Αρχική > βιβλία > Σχετικά με το τέλος του βιβλίου

Σχετικά με το τέλος του βιβλίου

ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 31.7.11

clip_image001Οχι ότι κάθε σοβαρή λογοτεχνία δεν προσανατολιζόταν, ανέκαθεν -το είπαμε- στην εκπλήρωση της ανυποχώρητης επιθυμίας της κατάργησης των αναντιστοιχιών μεταξύ γλώσσας και πραγματικότητας, όμως το καθήκον της σύζευξης είχε πάψει τώρα να συνάδει με το όνειρο μιας υπεργλωσσικής διαφάνειας ή μιας αγγελικής διαλέκτου και φορτωνόταν το άγχος απ’ την κατάρα των περιστάσεων μαζί με τον πειρασμό της αντίστοιχης, ανέντιμα εύκολης λύσης, αφού όλα γύρω συνυποστήριζαν την αναπτυσσόμενη αισχρή διαπλοκή γλώσσας και εικόνας, αυτή που σήμερα παίζει δίχως αντίπαλο στον Τύπο, στο Διαδίκτυο και οπουδήποτε κοιτάξεις.

Το παλιό ιερό καθήκον του ξεπεράσματος της ανθρώπινης γλώσσας προς μια παραδείσια κατάσταση ομιλίας ή μιας γλώσσας των πουλιών όπως την αποκαλούσαν οι άραβες μυστικοί, επανερχόταν ανάποδα σαν παρωδία συγχώνευσης δδ ή ανακωχής μεταξύ των δύο διαστάσεων, στα κενά και στους θορύβους αυτού του σύμπαντος των ρημαγμένων σημασιών που δέχονταν την καταιγιστική και ανήθικη επίθεση των ραγδαία αναπαραγόμενων ειδώλων και ειδωλοφανειών -τουτέστιν την επίθεση του φαντασιακού στο συμβολικό- και ξυπνούσε μιαν απεγνωσμένη και αποπνικτική διάθεση αδυναμίας.

Ο Καρούζος, ο Σαχτούρης, ο Κατσαρός, ο Κακναβάτος και ο Ρένος Αποστολίδης, η Βακαλό και η Δημουλά προϊδέασαν, ηθελημένα ή αθέλητα, για τις ερήμους και τις οφθαλμαπάτες που ανοίγονταν πίσω απ’ αυτήν τη νέου είδους αντιμετώπιση του ανέφικτου στη σύζευξη γλώσσας και πραγματικότητας, ή τις έθεσαν κατευθείαν υπό καθεστώς εκφοράς, γράφοντας έργα όπου η λύση του αινίγματος ήταν επίσης, τρόπον τινά, εγγεγραμμένη αλλά μη αναγνώσιμη, σαν μαγική εικόνα, ή το αντίστροφο, κι όπου η ατέρμονη διαρροή της έντασης η οποία σημάδευε κάποτε την αλληλέγγυα σχέση ανάγνωσης και αλήθειας πυροδοτούσε λογοτεχνικούς εφιάλτες κάθε λογής. Ανεξαρτήτως του αν αυτή η λύση είχε συνείδηση των κινδύνων στους οποίους απαντούσε, ήταν μια λύση που δεν έλυνε τίποτα, δηλαδή εκατό τοις εκατό μοντέρνα.

Εν ολίγοις, αν η γενιά του ’30 συνέθεσε έργα που αναπαριστούσαν την παλινδρόμηση στις φωταψίες του Παραδείσου, στις ουτοπικές νησίδες της ταυτότητας ή της αυτογνωσίας, της Φύσης ή της Ορθόδοξης μεταφυσικής, εν πάση περιπτώσει μιας Μητρότητας εξημερωμένης απ’ την ύστατη παρέμβαση του Πατέρα (του Συγγραφέα, του Ποιητή με κεφαλαίο), οι μεταπολεμικοί έγραψαν βιβλία για την Κόλαση, βιβλία όπου ο γραφέας αυτοαναιρούνταν και που η δυσκολία τους δεν ήταν πια φιλολογική, βιβλία αποκαλυψιακά ή σε τόνους καφκαϊκούς και μισάνθρωπους. Πάντως κωλυσιεργούσαν ανέμελα και βολικά ως προς το να αμφισβητήσουν το ίδιο το βιβλίο, τουλάχιστον στη βαθμίδα του θεσμού. Ψυχολογικά μιλώντας, εξακολούθησαν να το καλωσορίζουν -ακόμη και αν ήξεραν ότι ενέκλειε αποκλειστικώς σπαράγματα και γρίφους, υλικά μη διαθέσιμα στην επικοινωνία- σαν το αιώνιο έμβλημα του νοήματος.

Ετσι, από κεκτημένη ταχύτητα, το βιβλίο συνέχιζε δήθεν να ενσαρκώνει το πεπρωμένο του έργου, αν και το έργο είχε ήδη αρχίσει προ πολλού, και όχι πλέον διακριτικά, να παραχωρεί τις δικαιοδοσίες του σ’ αυτή τη νέα, ανοιχτή και πολυεπίπεδη λειτουργική οντότητα, σ’ αυτό το πεδίο των δεσμών, των διόδων και των παρακάμψεων που είχαμε δεχτεί να αποκαλούμε κείμενο και, αργότερα, υπερκείμενο. Το ότι μεγάλη μερίδα των κριτικών κοιμούνταν μακάρια δεν πά’ να πει ότι δεν είχε ξημερώσει η τελευταία μας μέρα. Η μέρα ήταν νύχτα κι η νύχτα έμοιαζε απόκοσμα φωτεινή χάρη στους φθορισμούς που αναπτύσσονταν στις εισόδους, στα απειράριθμα δαιδαλώδη περάσματα και στις καταπακτές των δικτύων. Οι φθορισμοί συνεισέφεραν στην εξαπάτηση όσων εξ ημών είχαν βιαστεί να πανηγυρίσουν.

Αυτή ήταν και η αιτία που η γενιά εκείνη συνετρίβη, προς το τέλος, πάνω στις αντιστάσεις του ίδιου της του οράματος, παρ’ όλο που οφείλουμε να τονίσουμε πως η συντριβή, ορισμένες φορές, θα μπορούσε δίκαια να χαρακτηριστεί μεγαλειώδης. Το όραμα του Κακού, που προϋπέθετε φυσικά μια συνεπή γνώση του Αγαθού ή έστω την ανάμνησή της, θα διαλυόταν μια ώρα αρχύτερα διότι το Αγαθό είχε καταντήσει αναξιόπιστο και διότι οι συγγραφείς κατανοούσαν μεν τον κοινωνικό και πολιτικό πυρήνα της εκμηδένισής του ως μήνυμα μιας κακής προφητείας, όχι όμως και σαν γενεσιουργό μήτρα ανάλογων τεχνικών μεταβολών στη σχέση του γραφέα με τη σελίδα, προσποιούμενοι ότι το έργο -επομένως και το βιβλίο- άντεχε ακόμη να ζει στο επέκεινα της Ιστορίας των ιδεών, ανεπηρέαστο απ’ την εισβολή του κειμένου ως αυτεξούσιας δομής (δηλαδή απ’ τον θάνατο του συγγραφέα ως παντοδύναμου υποκειμένου) και προικισμένο με μιαν απαραμείωτη ηθική υπόληψη.

Η γενιά του Καρούζου, μολονότι κατείχε, όπως και η προηγούμενη, τη βαθιά μυστικιστική αντίληψη του γεγονότος ότι τα πάντα αποτελούσαν ένα (ιερό) κείμενο, αγνοούσε ότι, πια, κάτι τέτοιο ίσχυε στην κυριολεξία, σ’ ένα αντεστραμμένο συνειδησιακό πλαίσιο, όπου τα πράγματα είχαν στερηθεί το ουσιώδες εκτόπισμά τους και προκαλούσαν τώρα τις αξιολογήσεις μας ως καθαρό σύστημα διαφορών. Ηρωικά ή αφελώς, ποιητές μεγάλου αναστήματος κρατούσαν ψηλά τις σημαίες στην πρώτη γραμμή, αλλά στα μετόπισθεν το έργο είχε de facto αποσυντεθεί και τα απομεινάρια του έμπαιναν σε τροχιά γύρω απ’ τις ιστοσελίδες του μέλλοντος.

Αίφνης, το περίφημο Βιβλίο που ονειρεύτηκε ο Μαλαρμέ, το Βιβλίο των Βιβλίων που ονειρεύτηκε ο Μπόρχες, τα Βιβλία των ουρανών και τα Βιβλία του Αδη, τα λευκά Βιβλία και τα βιβλία για το τέλος του κόσμου, όλες αυτές οι εμπνεύσεις παρουσίαζαν μιαν όψη πολύ λιγότερο συμπαντική ή θεάρεστη, ενώ το αντικείμενο-βιβλίο, το βιβλίο καθεαυτό, είχε πάψει να διαβάζεται και πολλαπλασιαζόταν στις διαδρομές μιας τεχνικής κυκλοφορίας, σαν ένα πληροφοριακό σήμα που σου ζητούσε αδιάφορα να το καταναλώσεις. Η απόκτηση του βιβλίου ήταν πλέον ψυχαναγκαστική· τεκμηρίωνε απλώς την «ενημέρωση» που αναγνωριζόταν στον χρήστη, του οποίου η επαναλαμβανόμενη χειρονομία μπροστά στο ταμείο του βιβλιοπωλείου έμοιαζε να πιστοποιεί την ύπαρξη ενός αντικειμένου που είχε χαθεί.

Διότι – τι σήμαινε το «να το καταναλώσεις»; Να το αποκτήσεις και μόνον; Να το διατρέξεις χιαστί α λα Κένεντυ; Να το διαβάσεις με τις ρώγες των δακτύλων όπως έδειξε ο Εκο; Να δείξεις ότι γνωρίζεις πως «υπάρχει», ότι καταγράφεται στη λίστα των πολιτισμικών συμβάντων; Να το αρχειοθετείς μήπως; Το βιβλίο είχε βγει απ’ τον ορίζοντα της καλλιέργειας και δρούσε άνετα έξω απ’ την περίμετρο του νεκροταφείου των έργων σαν φάντασμα του 19ου αιώνα που έδινε παράσταση για τουρίστες, αφού το τουριστικό πνεύμα είχε εισβάλει στη λειτουργία της ανάγνωσης, καθιστώντας την απολύτως λειτουργία και διόλου ανάγνωση.

Στο εξής, όσο πιο δεκτικοί θα αποδεικνυόμαστε στο να «διαβάζουμε» αυτά που δεν ήταν βιβλία -οθόνες, κώδικες, διαφημίσεις, κυκλώματα, προγράμματα, ολογράμματα-, τόσο το βιβλίο θα γινόταν αυτό που δεν διαβάζεται. Το βιβλίο είχε μεταλλαχθεί σε υποδοχέα κειμένων, δηλαδή αντικειμένων απέναντι στα οποία στεκόσουν σαν επίδοξος χρήστης και ρυθμιστής, όχι αναγνώστης, και που επέτρεπαν (ίσον «απαιτούσαν»), σε βάρος κάθε παλαιομοδίτικης προσήλωσης στη σημασία, διαρκείς εναλλασσόμενους χειρισμούς όπως η αναδίπλωση, η πλοήγηση, η συναρμολόγηση, η ακρόαση διακειμενικών αντηχήσεων και ο ατέρμων υπομνηματισμός.

Ούτως εχόντων, εκεί, στις κατεστραμμένες και ακατοίκητες ακρώρειες της λογοτεχνικής επικοινωνίας, το βιβλίο γινόταν κάτι για το οποίο κανείς δεν ήξερε πια να πει τι ακριβώς εκπροσωπούσε και οι ποιητές της γενιάς του Καρούζου το καταλάβαιναν, επαναλαμβάνω, ενστικτωδώς. Εντούτοις, πέραν του να ασκούν τον σεβασμό τους στην ψευδή περιωπή του βιβλίου, έστω ως κιβωτού αποφθεγμάτων και διατηρητέων ιχνών απ’ τις ανορθόδοξες αντιστάσεις στο έλλειμμα απεικόνισης του πραγματικού, αδυνατούσαν φυσιολογικά να κάνουν οτιδήποτε για να στηρίξουν την πίστη τους σ’ αυτό και στο μέλλον του εφόσον, αναπόφευκτα, η έξωθεν καλή μαρτυρία της πίστης είχε τρωθεί ριζικά.

Για πόσο ακόμη θα προσποιούνταν ότι παραβλέπουν πως το βιβλίο, ή μάλλον το κέλυφος του έργου, είχε ενσωματωθεί στην τάξη των καθαρών εμπορευμάτων, ήτοι καθαρών πληροφοριών; Η δυσφορία αυτής της θέσης εκφράστηκε στις παράξενες αντιφάσεις και ταυτολογίες που χαρακτήριζαν τη στάση των πιο ευαίσθητων.

Σχολείο

ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21.8.11

Στα δημοσιεύματα που προηγήθηκαν του σημερινού, επιχειρώ να διαπραγματευτώ τις συνέπειες, στην ελληνική σκηνή, φαινομένων κεντρικής σημασίας όπως α) η εγκατάλειψη της πίστης στην ηγεμονία του Εργου χάριν του Κειμένου· β) η ανάδυση της γραφής, ως αυτόνομης λειτουργίας μεταξύ γλώσσας και ύφους· γ) η συναίρεση των ειδών· δ) η ελευθερία στη νόμιμη ανακύκλωση των συγγραφικών τρόπων του παρελθόντος· ε) η κρίση του καθεστώτος πνευματικής ιδιοκτησίας και φυσικά στ) το περιβόητο «τέλος του βιβλίου» ως κατοπτρισμός της επιρροής που ασκούσαν, καταλυτικά, οι προελαύνουσες νέες τεχνολογίες του επεξεργαστή κειμένου και του hypertext πάνω στις λογικές, ηθικές και συνειδησιακές προτεραιότητες της παλαιού τύπου ανάγνωσης.

Για να το πούμε στη γλώσσα του Ρενέ Γκενόν, η «ανωνυμία» των καλλιτεχνών της Δύσης (η ψευδοεπωνυμία τους, ο χυδαίος πολλαπλασιασμός των μιμήσεων) συγχεόταν, μέσα στις δίνες όλης αυτής της παραφοράς, όλου αυτού του βιαστικού και τυφλού εκπολιτισμού, με την ιδανική ανωνυμία καλλιτεχνών που σεμνύνονταν ως προς το έργο τους, αφού είχαν κληρονομήσει, εν αγνοία τους επί το πλείστον, την ενδόμυχη πίστη ότι ήταν απλοί μεσολαβητές για την εκμαίευση ενός χρησμικού αντικειμένου, οφειλόμενου στον Θεό ή στους θεούς. Μήπως δεν ήταν, κατά βάθος, αυτή ειδικά η ντροπαλότητα που διαστρεφόταν στις γελοίες εξάρσεις του ναρκισσισμού των συγγραφέων μας; Ο καθένας ήθελε λίγη δόξα για να μπορεί κατόπιν να ισχυριστεί ότι την έχει χεσμένη.

Κι έπειτα, ας μην το ξεχνάμε, η κοινότητα των ελλήνων διανοουμένων, γαλουχημένη στη σκιά του ιδιόρρυθμού λογοτεχνικού Κανόνα της γλώσσας μας, ήταν υποχρεωμένη, αν και ανομολόγητα, να ανέχεται το σκάνδαλο μεγάλων ποιητών και συγγραφέων που δεν ευτύχησαν ποτέ (ή δεν θέλησαν) να δουν το έργο τους τυπωμένο σε βιβλίο, μεταξύ των οποίων ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης και ο Καβάφης· ο ίδιος ο Γκάτσος είχε αφήσει (σκόπιμα;) την Αμοργό εκτός εμπορίου για είκοσι χρόνια δίχως κανένας να γνωρίζει τον λόγο – ήταν άραγε ο πρώτος που διαισθάνθηκε το τέλος του βιβλίου ή επρόκειτο για καθαρή εκκεντρικότητα;

Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους, τους ταπεινούς, που μοιάζαμε επηρμένοι προσπαθώντας ακριβώς να κρύψουμε την ντροπή μας, τα βιβλία όφειλαν να είναι μυστικά, ελλειπτικά ή αφηρημένα και συμβολικά. Για τη νοοτροπία της κοινότητας, ακόμη ζωντανής στη δεκαετία του ’80 αν έκρινε κανείς απ’ τα ψυχολογικά ανακλαστικά της, το έργο περιείχε τα άπλυτα του καθενός, που θα τα σκάλιζαν ο Λορεντζάτος ή ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, αναλόγως του αν οι ενοχές του γραφέα αφορούσαν την απόκλιση απ’ τα πνευματικά δήθεν καθήκοντα της Ορθοδοξίας ή της Αριστεράς, αμφοτέρων αποκομμένων από τη ζωντανή, τρέχουσα κυκλοφορία του Λόγου και των παθών του στο ευμετάβλητο αυθεντικό περιβάλλον των κοινωνικών και πολιτισμικών εξελίξεων, εγχώριων και διεθνών. (Αυτή ήταν η τυραννική επιφύλαξη μπροστά σε θεσμούς και ανθρώπους ιδιοσυγκρασιακά ξένους προς την ομορφιά του ήχου της λογοτεχνίας ως τέτοιας, που υπεραναπληρώθηκε κυνικά με τα εκδοτικά καλλιστεία των υποψήφιων «ευπώλητων», όπως τα χαρακτήρισαν. Να τα χαίρεστε!)

Ισως μας φόβιζε λοιπόν το αδιευκρίνιστο νόημα εκείνης της παράξενης κληρονομιάς, σε συνδυασμό με την ανεπίγνωστη αγωνία για τον μιντιακό εκσυγχρονισμό και το επερχόμενο τέλος του βιβλίου ως φυλαχτού απέναντι στο κακό μάτι εκείνων που αδιαφορούσαν για τα έργα της ποίησης – ναι, είναι πιθανόν ο φόβος να διασκεδάστηκε απ’ την έκρηξη των αισθητά πρωτότυπων ποιητικών βιβλίων που συνόδευσε τη θριαμβευτική εμφάνιση της λεγόμενης γενιάς του ’70, της οποίας ο γράφων υπήρξε ο Βενιαμίν· ο καθένας μας μπορούσε τώρα πανεύκολα να εκδώσει το δικό του βιβλίο σαν η ζωή να ξεκινούσε από κοινού με μια μακάρια περίοδο υποδειγματικής δημοκρατίας της έκφρασης, κάτι που υπονόμευε ωστόσο την παλιά, δογματική και τόσο τυπικά «ελληνοπρεπή» πεποίθηση ότι η πολυτιμότητα πρέπει να είναι κρυμμένη και υπάκουη στο καθεστώς της σπανιότητας, υπέρ της οποίας ο Νίκος Παναγιωτόπουλος θα έδινε αργότερα μιαν ύστατη μάχη, χαμένη από χέρι. Περάσαμε, εν μια νυκτί, από τις απόκρημνες ζώνες της πρώτης κακοτοπιάς στους κάθετους γκρεμούς της άλλης.

Επιτρέψαμε δηλαδή στον εαυτό μας αυτή την υπονόμευση ώστε να μπορούμε να μεταφράζουμε το δυτικό πνεύμα του Ρεμπώ και του Βερλαίν σαν συνεπείς κρυπτοχριστιανοί ανατολίτες που άντεχαν τα πάντα, όλες τις επιρροές, όλα τα προτάγματα, εκτός απ’ την υποχρέωση να παραδεχτούν ειδικά μια τέτοια ταυτότητα. Δεν είμαστε πλέον, στην οδό Σόλωνος, το (τάχα) φωτεινό σταυροδρόμι, όπου συναντιόνταν και ισορροπούσαν δύο εκδοχές της λογικής, δυτική και ανατολική, αλλά ο τόπος όπου συνομιλούσαν φιλικά, ή σαν κουφές, δύο μορφές παραγωγικής τρέλας.

Ετσι, η βιβλιογραφική άνθηση της δεκαετίας ’75-’85, δεν φανέρωνε μόνον το άνοιγμα των συνηθειών μας στις ελευθερίες της Δύσης αλλά και το όνειρο, ακραιφνώς «ελληνικό», μιας κοινωνίας όπου οι πάντες έγραφαν ποίηση και την εξέδιδαν – κάτι που συνδεόταν λοξά («όλοι ίσον κανείς») με το βαθύτερο αίτημα για μιαν ορισμένη ταπεινοφροσύνη, ή και αδιαφορία, απέναντι στο βιβλίο, εφόσον (έλεγαν οι πατέρες μας) δεν μπορούσε να υπάρξει στ’ αλήθεια άλλο βιβλίο εκτός από Το Βιβλίο της Παράδοσης, άλλη γραφή εκτός απ’ τις Γραφές. Τα βιβλία πολλαπλασιάζονταν ακριβώς επειδή θεωρούνταν τρυφεροί νεανικοί αστεϊσμοί και ευρηματικές χειρονομίες εμπνεόμενες απ’ τη στοργή της γειτονιάς. Τα βιβλία πολλαπλασιάζονταν λες και είχαν εξισωθεί με τα αμέτρητα ανέκδοτα βιβλία που είχαν όλοι στα συρτάρια τους από παιδιά, γιατί σύμφωνα με τον θρύλο, δεν θα έβρισκες ούτε έναν άνθρωπο, σ’ αυτή τη χώρα, που να μην έγραψε, σε κάποια φάση της ζωής του, ποιήματα ή διηγήματα (για τα οποία, φυσικά, ντρεπόταν).

Εν πάση περιπτώσει είχαμε, τώρα, όλοι, ο καθένας το δικό του μικρό βιβλίο, σφραγισμένο με το λογότυπο των εκδόσεων Τραμ, σαν διαβατήριο προς τη Δύση. Αυτό μας έδωσε το απαραίτητο θάρρος να στρέψουμε το βλέμμα μακριά απ’ την αναγνώριση ενός κακού μέλλοντος που τα σημάδια του ήταν αδιάψευστα. Αν η Μεταπολίτευση φιλοξένησε όντως το εκκολαπτήριο των πολιτιστικών αντικειμένων που όλοι λατρέψαμε, σίγουρα παρήγαγε ποιητές που είχαν πια την άνεση να θεωρούν την εκλαΐκευση της εφεύρεσης του Γουτεμβέργιου σαν εξαρτημένη μεταβλητή των ηθικών και πολιτικών ελευθεριών τους ως Δυτικών οι οποίοι ήταν συνάμα ανατολίτες χωρίς να ξέρουν, αυτή τη φορά -ούτε που το σκέφτηκαν-, πως η ένταση της συνομιλίας των δύο κόσμων δεν θα επέτρεπε μεροληψία, δεν θα επέτρεπε να γέρνεις από δω ή από κει, όπως ο Σολωμός ή ο Ροΐδης ή ο Παπαδιαμάντης, αλλά ούτε να ισορροπείς άψογα, όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης (ή ο Σαββόπουλος, κάποτε), διότι η ένταση θα σιγούσε και θα απορροφούνταν απ’ αυτή τη ρηχή και μονοδιάστατη παλίρροια ομοιομορφίας που εξουδετέρωνε τις διαφορές.

Ασφαλώς, δεν ίσχυσε το ίδιο για τους συγγραφείς της επόμενης δεκαετίας, όταν το βιβλίο, κυκλοφορώντας στην πιάτσα ατάκτως και σωρηδόν, φάνηκε να προσκρούει σ’ εκείνο τον αφανή ψυχικό σκόπελο της αμφισβητούμενης νομιμοποίησής του – όλοι υποπτευόμαστε ότι, όπου να ‘ναι, θα σου ζητούσαν να διαφημίζεις, στο εσώφυλλο, σεσουάρ ή φούρνους μικροκυμάτων, διαφορετικά τα ένθετα των εφημερίδων τα αφιερωμένα στην πολύκλαυστη υπόθεση του βιβλίου δεν θα σε θεωρούσαν αρκετά μοντέρνο ώστε να σε συμπεριλάβουν στο στερέωμα των αστέρων του ημιλογοτεχνικού και παραλογοτεχνικού λάιφσταϊλ. Αίφνης, οι συγγραφείς καλούμαστε στα στούντιο για να γνωμοδοτήσουμε σε ζητήματα γκουρμέ ή τουριστικής ενημέρωσης.

Σ’ ένα περιβάλλον όπου δέσποζαν η ιδιωτική τηλεόραση και οι ψηφιακές επικοινωνίες, ο εισαγόμενος μηδενισμός του τεχνολογικού πυρετού και η προϊούσα κατάρρευση της διάκρισης ιδιωτικού και δημόσιου, οι κρότοι απ’ την κατεδάφιση των θεσμών και η θρησκευτική εξιδανίκευση της ανοιχτής δυνατότητας για απεριόριστες, χαώδεις, ολισθηρές περιπλανήσεις στην ήπειρο του Διαδικτύου απ’ όπου οι γραφίστες δανείζονταν την αισθητική των εξωφύλλων μας, ποιος ή τι μας νομιμοποιούσε να γράφουμε βιβλία; Παρά το πανδαιμόνιο -και ένεκα αυτού-, οι διαφορές απ’ όπου πήγαζε ο νόμος του επαγγέλματος είχαν απενεργοποιηθεί.

Αυτό το ερώτημα πέρασε ντούκου αλλά είναι σίγουρο ότι ο βαθύς του αντίλαλος άνοιξε ένα αγεφύρωτο ρήγμα στο ήδη συρρικνωμένο απόθεμα της αυτοπεποίθησής μας. Ξέραμε ότι το βιβλίο, και όχι μόνον εξαιτίας της ποιοτικής του παρακμής στο επίπεδο των εύκολων αναγνωσμάτων της παραλίας, όλων γραμμένων σε μια προσχεδιασμένη διάταξη σεναρίου, που ευνοούσε τον ενδεχόμενο εμπορικό αποδεξαμενισμό τους μέσω του κυκλώματος των τηλεοπτικών αποβλήτων, ούτε μόνον εξαιτίας του τεχνητού ενθουσιασμού που προκαλούσε ο ποσοτικός ίλιγγος των τιράζ καθώς τα τελευταία άγγιζαν πρωτόγνωρες οροφές – ξέραμε, επαναλαμβάνω, ότι το βιβλίο ήταν η καταδίκη μας κι ότι όλ’ αυτά αντιπροσώπευαν μια ιστορική παραδοξότητα, ίσως έναν αναχρονισμό, κάτι του οποίου η διαιώνιση, με όρους αδράνειας, πρόδιδε, από πλευράς μας, αδιαλλαξία και υπεροπτική προσκόλληση στην παρωχημένη ενσάρκωση των υλικών μιας αμετάδοτης τέχνης.

Η λογοτεχνία είχε πεθάνει και η κλίση μας σ’ αυτήν μας επέβαλλε είτε να εξαφανιστούμε ηρωικά είτε να χειριστούμε μορφές και υπάρξεις μεταθανάτιες, να χειριστούμε δηλαδή την επίγνωση που σχεδόν διέφυγε της γενιάς του Καρούζου: ότι η σύγκρουση ήταν μάλλον μάταιη κι εντούτοις οφείλαμε να τη φέρουμε εις πέρας – διφορούμενη κατάσταση που θα αποτελούσε και το λεπτό σημείο της ηθικής μας.

Αναπόφευκτα, η ολοκλήρωση αυτών των σκέψεων αναβάλλεται για το επόμενο.

Σχολείο

Το σχισμένο βιβλίο

ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 25.9.11

ΚΑΠΟΤΕ ήμουν νέος κι έτρεχα διαλαλώντας τα προστάγματα των ταξικών αγώνων με συνθήματα όπως: ΟΧΙ ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ! Η ΙΔΙΑ Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ! Ματαίως. Τον Μάιο του ’76, επισκέφθηκα το νησί που ονομάζεται Σαντορίνη ή Θήρα.

Εκεί κελαηδούσε το πουλί Ακανθυλλίς η ακανθοφάγος, για την οποία φημολογείται ότι καθόταν κάποτε στον ώμο του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος Γ’ Ισαυρου. Εκτοτε, δεν θα επέστρεφα στο συγκεκριμένο νησί, διότι εξαιτίας της ιλιγγιώδους ομορφιάς του ήταν πλέον, μέσα μου, ανύπαρκτο.

Θυμάμαι πολλά· θυμάμαι και το πανηγύρι στην Οία, που διήρκεσε απ’ το πρωί ώς αργά το βράδυ, με τα βιολιά να συνοδεύουν ένα σμήνος από υπέροχες, ένρινες νησιώτικες φωνές, γερασμένες αλλά ακούραστες, που τραγούδησαν για ώρες, κι ακόμη ποταμούς από δωρεάν κόκκινο νέκταρ – το τελευταίο ίσως αυθεντικό πανηγύρι, και προφανώς όχι το πρώτο αφότου οι Οθωμανοί μάς εγκατέλειψαν στην κηδεμονία της Δύσης. Ηταν η ύστατη αναλαμπή μιας παράδοσης αρχαίων κοινοτικών διασκεδάσεων που μου φάνηκε, στην ωρίμανση του 20ού αιώνα, εκατό τοις εκατό αργοπορημένη και αναπάντεχη.

Οι άνθρωποι χόρευαν μέχρι εσχάτων έχοντας εμπνευστεί από την ιδέα μιας ταπεινής και αλληλέγγυας προσωρινότητας που θα μπορούσε να εμψυχώνει τους ρυθμούς της συγκομιδής: μόλις ανέτειλε η σελήνη, ένας ένας θερίζονταν απ’ τη νύστα. Ειλικρινής αποχαιρετισμός των εντάσεων της ημέρας και δεν υπήρξε στις κινήσεις τους το ελάχιστο ίχνος δυσφορίας ή προσποίησης. Το επόμενο πρωί, ήταν σαν το φως, από μόνο του, να είχε τακτοποιήσει τα πάντα· η πλατεία άστραφτε δίχως ένα σπασμένο ποτήρι στο έδαφος, πιάτα και τασάκια ήταν πλυμένα. Είναι γνωστό ότι το φως σκουπίζει και τακτοποιεί τα ποτήρια με ευλάβεια – αντίθετα, ο ήχος προκαλεί ένα σωρό ζημιές. Ωστόσο, το πανηγύρι στην ύπαιθρο, την Κυριακή, ωχριούσε σε σύγκριση με μιαν ύπαιθρο που πανηγύριζε, έστω πένθιμα, από Δευτέρα μέχρι Σαββάτο.

Αναμφίβολα, τέτοια τοπία, στην ολοκληρωτική ψυχική τους αποκάλυψη, αποτελούν αναγνώσματα· συνεπώς, διαβάζοντάς τα, τα μεταφράζεις. Αλλά για πόσο θα διαβάζεις αριστουργήματα; Είναι αδύνατον να ζει κανείς χωρίς μια στάλα βαρεμάρας, κι έτσι, στη Σαντορίνη, αυτή η υπερβολική δόση μεταφραστικής εγρήγορσης, η διαρκής αυτή δοσοληψία με τα σύμβολα τα αναδυόμενα απ’ τα βάθη των παραδείσων κατέληξε ανυπόφορη για τα λιγότερο ευγενή ανακλαστικά μου, οπότε έφυγα με προορισμό τη γνώριμη Σίφνο. Εκεί, αντίθετα, μπορούσα ν’ αντέξω την απόκρημνη ομορφιά των Κυκλάδων με τη βοήθεια της ασυνάρτητης φασαρίας μιας νυχτερινής ζωής που κορυφωνόταν σαν αντιπερισπασμός στη ροπή μου να ερευνώ ουράνιες περιοχές και διόδους. Συνηθισμένα πράγματα, και μάλιστα δίχως την υποστήριξη του National Geographic· όσοι έχουν ξυπνήσει με πονοκέφαλο κάτω από πεύκο αντιλαμβάνονται.

Με δυο λόγια, στη Σίφνο, συμμετέχοντας στις συλλογικές απερισκεψίες των αμέτρητων μεθυσμένων που τριγύριζαν στα σοκάκια και στις αμμουδιές καβγαδίζοντας ή γρατσουνώντας κιθάρες, για να μην πούμε και για τα μπαρ με υπναλέα ρεμπέτικη μουσική, δεν ήμουν και τόσο μελετηρός αναγνώστης της θέας του νησιού. Ομως, παρ’ όλο που η άκαρπη περιπλάνηση στις τουριστικές αποικίες των Εξαρχείων ευνοούσε ελάχιστα την εξασφάλιση περιθωρίου για νοερές λυρικές ασκήσεις, δεν έπαψα να γίνομαι, ενίοτε, δέκτης νέων απογειωτικών θαυμάτων από εκείνα που σε βάζουν στον πειρασμό να πιθανολογήσεις ότι απευθύνονται ειδικά σε σένα.

Διατηρώ με ενάργεια τον πνευματικό αντίλαλο ενός τέτοιου ιερού κειμένου, ενός κειμένου μυστηριώδους και ανάγλυφου, μόνον που τώρα ήταν γραμμένο όχι με φως αλλά με τις ψηφίδες του παλμικού εκείνου χρυσοπράσινου που συναντάμε στις ελαιογραφίες της Αναγέννησης. Το λεγόμενο Κάστρο μού δώρισε την ίδια εμπειρία μιας ενδόμυχης, προαιώνιας μαγείας, τόσο δραστικής ως προς τη συγκλονιστική οπτική και αγοραφοβική της σαγήνη ώστε να με απωθεί· στις 3 το μεσημέρι, ήταν σαν να βάδιζα μέσα στις στοές και στους λαβυρίνθους ενός τρισδιάστατου ποιήματος βυθισμένου σε αλλεπάλληλα σκηνικά απαστράπτουσας και σιωπηρής λευκότητας. Το πλήρες κείμενο αυτής της εσωστρεφούς ρυμοτομίας ήταν και πάλι ανάγλυφο και συνάμα σφραγισμένο ερμητικά. Γι’ άλλη μια φορά, η κατάσταση με τρόμαζε· νοσταλγούσα την οικειότητα των αστικών κήπων του Αρτεμώνα, που θα άφηναν εξάλλου το νωπό τους απείκασμα στις Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου, στο κεφάλαιο 20.

Οπωσδήποτε, το φως ήταν και εδώ σκληρό σαν πέτρα, ακτινοβόλο σαν τον ασβέστη, το ίδιο απειλητικό κυκλαδίτικο φως, καυστικό, διατρητικό και παραλίγο θανατηφόρο – μιλάω για κείμενα που, αν αρχίσει να τα διαβάζει κανείς, πεθαίνει ακαριαία, κείμενα όπου αναφέρεται ρητώς το όνομα του Θεού. Αλλά, αφού δεν είχα πεθάνει στη Σαντορίνη, θα επιβίωνα και αυτής της δοκιμασίας – το επάγγελμα του αναγνώστη είναι απ’ τα πιο επικίνδυνα κι αυτοί που τη γλιτώνουν ίσαμε την πτώση της αυλαίας αριθμούνται στα δάχτυλα. Φαντάσου να διαβάζεις τους ελαιώνες και τα κυπαρίσσια ή τους λόφους το δειλινό, να διαβάζεις το νόημα όλων αυτών των ιδεών που κατοικούν την απολλώνια τάξη των ορυκτών και της χλωρίδας ή των αστερισμών, για τις οποίες επισημαίνω παρεμπιπτόντως ότι είναι τόσο ξένες προς το ύφος του cogito ergo sum ώστε οι τουρίστες τις έχουν χεσμένες. Αυτά τα γράφω για τους ευαίσθητους, για όσους έχουν ψυλλιαστεί ότι το τοπίο δεν βρίσκεται απέναντί τους για να ιδωθεί αλλά για να αναγνωστεί. Και ιδού ο λόγος που οι ξενόγλωσσοι αποφεύγουν να δουν, οπότε, μη ξέροντας να διαβάσουν, απλώς φωτογραφίζουν.

Για παράδειγμα, υπήρχαν δενδρόφυτες περιοχές αλλά και περιοχές όπου οι βράχοι και οι ξερολιθιές επαναλαμβάνονταν αενάως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και, μολονότι το γαλάζιο φάνταζε απλωμένο παντού, τίποτε δεν ήταν ίδιο με τίποτα, λες και ο Νόμος της κρυπτογράφησης του τοπίου είχε τελειοποιηθεί στο έπακρο παρακάμπτοντας, στο μήκος χιλιετιών, κάθε διάζευξη, ώστε το οτιδήποτε να είναι τετριμμένο και την ίδια στιγμή πρωτοφανές. Είναι γνωστό πως η κρυπτογραφία αποσκοπεί στην αποφυγή της επανάληψης, αφού αυτή (η επανάληψη) εισάγει στο κείμενο κανονικότητα και δομή (συμπτώματα ασθενούς κώδικα), ήτοι έναν ρυθμό μέσω του οποίου μπορεί κανείς να προσεγγίσει τις ακολουθίες της σημασίας· εδώ, μια πολυσχιδής επανάληψη ήταν πανταχού παρούσα και ταυτόχρονα ανεντόπιστη.

Θυμάμαι σκηνές που ξεπήδησαν απ’ τους θρύλους των πηγαδιών, η άμμος άλλαζε αποχρώσεις, τα τζιτζίκια οργίαζαν, τα περιβόλια αιωρούνταν σε ύψος δύο μέτρων από το έδαφος και τα κύματα μετέφεραν τις βάρκες χωριστά, από δω τις αρσενικές, από κει τις θηλυκές. Καταλάβαινα διαισθαντικά πως τα παράθυρα που χτυπιόνταν απ’ τον αέρα και οι ψυχές των πεθαμένων ήταν φαινόμενα της ίδιας υφής, κι ότι ο χρόνος ήταν ο ίσκιος που έριχνε το αντικείμενο όταν το φώτιζε ο θάνατος. Οι λατίνοι πίστευαν ότι mors naturae finis est, ο θάνατος είναι ο σκοπός της φύσης – κι εδώ επίσης η αυτού υψηλότης ήταν σκοπός αλλά ένας σκοπός που η φύση τον σιγοσφύριζε εύθυμα ή θρηνώντας.

Σαν να λέμε ότι οι παραβιάσεις και ανωμαλίες των φυσικών νόμων δεν είχαν τελειωμό. Κι ένα πρωί -,

ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΤΗ ΦΥΣΗ, ΤΗ ΜΟΝΗ ΑΔΕΣΜΕΥΤΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ.

– ένα πρωί, η αποκαλούμενη Μαρία η Παρθένος, κοιτάζοντας την εικόνα της στο εκκλησάκι της Χρυσοπηγής, εν είδει καθρέφτη, θέλοντας ίσως να φτιάξει τα μαλλιά της προτού βγει, διαπίστωσε ότι το ένα της στήθος ήταν μεγαλύτερο απ’ το άλλο και ταράχτηκε. Η ταραχή έγινε αισθητή μέχρι τη Φολέγανδρο, νησάκι όπου τα κύματα μιας επιθυμίας άνευ αντικειμένου πάφλαζαν, στη φαντασία μου, σβήνοντας τη φωτιά του μεσημεριού: εν συνεχεία, συνειδητοποιούσα ότι η σβέση ήμουν εγώ ο ίδιος.

Οσο για τις ειδήσεις απ’ τον Πλατύ Γυαλό, δωδεκάχρονα κωλόπαιδα, έχοντας αποθρασυνθεί, ζητούσαν επίμονα το φεγγάρι στο πιάτο, σερβιρισμένο, λέει, με αμύγδαλα και βανίλια! Θυμάμαι, δηλαδή, γεγονότα που δεν συνέβησαν – φέρ’ ειπείν τους μεθυσμένους που κουβέντιαζαν τη νύχτα με μαύρα σκυλιά, ανήσυχα κοκαλιάρικα ζώα που μύριζαν καχύποπτα το νερό της θάλασσας σαν η αρμύρα να ήταν θήραμα. Υστερα, κάπου κοντά στο Βαθύ, βρέθηκα σ’ ένα μικρό άλσος αποτελούμενο από χαμηλές φοινικιές που είχε τις ρίζες του στον 13ο αιώνα, όταν μια ομάδα παιδιών, με αρχηγό κάποιον Ζαν Λουί ντε Ντυνουά, στρατοπέδευσαν εκεί για τρία εικοσιτετράωρα καταβροχθίζοντας ό,τι απέμεινε απ’ τα φορτία των χουρμάδων που ξέβραζε το κύμα από κάποιο κρητικό ναυάγιο. Το πλοίο είχε συρθεί στα ρηχά και τα παιδιά γέμισαν τον τόπο κουκούτσια, σπέρνοντας άθελά τους ένα σκιερό δάσος που κατέβαινε μέχρι την αμμουδιά σε μια κλιμάκωση των αποχρώσεων της πρασινάδας, από το βεραμάν ώς το χρυσαφί.

(Ακολουθεί: Οι κακοί εισβάλλουν στο τοπίο μαζί με εργαλεία μέτρησης του χρόνου. Οπως θα έλεγαν παλιά, στην εποχή του Ανεμοδουρά, ΜΗ χάσετε το Παράδοξο του σχισμένου βιβλίου.)

Σχολείο

Το σχισμένο βιβλίο (2)

ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Επιτρεπόταν, εκεί στη Σίφνο, να μιλήσει κανείς για αναβάθμιση της συνειδητότητας. Καινούργιες σύνθετες φωτοσκιάσεις τύλιξαν απαλά το νησί και, μπροστά στο ανάλαφρο, καλειδοσκοπικό δίκτυο όλων αυτών των άδηλων σημασιών, ένιωθα τη δειλή και γλυκιά ναυτία των ερωτευμένων πριν το ραντεβού.

Ταυτόχρονα, είχα τη βεβαιότητα ότι απειράριθμες πληροφορίες σχετικά με το σύμπαν ήταν ολογραφικά κωδικοποιημένες στο φάσμα των συχνοτήτων που λάμβαναν τα αντιληπτικά μου όργανα· απορροές των ηλιακών κηλίδων και ζωγραφιές της βραδινής υγρασίας ήταν προειδοποιητικές ταλαντώσεις του εύρους και του μήκους της ευδίας – τα γραπτά πετούσαν, τα λόγια έμεναν. Αίφνης το φως εκπυρσοκρότησε και απ’ το σύδεντρο ανασηκώθηκε ένα σμήνος πουλιών επιφέροντας αναστάτωση στο λαμπερό πέταλο εκείνου του ορμίσκου και μια βροχή από ιριδισμούς κάλυψε τα πάντα κι εγώ ήμουν, υποτίθεται, αρκετά εξοικειωμένος με την τέχνη της προφητείας ώστε να διαβάσω το μέλλον γραμμένο στις φυλλωσιές. Ηταν φανερό ότι σύντομα θα συναντούσα τους κωπηλάτες που θα ελλιμενίζονταν κάπου εκεί γύρω προκειμένου να βγουν στο δασάκι και να ψάξουν για νερό. Καταλάβαινα ότι μια μέρα θα γινόμουν πατέρας ενός παιδιού που είχε ήδη γεννηθεί. Κι ότι θα μάθαινα τον ρόλο μου με δεμένα μάτια. Κι ότι θα άκουγα το θρόισμα του ανέμου να απαγγέλλει τα χορικά απ’ την Ερωφίλη του Χορτάτση.

Σίγουρα, ανάλογες παραισθήσεις προκαλούνται εξίσου απ’ τα διαρκή μεθεόρτια της καθημερινής και γενναίας κατάχρησης αλκοόλ, σε συνδυασμό με βαρβιτουρικά ή με αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης ή και τα δύο. Εντούτοις, είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν έπαυε να με περιβάλλει ένα οξύ κυμάτισμα ψυχικών παραστάσεων που διατηρούσαν αυτή τη βαθιά πυκνότητα, το ρίγος που συνέχει την ομορφιά όταν η ομορφιά μιλάει για τις πιο δυσνόητες προεκτάσεις της ανάγκης να την απολαμβάνουμε, π.χ. για την αγωνία του Θεού ή του μηδενός και τα συγγενή ζητήματα. Εννοείται πως η ενδόμυχη διάσταση μιας τέτοιας υποβολής, θα το ξαναπώ, δεν είχε την παραμικρή συνάφεια με ρομαντικές ή φυσιολατρικές εξάρσεις αλλά απαντούσε στο δικαίωμα να επαναλάβω, μ’ έναν λιγότερο αφηρημένο τρόπο, τη γνώμη των ποιητών, δηλαδή ότι το νησί έπρεπε να θεωρείται σαν ένα μέρος που ονειρευόμαστε μάλλον παρά επισκεπτόμαστε. Σε ό,τι με αφορά, μου αρέσει να το διατυπώνω μ’ ένα αξίωμα κάπως σιβυλλικό:

Νησί είναι αυτό που πρέπει να λείπει ώστε να έχει ένας χάρτης λογικό νόημα.

Αναμφίβολα, η ομορφιά του νησιού παραμένει εκτός λογικής επεξεργασίας, είναι μια παραδοξότητα που προκύπτει με τη γειτνίαση ανάμεσα στη συμβολική αλήθεια εκείνου που σου αποκαλύπτεται και την απτή πραγματικότητα της ύπαρξης, υπό 40ο. Εν πάση περιπτώσει, για να χαριτολογήσω, αυτό του οποίου έχεις την εμπειρία όταν αδυνατείς να εξασφαλίσεις δωμάτιο στις 3 Αυγούστου όχι μόνον δεν είναι περιγράψιμο αλλά σε πείθει μια κι έξω ότι, δυστυχώς για τους Σχολαστικούς του Μεσαίωνα, η αλήθεια πολύ απέχει απ’ το να εξαντλείται στην εκφορά της.

Σημειωτέον ότι στη Σίφνο είχα συναναστραφεί ανθρώπους για τους οποίους η μυστικοπαθής συνομιλία με τα άψυχα ήταν αδιάφορη, ανθρώπους που ναυάγησαν εκεί με την ελπίδα μιας αμετάκλητης νέκρωσης των συνειδήσεών τους στους βάλτους της κραιπάλης· άλλοι επεδίωκαν απλώς να διασκεδάσουν τις τάσεις αυτοκτονίας και άλλοι είχαν την προσοχή τους στραμμένη σε συζητήσεις σχετικές με τα φαβορί και τα δίδυμα του ιπποδρόμου. Κανείς δεν ήθελε να τραφεί με τους χουρμάδες που ξέβραζε το νερό. Κι όσο για το αν τους είχε ή όχι αγγίξει το φίδι στο αφτί όταν ήταν νήπια, ούτε λόγος! Περιέργως δεν ήξεραν ούτε καν να διαβάζουν το μέλλον στις πτήσεις των γλάρων και, προφανώς, δεν τους ένοιαζε να μάθουν. Οχι μόνον δεν ήξεραν να προβλέπουν κάτι λιγότερο ανιαρό απ’ τα αποτελέσματα της αυριανής κούρσας, αλλά έπιναν ούζο ή μπύρα νυχθημερόν μέχρι την αποκτήνωση, ολότελα απαθείς ή φωνακλάδες, ενώ τα χαράματα κοιμόνταν σε μια παραλία με το όνομα Φασολού, δίπλα στον κολπίσκο του Φάρου.

Η Φασολού, αν είχε γίνει γνωστό ότι την κατοικούσαν νεράιδες, θα ήταν πιθανόν ένας τόπος μαγεμένος. Στα λαϊκά παραμύθια, μια ασυνήθιστης καταγωγής φασολιά θα μπορούσε κάλλιστα να φτάνει ίσαμε το φεγγάρι κι ένα αγοράκι θα σκαρφάλωνε για να διαπιστώσει ότι, εντέλει, ο δορυφόρος μας δεν ήταν παρά μια μπάλα του βόλεϊ φωτισμένη λοξά. Ομως τώρα η Φασολού, παρά τη χαριτωμένη μεσογειακή της φυσιογνωμία, ήταν ανάξια του ονόματος που της δόθηκε και χρησίμευε σαν κατάλυμα του Στρατού της Σωτηρίας, ένα υπαίθριο άσυλο γεμάτο άπλυτους μεθύστακες που ροχάλιζαν και τζαμπατζήδες βασανισμένους απ’ τον πονόδοντο. Εβρισκες δείγματα εκείνης της καλοκάγαθης ελληνικής και σκανδιναβικής αλητείας των νησιών, γενειοφόρους που έπαιζαν μπαγλαμά, δύο τρεις λεσβίες όχι και τόσο ευπαρουσίαστες, μανάδες με μωρά στην πλάτη, αιωνόβιους φοιτητές με προκλητική άγνοια των κανόνων ασφαλείας στο σεξ, μέχρι κι ένα υπναλέο πρεζόνι, με γερμανικό διαβατήριο, που είχε αναπτύξει το πάθος να αιχμαλωτίζει σκορπιούς και να τους κλείνει σ’ ένα γυάλινο βάζο που κατόπιν επεδείκνυε εν είδει βιολογικής βόμβας. Με τη φρικαλέα αυτή ατραξιόν πίστευε ότι εξαγόραζε την ανοχή των ταβερνιάρηδων. Απέφευγε να κόψει τα νύχια του εδώ και χιλιετίες, κι ήταν γνωστός σαν ο Κουρτ το Χαλάκι, δηλαδή το χαλάκι της πόρτας, διότι συνήθιζε να κοιμάται στα κατώφλια. Λέγε με Pluribus Unum – ήμουν ένας εκ των πολλών.

Αλλωστε, η νύχτα έπεφτε πάνω σε όλους εξίσου και, στη Φασολού, όπως και σε άφθονα απ’ τα διασημότερα χωράφια αυτού του νησιού, εραστές ανοσολογικά μη συμβατοί αντάλλασσαν σωματικά υγρά μέσα σε τρύπιους υπνόσακους χωρίς να ξέρουν ότι το παιδί που θα συλλαμβανόταν στο γέμισμα της σελήνης θα ‘ταν αγόρι (αλλιώς θα ήταν κορίτσι). Θα ‘μοιαζε άραγε υπερβολικό να μιλήσεις για zoo effect, διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας των πρωτευόντων θηλαστικών σε κατάσταση αιχμαλωσίας;

Διατηρώ τα ηθικά διδάγματα για το επόμενο.

Σχολείο

Το σχισμένο βιβλίο (3)

ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9.10.11

Στη Σίφνο, εκείνο το καλοκαίρι, ξαναβρήκα την οικογένειά μου, σαν σε ρετρό φωτογραφία βγαλμένη με τρίποδα, όπου το σόι επιβάλλεται κυρίως με μιαν αίσθηση αιώνιας προτεραιότητας απέναντι σε μεταγενέστερους αποίκους και το χαίρεται πίσω απ’ τη σέπια – αυτοί οι άνθρωποι, κι εγώ μαζί, μοιάζαμε όντως να βρισκόμαστε στο συγκεκριμένο νησί ανέκαθεν, καθώς οι κοινωνικές και τοτεμικές μας ρίζες παρέπεμπαν στο λυκαυγές του χρόνου, όταν όλα θεωρούνταν αυτονόητα.

Συνεπείς και παμπάλαιοι φίλοι και εχθροί, ο Παρδάλης, ο Μήτσος ο Μπουζουκτσής, ο πρόωρα χαμένος Σπύρος Παπαγιαννόπουλος, ο Χατζής, ο Λευτέρης, ο Γ. Λ., η Ανθούλα, η Μαρίνα με τη Δέσποινα και ο Αλεξανδρινός, ήταν όλοι παρόντες, οδηγημένοι μέχρι τα άκρα των μεγάλων αρχέγονων και μελαγχολικών αληθειών του αλτρουισμού, φυσικά και της ενθουσιώδους παράβλεψης του γεγονότος ότι οι αλήθειες εκείνες ήταν πλέον βαριά άρρωστες από γηρατειά. Εξ ου και η αρρώστια μας ήταν, αντίστροφα, η μόνη αλήθεια που βάραινε.

Κι ένα μεσημέρι, όχι λιγότερο καυτό απ’ ό,τι συνήθως, ο Π. προσέγγισε τον μακάριο Λ., που καθόταν με τα πόδια απλωμένα στο νερό και ξεφύλλιζε συνοφρυωμένος ένα μυθιστόρημα ή υποτιθέμενο μυθιστόρημα του Τζιμ Τόμσον, σε έκδοση πόκετ, για να τον ρωτήσει, μ’ εκείνο τον στιγμιαίο καγχασμό της ειρωνείας που χαρακτήριζε οτιδήποτε έλεγε, αν το βιβλίο άξιζε τέτοια θρησκευτική προσήλωση σε συνθήκες υψικαμίνου. Σιγά το ερώτημα. Κατά τη γνώμη μου, το να μελετάς αστυνομικά σενάρια στον ίσκιο ομηρικών ελαιοδέντρων και με τους αστράγαλους βυθισμένους στο τριζάτο πυρίτιο της αμμουδιάς του Αιγαίου δεν είναι ό,τι πιο εθιμοτυπικό. Στο μεταξύ τα τζιτζίκια έκαναν τέτοιο θόρυβο ώστε δεν ακούγονταν σχεδόν καθόλου, το δε εξωπραγματικό φως είχε αρχίσει να εισχωρεί ανάμεσα σε αιτίες και αποτελέσματα έτσι που ο κόσμος παρουσιαζόταν ασυνάρτητος. Το Δωδεκάθεο έπαιζε διπλό παιγνίδι· υπολογίστε 24 απαντήσεις για κάθε ερώτηση.

Η προσπάθεια να συνέλθουμε απ’ τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ ήταν επώδυνη και χρονοβόρα, ενώ μια κυκλική παρέλαση επώνυμων πονοκεφάλων είχε καταλάβει τη σκηνή υπνοβατώντας. Κρίμα, διότι κανονικά θα έπρεπε να γιορτάζουμε τη σωτηρία μας ύστερα απ’ το βάναυσο, αστραπιαίο νυχτερινό ταξίδι της προηγουμένης απ’ τον Φάρο προς το Βαθύ και πάλι πίσω, με την παρέα στριμωγμένη σ’ ένα κατά τύχη διαθέσιμο φουσκωτό που -συγνώμη για την έκφραση:- το κυβερνούσε ο υποφαινόμενος αρκετά πιωμένος ώστε να εμπιστεύεται τυφλά το ένστικτό του, οξυμένο σε βαθμό παραίσθησης απ’ την φρενήρη ταχύτητα κατά μήκος της βραχώδους παραλίας, χωρίς φως, στο απόλυτο σκοτάδι και χωρίς παραδόξως να προκύψει κάποιο φρικτό δυστύχημα. Εδώ η τύχη βοήθησε τους δειλούς.

Εν πάση περιπτώσει, η ανάμνηση του δρομολογίου με το αβύθιστο φουσκωτό της Zodiac συνεισφέρει στο να χρονολογήσω το επίδικο συμβάν της επομένης. Δυσκολεύομαι να ανακαλέσω τα λόγια του Π. με ακρίβεια, επειδή άνθρωποι σαν κι εμάς, χτυπημένοι απ’ το χανγκόβερ και την παράλυση των κοινωνικών δεσμών με τη στοιχειώδη ευγένεια, περισσότερο μουγκρίζαμε παρά μιλούσαμε, όμως φαίνεται πως η απάντηση που του δόθηκε ήταν αόριστα τιμητική για το υπό μελέτη έργο, οπότε ο Π., και τον ευχαριστούμε όλοι γι’ αυτό, αναρωτήθηκε τώρα φωναχτά αν θα μπορούσε να πάρει κι εκείνος το βιβλίο στα χέρια του, υπονοώντας δηλαδή την προοπτική να το παραλάβει αφού προηγουμένως ο εμβριθής του κάτοχος ολοκλήρωνε την ανάγνωση, αύριο ή μεθαύριο, ποιος ξέρει… Και γιατί να ξέρει, άλλωστε. Οπότε ο Λ. -και πώς να μη θαυμάζεις τέτοια πρόσωπα!- κούνησε το κεφάλι, έκοψε επιτόπου το βιβλίο στη μέση, σαν τοστ, και παραχώρησε στον ερωτώντα το ένα τρίτο, που είχε ήδη διαβάσει.

Ισως να ήταν κάτι περισσότερο, κοντά στα δύο πέμπτα.

Οπωσδήποτε, κάθε λακωνικός σχολιασμός αυτής της μνημειώδους αντίδρασης θα ‘ταν ελλιπής· συμβιβάζομαι προς το παρόν με το να σημειώσω ότι υπήρξε τέτοια η έκπληξη ώστε σχεδόν ξεμέθυσα. Είχα ευλογηθεί με το να είμαι θεατής μιας υπέροχης κίνησης, μιας κίνησης που εξαιτίας της σταμάτησαν τα ρολόγια. Καμία σχέση με τη χειρονομία του Χάρισον Φορντ, που σχίζει και αφαιρεί τη σελίδα του τηλεφωνικού καταλόγου στο Φράντικ. Ούτε ακούστηκε βήχας. Εδώ οφείλουμε μάλλον να συγκρίνουμε το συμβάν μ’ εκείνη τη σπάνια πιρουέτα χάρη στην οποία η φώτιση προσφέρεται δωρεάν.

Ασφαλώς, είναι ο ίδιος ο Θεός (Θωθ ή άλλος) που μας αξιώνει, ενίοτε, να γίνουμε μάρτυρες τέτοιων σκηνών και νομίζω ειλικρινά πως το ριγηλό σκοτείνιασμα που προκλήθηκε απ’ αυτήν την αναπάντεχη χειρονομία κάλυψε για κλάσμα δευτερολέπτου το οπτικό μου πεδίο, συμπυκνώθηκε, έγινε μια κηλίδα και κατόπιν βυθίστηκε στην αντίληψή μου σαν ένα αριστούργημα αποενεργοποίησης του συνειδητού νου. Η χειρονομία ήταν εντελώς απαλλαγμένη από βία ή κακή πρόθεση, δίχως ίχνος σαρκασμού ή ενόχλησης, δίχως τη μεσολάβηση του αμυδρότατου δισταγμού ή του πνεύματος αντιπαροχής, μια κινούμενη κίνηση στην καθαρή της μορφή. Δεν υπήρχε εδώ ούτε γενναιοδωρία ούτε ελεημοσύνη. (Πρβλ. με συνάντηση Μεγάλου Αλεξάνδρου και Διογένη του Κυνικού, όπου όμως το ζήτημα θα κρινόταν από τη στάση που θα υιοθετούσε ο τρίτος, τουτέστιν ο ήλιος. Εδώ ο ήλιος ούτε καν στραβοκοίταξε!)

Εν ολίγοις, ο πηγαίος αυτοματισμός της κίνησης θα αντιστεκόταν αποθαρρυντικά σε οποιαδήποτε ψυχολογική ερμηνεία ή περιγραφή οιουδήποτε εξυπνάκια. Θα δεχόμουν να την παρομοιάσω με τη χαλάρωση των δακτύλων του τοξότη ζεν, όταν η χορδή ελευθερώνεται άνευ του ελάχιστου κραδασμού.

Θα μπορούσα επίσης να την παρομοιάσω με φτέρνισμα.

Εμελλε όμως να ενσταλάξει παράλληλα μιαν σταγόνα δυσανεξίας στο ρεπερτόριο των αναπολήσεών μου, αφού έχω ακόμη την τάση να πιστεύω ότι σηματοδοτεί το εναρκτήριο λάκτισμα του ελληνικού μεταμοντερνισμού.

Το 1910, ο Καντίνσκι είχε κρεμάσει ξαφνικά έναν πίνακα ανάποδα διότι -είπε- έτσι έδειχνε καλύτερος. Αυτό ήταν όλο. Χώρια που, όπως διευκρίνισε ο Μπόρχες όταν του ζήτησαν να τοποθετηθεί στο ζήτημα της λογοκρισίας, κάθε περικοπή, έστω από δικαστές, βελτιώνει ένα οιοδήποτε έργο. Αν ρωτάτε εμένα, ειδικά το ήμισυ ενός αστυνομικού μυθιστορήματος είναι πάντα καλύτερο απ’ το όλον· το ένα τέταρτο καλύτερο απ’ το ήμισυ και ούτω καθεξής.

Μερικοί συμβολισμοί απογειώνουν και απογειώνονται. Ενδεχομένως, η σχάση εικονογραφούσε την ιδεατή τομή που διασχίζει την ύπαρξη του γραφέα (και του αναγνώστη· γενικώς του υποκειμένου της γλώσσας) ως διχασμένου όντος, όπως τον ορίζουν οι ψυχαναλυτές και οι γλωσσολόγοι – διχασμένου ένεκα της αντίθεσης ανάμεσα στη φυσική του ενύπαρξη και στην αναπαραστατική εγγραφή μέσω της γλώσσας. Αυτός ήταν ίσως ο λόγος που το Μαντείο των Δελφών είχε χτιστεί πάνω σ’ ένα γεωλογικό ρήγμα απ’ όπου αναδυόταν το μεθάνιο, με το οποίο φτιαχνόταν η Πυθία και χρησμοδοτούσε. Εδώ που τα λέμε, μου θύμιζε κάθε είδους ρήγμα ή σχίσμα η διαίρεση που διαπερνά την ανθρώπινη κατάσταση, αρχής γενομένης από την αύλακα ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου αλλά και τα ψυχικά ρήγματα, αυτά που μου άρεσε κάποτε, στα γραπτά μου, να αντιπαραβάλλω με το σχισμένο φόντο της Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι, όπου δύο χωριστά πλάνα ελαφρώς διαφορετικού βάθους, ασυνεπή από γεωμετρική άποψη, έχουν συγκολληθεί για την παραγωγή ενός εφέ γύρω απ’ το σημείο φυγής.

Τέλος, ήρθε στο νου μου το εναρκτήριο χτύπημα του πέλεκυ στο δέντρο, από το ξύλο του οποίου θα φτιαχτεί το χαρτί, κοντολογίς το λάκτισμα που βρίσκεται στο σημείο μηδέν κάθε λογοτεχνικής επικοινωνίας. Χρονικογράφοι του 12ου αιώνα μιλούν για την κοπή μιας πελώριας φτελιάς, μοναδικής στο λιβάδι εκείνο, έξω απ’ το κάστρο της Ζιζόρ, το 1188, καθώς και για την αιματηρή διεκδίκηση του ίσκιου του δέντρου με αψιμαχίες ανάμεσα στη φρουρά του άγγλου βασιλιά Ερρίκου Β’ κι εκείνη του γάλλου ομολόγου του Φίλιππου Β’. Γράφω σήμερα κινούμενος από έρωτα γι’ αυτό τον ίσκιο, γι’ αυτό το δέντρο που χάθηκε λόγω της ανικανότητας των ανθρώπων να υιοθετήσουν μια σολομώντεια λύση.

Καλοκαίρι και διάβασμα, σύντροφοι, είναι ένα ζεύγος εννοιών με παλιά ιστορία. Εδώ δεν επρόκειτο για κάτι τόσο μάταιο όσο το σχίσιμο των βιβλίων με τη λήξη της σχολικής χρονιάς.

Και τα πουλιά κελαηδούσαν και ο τόπος μύριζε αντηλιακό. Υστερα άρχισε να νυχτώνει. Και στο κατώφλι της νύχτας της Σίφνου είδα το φάντασμα του χρώματος που λέγεται τιρκουάζ. Χρόνια αργότερα, σ’ ένα διαμέρισμα της οδού Σκουφά, συνειδητοποίησα χάρη σε διαβεβαιώσεις έντιμων ανθρώπων ότι ουδέποτε ήμουν παρών στο επεισόδιο αλλά μάλλον φαντάστηκα ότι ήμουν, έχοντας γίνει, προηγουμένως, αυτήκοος μάρτυρας της ζωντανής ανταπόκρισης τρίτων – ακολούθως, η διαρκώς βελτιούμενη επανάληψη της αφήγησης προίκισε τα συμβάντα με μιαν ιμπρεσιονιστική αληθοφάνεια που κατέκτησε πρώτον εμένα. Διότι είμαι επιρρεπής στο να με κατακτούν.

Και επρόκειτο, ευτυχώς, για μυθιστόρημα όχι του Τόμσον αλλά του Στίβεν Κινγκ.

Rem tene, verba sequentur! Σήμερα ξέρω ότι το τιρκουάζ είναι θηλυκό κι ότι ταιριάζει, ερωτικά, με το χρώμα του κοραλλιού και με το κίτρινο των αβγών του αχινού που πολλαπλασιάζονται με την πανσέληνο.

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: