λέει, δεν παντρεύτηκε».
«Καλά τους κάνουνε, άκου σύνταξη στα πενήντα…»
«Ποιος τα κανόνιζε όλα αυτά;»
«Οι πολιτικοί δεν ήταν;».
«Αυτοί έτρωγαν τα πολλά και έδιναν και στους παρατρεχάμενούς τους, δεν είδες τι είπε αυτός ο χοντρός ότι τα φάγαμε μαζί;»
«Α, δεν ξέρεις, αυτός λέει ότι δεν έχει να πληρώσει το φόρο που έβαλε ο άλλος χοντρός, γιατί έχει πολλά διαμερίσματα και είναι μεγάλο το ποσό και αυτός ο κακόμοιρος είναι σαν και εμάς που είμαστε στο νοίκι και δεν έχουμε να πληρώσουμε για το σούπερ μάρκετ».
«Μην ακούς ειδήσεις τρελαίνεσαι…»

Είδε την Υπουργό από το απέναντι φανάρι, από παλιά του γνωστή, “χτύπησε” το τηλέφωνό του, το έβαλε στο αυτί και άλλαξε διαδρομή. “Εντάξει, δεν έχει κανένα νόημα να της μιλήσω, αλλά όχι και αυτές τις βαρβαρότητες που λένε να τους στήσουμε στου Γουδή, δεν έχει κανένα νόημα η βαρβαρότητα, πολιτικό είναι το ζήτημα”.
Χρόνια και χρόνια πήγαινε στο κόμμα, παλιότερα ένιωθε μια αγαλλίαση από τις κομματικές λειτουργίες, εραστής γαρ της συλλογικότητας, τώρα άλλαξαν οι καιροί, κόπηκαν δεσμοί, οι ψυχικοί δεσμοί. Πρέπει να μετασχηματιστούν ριζικά τα κόμματα για να λειτουργήσουν, να λειτουργήσουν ορθολογικά.

Από μερικά όμως σπίτια έβγαιναν βογκητά. Παλιότερα όταν τύχαινε κάτι τέτοιο, έβλεπες συχνά περίεργους να στέκονται στον δρόμο και ν’ αφουγκράζονται. Έπειτα, ωστόσο απ’ την μακρόχρονη αναστάτωση φαίνεται πως οι καρδιές σκλήρυναν κι όλοι περπατούσαν ή ζούσαν δίπλα στους θρήνους λες κι αυτή ήταν η φυσιολογική γλώσσα των ανθρώπων. 

«Παιδιά από ένα κουλούρι ο καθένας στο σχολείο, οι καιροί είναι δύσκολοι, να δούμε που θα πάει το πράγμα».
“Φροντιστήρια; Μας ρήμαξαν και αυτά. Δεν κοιτάνε οι καθηγητές να μάθουν πιο καλά τα παιδιά γράμματα στο σχολείο. Εκείνη την ενισχυτική διδασκαλία, πώς τη λέγανε, δεν την κάνουνε; Για διαβάστε, εμείς δεν ξέραμε από φροντιστήρια και τέτοια”. 
Οι εκδρομές κόπηκαν με το μαχαίρι, δεν τις ονειρεύονται πλέον οι μαθητές – «μα πώς γίνεται»; ρώτησε ένας εκπαιδευτικός, ήταν αφηρημένος, το κατάλαβε, δεν ξαναμίλησε, ο περίπατος δίπλα στο γήπεδο είναι αρκετός.

«Πού είναι η Βίσμε; Έχω μέρες να την δω!».
«Δεν το ξέρετε; ετοιμάζονται να φύγουν οικογενειακώς, θα πάνε στην Κεϋλάνη, στην πατρίδα τους, ήταν μάγειρας ο πατέρας τους, τώρα δεν έχει δουλειά».
”Όχι κύριε, η Βίσμε δε γύριζε στην πατρίδα της, οι γονείς της γύριζαν εκεί, η Βίσμε εδώ γεννήθηκε, εδώ είναι η πατρίδα της, δεν θέλει να φύγει”.  
Μικροκαμωμένο κορίτσι, στην Α΄ Λυκείου, στην τάξη που το παιδί γίνεται έφηβος και ταλαντεύεται και ανησυχεί και θεριεύει, μάτια όλο απορία, εκφραστικά, βαθυστόχαστα, οι ανάγκες της ζωής – δεν τα τσάκισε ο ευδαιμονισμός και ο καταναλωτισμός.
«Πέστε της να την δω, αν μπορεί πριν φύγει». Της έδωσε κάποια βιβλία.
Είχε κάνει εργασία στην «Τεχνολογία» για την παιδική κακοποίηση, «γιατί άραγε; δεν την ρώτησε, μη βγει τίποτα στην επιφάνεια και δεν μπορεί να το χειριστεί», έφτασε μέχρι τους Αγίους Αναργύρους από του Ζωγράφου για να πάει σε ένα σχετικό ίδρυμα.

Έπαιρναν θέση στο παρόν χωρίς μνήμη και χωρίς ελπίδα. Στην πραγματικότητα, όλα είχαν γίνει πια παρόν γι’ αυτούς. Πρέπει να πούμε πως η πανούκλα είχε αφαιρέσει απ’ όλους την δύναμη της αγάπης και την δύναμη της φιλίας ακόμα. Γιατί η αγάπη χρειάζεται κάποιο μέλλον και για μας δεν υπήρχαν πια παρά μόνο στιγμές.

«Πού να βγεις να πας να πιες κανέναν καφέ; Δεν φτάνουν. Και άσε που άμα δεις κανέναν γνωστό, κάνεις πως δεν τον βλέπεις, είσαι απασχολημένος, διαβάζεις, σκύβεις όλο και πιο πολύ μέσα στις αράδες, είσαι ένας καλός αναγνώστης». Το κέρασμα λείπει από τη γλώσσα…
Στα καταστήματα οι υπάλληλοι – λιγοστοί πλέον – και τα αφεντικά – τι αφεντικά χωρίς προσωπικό… – βγαίνουν έξω από τα μαγαζιά τους δήθεν για να καπνίσουν, μάλλον μήπως το βλέμμα τους τραβήξει κανέναν περαστικό, βιτρίνες σκοτεινές «ούτε να καθρεφτιστούμε δεν μπορούμε».
Δίπλα και παραδίπλα και απέναντι κλειστά μαγαζιά, έκλεισαν για πάντα, «τι έγινε; τι δεν πήγε καλά;».

Η σκιά του φόβου απλώθηκε, επιδημία στην ψυχή, σφιγμένα τα πρόσωπα, τα χείλη καμπυλώνουν προς τα μέσα, κανένας δεν νοιάζεται για τον άλλον, τα όρια της σκέψης των ανθρώπων στα όρια του σώματός των και της οικογένειάς των. Δεν κλείστηκαν μόνο στα σπίτια, κλείστηκαν στον εαυτό τους, στον εαυτό τους που περιορίζει την κοινωνικότητά τους, που ακυρώνει την αλληλεγγύη, που αλλοιώνει στο σχήμα του ανθρώπου. 

clip_image001Έρχεται χειμώνας, κανένας δεν τον θέλει – τι φταίει κι αυτός; – είμαστε για περιττά έξοδα; και τα καυσόξυλα “πώς ακρίβηναν έτσι; μόνο τρόφιμα θα μπαίνουν στο σπίτι, ευτυχώς που έχουμε αγοράσει πράγματα από τα προηγούμενα χρόνια, τα παιδιά που μεγαλώνουν θέλουν όλο και μεγαλύτερα παπούτσια και ρούχα, ας πάρουν από τα εξαδέλφια τους, εμείς φορούσαμε και μπαλωμένα”.

Στο παγκάκι έπινε το καφέ του το ζευγάρι, απέναντι η καφετέρια είχε τρία ευρώ το φραπέ, «δεν βγαίνω αλλιώς, μας έβαλαν κι άλλο φόρο, αλλιώς θα διώξω το γκαρσόνι», κάποια Φιλιπινέζα την τραβούσε ο σκύλος προς το δέντρο, δεν έχει κάτσει ποτέ μόνη της να πιει καφέ, κοιτάζει τους άλλους, είναι αρκετό…

Όταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στο τέλος της πανούκλας, μαζί με την δυστυχία και τις στερήσεις, φόρεσαν το κουστούμι του ρόλου που ‘παιζαν εδώ και πολύ καιρό, το ρόλο του πρόσφυγα που, πρώτα το πρόσωπό του και τώρα τα ρούχα του μιλούσαν για την απουσία και την μακρινή πατρίδα. Απ’ την στιγμή που η πανούκλα είχε κλείσει τις πύλες της πόλης, δε ζούσαν πια παρά μόνο μέσα στο χωρισμό, τους είχαν αποκόψει απ’ αυτή την ανθρώπινη ζεστασιά που σε κάνει όλα να τα ξεχνάς.

Είναι σκυμμένος στο laptop, έχει και δυο τρία βιβλία στο τραπέζι, γράφει – είναι η χαρά του, «δώσμου σε παρακαλώ ένα ευρώ», , «τότε δώσμου λίγο τοστ», «θα περάσουν και άλλοι, τι να κάνω;», «μα το ίδιο δε λες και στους άλλους;».
Ένας ηλικιωμένος άρπαξε την τυρόπιτα από τα χέρια μιας κοπέλας, «τι την τρως προκλητικά; Είσαι και “γιομάτη”, δεν την έχεις ανάγκη», μέχρι να συνέλθει η κοπέλα από το σάστισμα, είδε τον παππού να πετάει την άδεια σακούλα στο δρόμο και να φεύγει με “δρομαίον βήμα”, δεν πρόλαβε να πει τίποτα, κανένας από τους γύρω δεν μίλησε, θα το έλεγαν στο σπίτι τους, θα έλεγαν για τις σκηνές σουρεαλισμού…

«Άλκη, μου φαίνεται θα μαζευτούμε στο χωριό, θα έλθω να με μάθεις, να μου θυμίσεις, δηλαδή, πώς βάζουν πατάτα σε ξερικό χωράφι».
«Δεν υπάρχουν τέτοιες πατάτες για ξερικά χωράφια τώρα, άσε που θα κάνεις εσύ αυτή τη δουλειά, τι σπούδαζες τόσα χρόνια, αυτά δεν είναι για σένα…»
«Θα μας βάλουν σε εργασιακή εφεδρεία, λένε. Θα πρέπει να βρούμε μια δουλειά να ζήσουμε, μόνο στα χωράφια θα μας επιτρέπεται».
«Θα κάνεις ό,τι έκανε ο παππούλης σου; τόσα χρόνια τι πάλευες;»
”Σιγά μη μας πάρει ο κατήφορος, κι άλλες φορές η πόλη βρέθηκε σε τέτοιες και χειρότερες στιγμές και ξαναπήρε πάνω της. Βρε Άλκη, εσύ τα ξέρεις καλύτερα, η ζωή είναι φοβερό πράγμα, εδώ από ξερό κλαδί ξεπετάγεται βλαστάρι θαλερό”.

“Φίλε μου, πρέπει να διαλυθούν τα κόμματα, να φύγουν οι πολιτικοί που οδήγησαν την πόλη στη συμφορά. Δεν υπάρχει άλλη λύση”.
”Φαίνεται να έχεις δίκιο. Αλλά δεν αρκεί να βρίσουμε, να αγανακτήσουμε, να αποκηρύξουμε. Απαιτείται σχέδιο και προοπτική. Οι κοινωνίες δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς θεσμούς, χρειάζονται τα κόμματα, την αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα. Με τις συλλογικότητες μπορεί να γίνει πρόοδος σε έναν τόπο. Για δες στην Ιταλία διαλύθηκαν οι θεσμοί και βασιλεύει ο Μπερλουσκόνι, ο πολιτικός της απόλυτης παρακμής. Η ελπίδα είναι στη συλλογικότητα και στην αλληλεγγύη, στην πίστη στον άνθρωπο. Η πόλη μας θα ζήσει, υπάρχουν δημιουργικές δυνάμεις στην κοινωνία μας, το ξερό κλαδί θα βγάλει βλαστού μάτια, θα δουν τον κόσμο, θα φτιάξουν τον κόσμο”.  

[Τα τμήματα με την πλαγιογράφηση είναι αποσπάσματα από την
Πανούκλα” του Α. Καμύ]

clip_image00110

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: