Αρχική > λογοτεχνία > Η ανθρωπιστική φαντασία

Η ανθρωπιστική φαντασία

clip_image001Τζούλιαν Μπαρνς

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΧΙΝΑ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ 30/01/2009

Χαμαιλέοντα των βρετανικών γραμμάτων έχουν ονομάσει τον Τζούλιαν Μπαρνς. Κινούμενος με εντυπωσιακή άνεση ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο δοκίμιο, υιοθετώντας, καθώς έγραψε ο κριτικός Σβεν Μπίρκερτς, «μια ψύχραιμη, σχεδόν ατάραχη, απολύτως εγκεφαλική μοντερνιστική στάση, αρκετά ευέλικτη ωστόσο, προκειμένου να χωρέσει μια καθαρά μεταμοντέρνα ειρωνική απόσταση», ο Μπαρνς θεωρείται ο αρχιτέκτονας της αναγέννησης του μυθιστορήματος ιδεών στη Μ. Βρετανία.

 

Συγγραφείς τόσο διαφορετικοί, όσο ο εκλιπών το 1985 Φίλιπ Λάρκιν και ο Κάρλος Φουέντες, δήλωσαν κατά καιρούς φανατικοί αναγνώστες του· οι κριτικοί τον αγαπούν, φτάνουν μάλιστα να τον αποτιμήσουν με φράσεις ιδιαίτερης τρυφερότητας: «Γράφει», σημείωνε το 1989 ο Mark Lawson, «σαν τον δάσκαλο των ονείρων μας: είναι αστείος, μεταβαίνει με τρομερή άνεση από την υψηλή στη λαϊκή κουλτούρα, είναι αποφθεγματικός».

Γεννημένος στις 19 Ιανουαρίου 1946 στο Λέστερ, από γονείς καθηγητές των γαλλικών, μεγάλωσε σε μια τυπικά αγγλική μεσοαστική ατμόσφαιρα, που χαρακτηριζόταν από επιφυλακτικότητα, σταθερότητα και, εν πολλοίς, μονοτονία· σπούδασε στην Οξφόρδη, εγκαταλείποντας τις ξένες γλώσσες (γαλλικά και ρωσικά) για χάρη της Ψυχολογίας και της Φιλοσοφίας (όπως και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Τζόναθαν)· ωστόσο κανένας τομέας δεν τον ικανοποιούσε απολυτώς και αποφοιτώντας αισθάνθηκε, όπως ο ίδιος δήλωνε χαρακτηριστικά, «πελαγωμένος».

Συνεργάτης για ένα διάστημα του Λεξικού της αγγλικής γλώσσας της Οξφόρδης, και αφού ερωτοτρόπησε με την ιδέα των νομικών σπουδών, ο Μπαρνς θα λοξοδρομήσει και πάλι, αρχίζοντας να γράφει βιβλιοκριτικές για το «Times Literary Supplement», το «New Statesman», το «New Review» και αργότερα να εργάζεται ως κριτικός της τηλεόρασης και ξένος ανταποκριτής στο Λονδίνο για τον «New Yorker». Και αίφνης, λίγο μετά τα 30 του, το 1980, ο Μπαρνς εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα.

Ηταν το «Metroland»: χαριτωμένο, διασκεδαστικό, καλοζυγισμένο, «φέροντας ανάλαφρα τη στολή του Σάλιντζερ» (Σβεν Μπίρκερτς), ένα τυπικό μυθιστόρημα ενηλικίωσης, στο οποίο η κριτική αναγνώρισε μια επιδέξια μεταμφιεσμένη αυτοπροσωπογραφία, αν όχι αυτοβιογραφία. Ακολούθησε το «Before she met me» (1982): βιβλίο για τα ερωτικά πάθη, την απιστία και τη ζήλεια, συναρπαστική μελέτη της πολυπλοκότητας των σχέσεων ανδρών και γυναικών, των διάχυτων συναισθημάτων της ενόχλησης, της αμηχανίας και της οδυνηρής λαχτάρας που λανθάνουν σε κάθε σχέση οικειότητας, είναι σημαντικό για την εξέλιξη του συγγραφέα, κυρίως γιατί εισάγει ό,τι θα αποτελέσει σταθερό θέμα της δουλειάς του: τη διάσταση ανάμεσα στο φαινομενικό και το πραγματικό και την αναπόφευκτη αποτυχία ενός κάποιου ισολογισμού ανάμεσα σε αντικρουόμενες κοσμοθεωρίες.

Το τρίτο και ευρύτερα γνωστό και αναγνωρισμένο έργο του Μπαρνς είναι ο «Παπαγάλος του Φλομπέρ» (1984). Εδώ ο συγγραφέας στήνει ένα πολύπλοκο διακειμενικό δίχτυ υπαινιγμών, αναφορών και λογοτεχνικών αυτοσχεδιασμών στο πλαίσιο της φαινομενικά ρεαλιστικής ιστορίας του Τζέφρι Μπρέιθγουεϊτ, ενός συνταξιούχου Βρετανού γιατρού που, χήρος πια, απολαμβάνει το έμμονο ενδιαφέρον του για τη ζωή και το έργο του Γκουστάβ Φλομπέρ. Μόνο αφού έχει εκθέσει δια μακρών τις σκέψεις του πάνω στον Γάλλο συγγραφέα, θα αντιληφθεί ο Μπρέιθγουεϊτ ότι και η δική του ιστορία αντανακλά σε αδρές γραμμές τη «Μαντάμ Μποβαρί» – αφού πέρα από την ευρυμαθή αφήγησή του εκτυλίσσεται το προσωπικό του δράμα, η απιστία και ο θάνατος της (πιθανότατα αυτόχειρος) συζύγου του.

Η αναζήτηση της «αυθεντικότητας», στην τέχνη όσο και στον έρωτα, συνθέτει το ενοποιητικό νήμα του βιβλίου, που εξελίσσεται σαν ένα υβριδικό, υποκειμενικό, ανολοκλήρωτο και αντιφατικό κολάζ μυθοπλασίας, λογοτεχνικής κριτικής, σάτιρας, βιογραφίας, μεσαιωνικών ζωομορφικών μύθων, ανεκδότων περί σιδηροδρόμων, ακόμη και ερωτηματολογίου εξετάσεων, που φέρει τον προσφυή τίτλο «Κόλλα διαγωνίσματος». Αυτό το μωσαϊκό αφηγηματικών ειδών υπερβαίνει κάθε ταξινόμηση, αλλά παρά τις «μεταμοντέρνες» τεχνικές του, που λες και εφαρμόζουν στην πράξη κεφάλαια από εγχειρίδιο θεωρίας της λογοτεχνίας (μπρικολάζ, αναξιοπιστία της αφηγηματικής φωνής κ.λπ.), το μυθιστόρημα παραμένει προσκολλημένο στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, υπογραμμίζοντας την αδυναμία ανάκλησης του παρελθόντος, όσο και τη δυσκολία να τα βγάλουμε πέρα με τις επιπτώσεις του.

Ο «Παπαγάλος του Φλομπέρ» εκδόθηκε τη σωστή χρονικά στιγμή – ο Μπαρνς βαδίζει εδώ σε απόλυτο συγχρονισμό με τη λογοτεχνική κουλτούρα των ημερών του. Ο σχετικισμός και η κειμενική ρευστότητα, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, κυριαρχούσε στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων· ο θρυμματισμός της αφήγησης, η σχέση βιογράφου-βιογραφούμενου και ερευνητή-ερευνητικού αντικειμένου ήταν ιδιαίτερα του συρμού (ας θυμηθούμε το εξαιρετικό «Possession» της Αν Μπάιατ). Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει παλιότερα ο κριτικός David Coward, παρά τον εικονοκλαστικό ζήλο του συγγραφέα και την ιδιαίτερη ικανότητα με την οποία χειρίζεται ετερόκλιτα υλικά, ο αναγνώστης διακρίνει ένα είδος μελαγχολίας. «Ο "Παπαγάλος του Φλομπέρ"», γράφει, «είναι προϊόν μιας ύστερης κουλτούρας. Οι απολαύσεις που προσφέρει οικοδομούνται πάνω σε θλιβερές διαπιστώσεις: την αποτυχία των ανθρώπινων σχέσεων, την ανεπάρκεια της τέχνης και, σε μορφικό επίπεδο, την κατάρρευση της παραδοσιακής αφήγησης».

Εχει γραφτεί -και μάλλον δικαίως- ότι τα μυθιστορήματα του Μπαρνς, από την άποψη της μορφής, ανακαλούν, στην κομψότητα και την εκλέπτυνσή τους, τα κείμενα του Ιταλο Καλβίνο και του Μίλαν Κούντερα. Παράλληλα, όπως και οι σπουδαίοι ομότεχνοί του, έτσι και ο Βρετανός συγγραφέας επιμένει σε θέματα-κλειδιά που συνδέονται με τα πάθη και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης καρδιάς, την ανησυχητική φύση της αγάπης, της πίστης και της απιστίας, την εσωτερική διάλυση, την αναζήτηση της αυθεντικότητας και της αλήθειας. Και το κάνει με υπόγειο, καταλυτικό μερικές φορές, χιούμορ, με ύφος παιγνιώδες και φιλική προς τον αναγνώστη εξυπνάδα.

Αλλά βέβαια, για να αναφερθούμε και πάλι στον David Coward κι ένα κείμενό του (5/10/1984) στο «Times Literary Supplement», «είναι εύκολο για το σύγχρονο βρετανικό μυθιστόρημα να είναι έξυπνο και αστείο· όμως ο Μπαρνς κατορθώνει επίσης κάτι πολύ πιο δύσκολο: να κοινωνήσει γνήσια συγκίνηση, χωρίς προσποίηση ή αμηχανία».

Η πολλαπλότητα των ειδών χαρακτηρίζει επίσης την «Ιστορία του κόσμου σε 10 1/2 κεφάλαια» (1989), σε βαθμό τέτοιο, ώστε η έκδοση προκάλεσε πλούσιο σχολιασμό και αντιπαραθέσεις ως προς το αν το βιβλίο είναι μυθιστόρημα ή όχι. Παρά τη μορφική του χαλαρότητα, το βιβλίο συμπυκνώνεται γύρω από το επίμονο ερώτημα του συγγραφέα περί δυνατότητας ή μη ανασύνθεσης του παρελθόντος, ενώ πίσω από τις πολλές αφηγηματικές φωνές λανθάνει ένα ευγενικό, ανθρώπινο, αναστοχαστικό ερώτημα: Μήπως η αγάπη είναι ο μόνος δυνατός τρόπος για να αντέξουμε το βάρος της ιστορίας;

Το ίδιο θέμα επανέρχεται στο «Taking it over» (1991), μυθιστόρημα γραμμένο σαν μια σειρά ιδιωτικών μονολόγων που απευθύνονται στον αναγνώστη, για να του παρουσιάσουν τις εναλλακτικές, συχνά αντιφατικές εκδοχές ενός ερωτικού τριγώνου· εδώ η εγγενής στον Μπαρνς ειρωνεία γίνεται κατάφωρη, για να εκβάλει τελικά στη μαύρη σάτιρά του «England, England» (1999). Σ’ αυτό το μυθιστόρημα ο συγγραφέας θα σαρκάσει ανεπιφύλακτα την έννοια του αυθεντικού: κλωνοποιώντας τις βασικές βρετανικές ιδιότητες ο Μπαρνς θα ανακατασκευάσει μια χώρα-αντίγραφο της Αγγλίας, όπου το αντίγραφο, όχι μόνο θα ξεπεράσει το πρωτότυπο, αλλά θα αυτονομηθεί και θα διεκδικήσει την αυτοτέλειά του, καθιστάμενο βρετανικότερο του βρετανικού.

Ιδιοφυής και έξυπνη, η σάτιρά του «England, England» κρύβει στο βάθος της το μελαγχολικό παράδοξο ενός μέλλοντος καταδικασμένου να επαναλαμβάνει το παρελθόν του, «όπως ακριβώς η εικονική πραγματικότητα μεταμορφώνεται σε μια εφιαλτική επανάληψη της προ-νεωτερικής ιστορίας», καθώς σημειώνει ο κριτικός Sean Matthews.

Τρία χρόνια αργότερα, πάντως, ο Μπαρνς θα πραγματοποιήσει εντυπωσιακή στροφή. Γραμμένο σαν ένα συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα, το «Αρθουρ και Τζορτζ» (2002) απέχει πολύ, ως προς τον τόνο και το ύφος, από την παιγνιώδη, αιρετική ατμόσφαιρα των προηγούμενων βιβλίων του. Εδώ ο συγγραφέας προκρίνει τη γραμμική αφήγηση, τη χαμηλότονη φωνή, τον διακριτικό σχολιασμό, αναδεικνύοντας, ωστόσο, και πάλι το ζήτημα των ρευστών ορίων ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα. Ο Αρθουρ του τίτλου δεν είναι άλλος από τον Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, πατέρα του Σέρλοκ Χολμς· ο Τζορτζ είναι ένας αφανής δικηγόρος, κατά το ήμισυ Ινδός, που κατηγορείται για μια σειρά άγριων ζωοκτονιών.

Η συνάντησή τους, η ανάληψη της υπόθεσης από τον Αρθουρ και η προσπάθειά του να αποδείξει την αθωότητα του Τζορτζ δεν οδηγούν σε οριστική λύση του μυστηρίου – γιατί ο Σέρλοκ Χολμς των βιβλίων είναι μια επινοημένη μορφή που πολύ μικρή σχέση έχει με τον λογοτεχνικό της γεννήτορα, αν δεν τον μπερδεύει εντελώς, παρεισδύοντας στην έρευνά του, επηρεάζοντάς τον, οδηγώντας τον σε λάθος κατευθύνσεις: αβεβαιότητες, αναπόδεικτες κατηγορίες, ανακολουθίες υπογραμμισμένες ευφυώς από τον συγγραφέα κάνουν τον αναγνώστη να στοχαστεί τη διαφορά ανάμεσα στην παντογνωσία του αστυνομικού μυθιστορήματος (με το οποίο άλλωστε ο Μπαρνς έχει ασχοληθεί στα νιάτα του, υπό το ψευδώνυμο Dan Kavanagh) και την αμφισημία, την άγνοια, την απροσδιοριστία της πραγματικής ζωής.

«Ηθικολόγο» χαρακτηρίζει ο Τζούλιαν Μπαρνς τον εαυτό του – και πράγματι στα βιβλία του υπάρχει πάντα η νοσταλγία για εκείνη την επικράτεια όπου η αγάπη θα είχε την πρωτοκαθεδρία. Και παρά τις αποδομητικές απόπειρές του -ιδίως στα βιβλία που έγραψε ανάμεσα στα 35 και τα 45 του χρόνια-, η φαντασία του είναι «κατ’ εξοχήν ανθρωπιστική, προ-μεταμοντερνιστική», όπως έγραψε η Τζόις Κάρολ Οουτς.

Οπου όμως και να κατατάξει κανείς αυτή τη δύσκολα ταξινομήσιμη φωνή, το ξεχωριστό μείγμα αφηγηματικού πειραματισμού και ψυχολογικού ρεαλισμού που τη χαρακτηρίζει διεκδικεί έναν χώρο αποκλειστικής ιδιοκατοίκησης στα βρετανικά γράμματα. Ο Τζούλιαν Μπαρνς μας αρέσει ως στοχαστής, ως ερασιτέχνης μάγειρας («Ενας διανοούμενος στην κουζίνα»), ως ταξιδιώτης, ως μάστορας του σασπένς στα θρίλερ που έγραψε τη δεκαετία του ’80, ως κριτικός, κυρίως όμως ως πεζογράφος που μαστιγώνει τη σκέψη και εκλεπτύνει την αναγνωστική περιπέτεια.

Φόβος και τρόμος

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΧΙΝΑ

ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΠΑΡΝΣ, Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια,
Ο Τζούλιαν Μπαρνς δεν είναι ο πρώτος συγγραφέας που στοχάζεται τον θάνατο· παρούσα ως θέμα, ή σύμβολο, συνυφασμένη με τις απαρχές της λογοτεχνίας, η συνείδηση της θνητότητας στοίχειωσε σελίδες επί σελίδων. Αλλωστε, ακόμη κι όταν ένα λογοτεχνικό εγχείρημα παραμένει απολύτως ριζωμένο στη ζωή, απέχει κάθε μεταφυσικού προβληματισμού και διατρανώνει τη χοϊκότητά του, η ίδια τη ανάγκη της συγγραφής δεν είναι παρά νεύμα αναγνώρισης προς το αναπόφευκτο τέλος και προσπάθεια υπέρβασής του.

Εσχατο υπαρξιακό δράμα, κατάμαυρη κωμωδία, φιλοσοφικό κέντρισμα ή συμβολική καταφυγή, όπως κι αν εμφανίζεται ο θάνατος στις σελίδες των βιβλίων, όποια διαπραγμάτευση κι αν του επιφυλάσσεται, είναι τρομερός, γιατί είναι άγνωστος· η «ενατένιση της μαύρης καταβόθρας» στην οποία επιδίδεται με τόση επιμονή, χιούμορ και ειλικρίνεια ο Τζούλιαν Μπαρνς, προκαλεί πάντα το δέος.

Αλλά ο θανατόφοβος -καθ’ ομολογίαν του- Μπαρνς, μολονότι αραδιάζει δεκάδες παραλλαγές αυτού του φόβου, δεκάδες εκδοχές θανάτου και άλλες τόσες αποκρουστικές πλευρές των γηρατειών, της παρακμής, της σωματικής και διανοητικής κατάρρευσης, αυτό το δέος το λειαίνει: αμβλύνει τη φρίκη με γενναίες δόσεις χιούμορ και παρότι λυσσαλέα αρνείται το τετελεσμένο της ύπαρξης, έμμεσα καταφάσκει σ’ αυτό, ίσως γιατί στο βάθος παραδέχεται ότι πεθαίνει κανείς όταν εξαντληθούν οι λόγοι που τον κρατάνε στη ζωή.

Αυτό είναι και το παράδοξο του θανάτου: όσο ζούμε, όσο είμαστε δεμένοι με την απολαυσιακή πλευρά των πραγμάτων, με τη δημιουργία και την ηδονή, μας πνίγει το παράπονο που όλα αυτά θα τελειώσουν. Οταν όμως ο θάνατος συμβαίνει (για να επαναλάβω την επικούρεια διαπίστωση), δεν είμαστε εκεί για να τον νιώσουμε. Ο θάνατός μας παύει να είναι υπόθεση δική μας – γίνεται των άλλων. Κι αυτή η σκέψη είναι, νομίζω, εξόχως παρηγορητική.

Οι ψυχαναλυτές λένε (έχω στον νου μου τη Φρανσουάζ Ντολτό) ότι ο θάνατος, για το ασυνείδητο, δεν υπάρχει. Εξού και μιλάμε συνέχεια γι’ αυτόν, χωρίς στην πραγματικότητα να πιστεύουμε ότι θα έρθει κάποτε και για μας. Υποφέρουμε, βέβαια, από την κατάπτωση των γηρατειών, από την απειλή του επικείμενου τέλους των ανταλλαγών μας με τους άλλους, από όσα πλάθει η φαντασία μας για το τι μπορεί να συμβεί όταν δεν θα έχουμε πια καμία από τις ευθύνες των ζωντανών. Ως εκεί, όμως. Και με αυτή την έννοια, το βιβλίο του Μπαρνς δεν είναι ένα βιβλίο για τον θάνατο, αλλά ένα βιβλίο για τη ζωή. Ενα βιβλίο γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα για τις τελευταίες στροφές, τα τελευταία μέτρα αυτής της διαδρομής, όχι όμως ένα βιβλίο για το επέκεινα. Γιατί ένα βιβλίο για το επέκεινα θα προϋπέθετε την πίστη στον Θεό. Κι αυτήν ο Μπαρνς δεν τη διαθέτει.

Να, λοιπόν, ένα ακόμη νήμα που διαπερνά το «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια», πυκνώνοντας το θανατολογικό μαύρο υφάδι του: ο εκτενής, βαθύς και μελαγχολικός στοχασμός για τον Θεό, έκφραση μιας σχεδόν άφατης νοσταλγίας για την οντότητα στην οποία ο συγγραφέας δεν πιστεύει, «αλλά του λείπει». «Μου λείπει», γράφει, ο «άθρησκος», «αγνωστικιστής» Μπαρνς, «ο Θεός που ενέπνευσε την ιταλική ζωγραφική και τα γαλλικά βιτρό, τη γερμανική μουσική και τα αγγλικά εντευκτήρια κληρικών, κι εκείνους τους ετοιμόρροπους σωρούς από πέτρες στα κελτικά ακρωτήρια, που ήταν κάποτε συμβολικοί φάροι στο σκοτάδι και στην καταιγίδα». Του λείπει, με άλλα λόγια, ο Θεός ως γενεσιουργός αιτία της ομορφιάς, αλλά και ο Θεός ως προσδοκία.

Τον απελπίζει ο ζόφος ενός κόσμου χωρίς Θεό, η παγωνιά ενός Σύμπαντος όπως το προτείνει ο Ρίτσαρντ Ντόκινς, πρόξενο μεν «ατομικού δέους», όμως ψυχρό, αδιάφορο, που, αλίμονο, «δεν μας οφείλει συλλυπητήρια ή παρηγοριά· δεν μας οφείλει ένα ωραίο, ζεστό συναίσθημα βαθιά μέσα μας». «Αντε γαμήσου και ψόφα», απαντάει στον άθεο γενετιστή ο Μπαρνς, θυμίζοντας θυμωμένο παιδί, που παραδέχεται την ορθότητα του επιχειρήματος με το οποίο επιχειρούν να κατευνάσουν τους φόβους του, αλλά ενοχλείται από την κοφτή έπαρση της βεβαιότητάς του.

Κεντημένες στον ιστό αυτού του απολαυστικού, ακατάτακτου έργου, μας αποχαιρετούν δεκάδες φωνές: του αδελφού τού συγγραφέα, φιλόσοφου Τζόναθαν Μπαρνς – αντιφώνηση, αντίλογος και ειρωνικός ψόγος στους προβληματισμούς του νεότερου Τζούλιαν· των οικογενειακών νεκρών, παππούδων και γονιών· των δεκάδων συγγραφέων και καλλιτεχνών, στο συνδρομητικό παράδειγμα των οποίων ανατρέχει συνεχώς ο Μπαρνς. Και πάνω απ’ όλες, μας γνέφει το παρελθόν, αυτό που πασχίζει να ανασυστήσει ο συγγραφέας παρά την επίγνωση της ματαιότητας μιας τέτοιας προσπάθειας, αφού γνωρίζει, ήδη από την εποχή του «Παπαγάλου του Φλομπέρ», ότι το παρελθόν «είναι αυτοβιογραφική μυθοπλασία που παριστάνει ότι είναι κοινοβουλευτική έκθεση».

Union blues

ΤΟΥ ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΠΑΡΝΣ

Το 1979 πήγα να δουλέψω στους «Sunday Times» του Λονδίνου. Ερχόμουν από τον «New Statesman» – εφημερίδα μικρή, αριστερή, συναδελφική. Οι «Sunday Times» ήταν εφημερίδα μεγάλη, εσωτερικά ανταγωνιστική και πολιτικά κεντρώα. Ωστόσο, μια και η δουλειά μου στις φιλολογικές σελίδες ήταν η ίδια -υπεύθυνος σε ένα τμήμα δύο ανθρώπων- δεν περίμενα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Πολύ απλοϊκή σκέψη.

Ο «Statesman» ήταν εφημερίδα φιλελεύθερη σε βαθμό που καταντούσε δυσλειτουργική: κάποτε προσέλαβε έναν κλητήρα που αποδείχτηκε ότι ήταν αγοραφοβικός· το προσωπικό είχε περάσει πολλές μέρες απορώντας για ποιο λόγο η εσωτερική αλληλογραφία διανεμόταν αποτελεσματικά, αλλά ό,τι προοριζόταν για έξω δεν έφτανε ποτέ στον προορισμό του. Οι «Sunday Times», από την άλλη πλευρά, σύντομα θα αγοράζονταν από τον Ρούπερτ Μέρντοχ.

Για ένα μικρό διάστημα, τα πράγματα ήταν ήρεμα. Μια μέρα, όμως, καθόμουν στο γραφείο μου, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, προς την κατεύθυνση του αδελφού εντύπου, των καθημερινών «Times»: ένα τετράγωνο, σύγχρονο κτήριο, με τα τμήματα της εφημερίδας κατανεμημένα ανά όροφο. Πρόσεξα ότι ο ένας από τους ορόφους φαινόταν παράξενα έρημος. Οι γλάστρες ακόμη στόλιζαν τα περβάζια, αλλά καμία δραστηριότητα δεν ελάμβανε χώρα στο εσωτερικό. Ενα ολόκληρο τμήμα -το τηλεμάρκετινγκ ή κάτι παρόμοιο- είχε μαρντοχοποιηθεί. Τις επόμενες εβδομάδες τα φυτά μαράθηκαν, ώσπου νέοι υπάλληλοι κατέφτασαν και τα ξεφορτώθηκαν.

Πριν περάσει καιρός, έφτασε και η δική μας η σειρά. Ως αποτέλεσμα μιας εργασιακής διαφωνίας με τους τυπογράφους, οι πάντες στην εφημερίδα -και οι τετρακόσιοι συντάκτες- ενημερώθηκαν ότι βρίσκονται σε διαθεσιμότητα. Η εταιρεία «News International» δεν αναγνώριζε πια τα συμβόλαιά μας. Οι δημοσιογράφοι ζήτησαν εξηγήσεις, αλλά τους διαμηνύθηκε να μην ανησυχούν. Θα είστε μια χαρά, τους είπαν, απλώς συνεχίστε να δουλεύετε όπως πάντα· σε λίγο θα έχουμε έτοιμα τα νέα συμβόλαια με τους ίδιους όρους όπως παλιά. Τότε γιατί όλη αυτή η φασαρία; Ποιος ο λόγος; Μα, απλώς η διοίκηση ήθελε να απαλλαγεί από μερικούς ακόμη ορόφους με δυστυχείς περιποιητές φυτών και από νομική άποψη, ήταν πιο βολικό να απολύσει τους πάντες, χωρίς βέβαια να το εννοεί.

Ηταν η πρώτη μου εμπειρία από τις τεχνικές διοίκησης επιχειρήσεων. Κι αυτό που γνώριζαν οι πάντες στην εφημερίδα, ήταν ότι ο Μέρντοχ θεωρούσε τους δημοσιογράφους αναλώσιμους – για την ακρίβεια λίγο ώς πολύ εναλλάξιμους. Αν κάποιος δυσφορούσε με τη δουλειά, τη θέση του θα μπορούσε να καταλάβει άμεσα και με μεγάλη ευχαρίστηση ένας άλλος. Ηταν ανατριχιαστική στιγμή. Εκείνες τις μέρες, άκουσα έναν μάνατζερ της «News International» -τεστοστερόνη με κοστούμι- να προφέρει μια φράση που δεν ξέχασα ποτέ. Τον ρωτούσαν για μια ιδιαίτερα ωμή διαδικασία του «μάνατζμεντ»· πώς θα μπορούσε η εταιρεία να κάνει -δηλαδή να επιχειρήσει χωρίς επιπτώσεις- κάτι τέτοιο; «Θα το κάνετε, κάνοντάς το», απάντησε: Επί λέξει.

Η Εθνική Ενωση Συντακτών κάλεσε σε γενική συνέλευση. Πήγα κι εγώ περιμένοντας να βρεθώ μπροστά σε μια σκηνή κινηματογραφικού τύπου, όπου σκληροτράχηλοι ρεπόρτερ θα κατήγγειλαν τα αχρεία νέα αφεντικά στη βάση αδιαπραγμάτευτων αρχών. Η βασική πρόταση ήταν να στείλουμε επιστολή στον Ρούπερτ Μέρντοχ, με την οποία θα διαμαρτυρόμαστε για τη μαζική μας απόλυση – κατάφωρη παραβίαση των συμφωνιών που είχε υπογράψει όταν αγόρασε την εφημερίδα. Αυτή η λογική τοποθέτηση άρχισε να κλονίζεται όταν κάποιος υπογράμμισε ότι ο Μέρντοχ ήταν ιδιαίτερα σκληρός τύπος και μπορεί να μην του άρεσε καθόλου να λάβει μια επιστολή διαμαρτυρίας – ιδίως όταν αυτή απαιτούσε απάντηση εντός συγκεκριμένης ημερομηνίας.

Τότε, κάποιος άλλος, πρότεινε να γράψουμε μια επιστολή που δεν θα απαιτούσε απάντηση από τον Μέρντοχ· μ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα χρειαζόταν να ανησυχούμε μήπως η αδύναμη στριγγλιά διαμαρτυρίας μας είχε προσβάλει τον μεγάλο άνδρα. Αυτή η πρόταση συζητήθηκε σοβαρά για λίγο, έφτασε ακόμη και να διατυπωθεί με τις ακόλουθες απειλητικές λέξεις: «Η Ενωση Συντακτών θα ήθελε να υπενθυμίσει στον κ. Μέρντοχ και τη «News International» ότι είναι ενήμερη των θέσεών του». Κάτι τέτοιο μάλλον μας κάλυπτε. ‘Η μήπως είμαστε πολύ τολμηροί; Υστερα από περαιτέρω βαθιά σκέψη αντιληφθήκαμε την τρέλα μιας τέτοιας πρόκλησης και αποφασίσαμε να μην κάνουμε απολύτως τίποτε για την ώρα. Σε λίγο καιρό αποκατασταθήκαμε όλοι, και όλα συνέχισαν όπως πριν, με εξαίρεση ότι πλέον οι πάντες είχαν επίγνωση της βαθιάς περιφρόνησης με την οποία αντιμετώπιζε η διοίκηση όλους τους εργαζόμενους.

Πέρασαν οκτώ ή εννιά χρόνια. Είχα εγκαταλείψει από καιρό την εφημερίδα και θα εμφανιζόμουν στο Φεστιβάλ Βιβλίου του Εδιμβούργου. Μετά την εκδήλωση, μια μεσήλικη ξανθιά γυναίκα, με κοσμοπολίτικη άνεση που δεν συναντάται συχνά σε τέτοιες διοργανώσεις, μου ζήτησε να υπογράψω ένα βιβλίο για τον άντρα της. «Ομως κάποτε με είχε απολύσει». «Ω, είμαι βέβαιη ότι δεν είχε τίποτα προσωπικό εναντίον σας», ήταν η κατευναστική απάντηση. Πράγματι: δεν είχε. Κι εκείνη τη στιγμή – με την ευγένεια να αναμειγνύεται ίσως με τη φευγαλέα ματαιοδοξία μου, καθώς φανταζόμουν ότι ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να αγγίξει την καρδιά ενός κτήνους- η πένα μου ξεφούρνισε ένα «Στον Ρούπερτ Μέρντοχ από τον Τζούλιαν Μπαρνς». Είναι η μόνη φράση που έγραψα, για την οποία έχω τόσο μετανιώσει.

Το αφήγημα του Τζ. Μπαρνς δημοσιεύτηκε στον «New Yorker» τον Απρίλιο του 2003. Μτφρ.: Κ. Σχινά

Κατηγορίες:λογοτεχνία Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: