Αρχική > κοινωνία > Συνδικάτα και κρίση

Συνδικάτα και κρίση

Του Νίκου Τσούλια

clip_image002Είδαμε σε προηγούμενο άρθρο (Κρίση της πολιτικής) τη μεγάλη ευθύνη / ενοχή του πολιτικού μας συστήματος για τη σημερινή κατάσταση της χώρας. Όμως σε μια εθνικού επιπέδου περιπέτεια – από τις μεγαλύτερες της μεταπολεμικής περιόδου μαζί με την Απριλιανή δικτατορία και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο – οι ευθύνες είναι ευρύτερες του πολιτικού πεδίου. Οι κοινωνικοί φορείς ναι μεν δεν έχουν την «τελική απόφαση» στα πολιτικά δρώμενα, αλλά έχουν συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι και στην πολιτική διαπάλη.

Σε μια πρώτη προσέγγιση, μπορούμε να αναφέρουμε ότι οι δύο μεγάλες συνομοσπονδίες της χώρας (ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ) εκφράζουν κυρίως μεσαία κοινωνικά στρώματα, τα οποία ήταν και αυτά που είχαν μια διαρκή οικονομική κυρίως άνοδο τις τελευταίες δεκαετίες. Αντιμετωπίζουν, δηλαδή, ως βασικό πρόβλημα το γεγονός του τέλους μιας διαρκούς προόδου των κοινωνικών τμημάτων που εκπροσωπούσαν.

Ας δούμε κατά πρώτο τα αφορώντα στη ΓΣΕΕ. Η συνομοσπονδία αυτή εκπροσωπεί ουσιαστικά τις ΔΕΚΟ (ΟΤΟΕ, ΓΕΝΟΠ / ΔΕΗ, εργαζόμενοι στον ΟΤΕ, στις συγκοινωνίες κλπ). Ουσιαστικά πρόκειται για κατηγορίες εργαζομένων που είχαν χαρακτηριστικά δημοσίων υπαλλήλων, αν αναλογιστούμε ότι είχαν κατοχυρώσει την μονιμότητα που είναι το κύριο στοιχείο του δημόσιου υπάλληλου. Όσον αφορά δε το οικονομικό τους status ήταν καλύτερο από αυτό των δημοσίων υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα. Αυτά τα τμήματα είχαν αναπτύξει ένα είδους «σώματος παρέμβασης» στο εσωκομματικό τοπίο των κομμάτων και πιο πολύ των αντίστοιχων κυβερνώντων κομμάτων και ακόμα πιο πολύ του σημερινού κυβερνώντος κόμματος και αυτό το στοιχείο τους προσέδιδε σημαντική πολιτική επιρροή.

Απτό στοιχείο είναι ο μεγάλος αριθμός πολιτευτών, βουλευτών και πολιτικών που αναδείχθηκαν από αυτό τον χώρο συγκριτικά με τους άλλους χώρους είτε του στενού δημόσιου είτε των εργοστασιακών χώρων. Δηλαδή η ΓΣΕΕ ήταν και είναι μια «ΑΔΕΔΥ» του σχηματικά ιδιωτικού τομέα αλλά ουσιαστικά αυτού που λέγεται ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το γεγονός ότι το ΠΑΜΕ αναπτύχθηκε μόνο στο χώρο της ΓΣΕΕ οφείλεται – κατά τη γνώμη μου πάντα – στην αδυναμία κάλυψης των κάθε είδους εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα – πέραν των προαναφερθέντων ΔΕΚΟ κλπ – από τη ΓΣΕΕ.

Στην ουσία ο συνδετικός ιστός μεταξύ ΓΣΕΕ και των εργαζομένων σε ιδιωτικές βιοτεχνίες και εργοστάσια ήταν η σύναψη της Συλλογικής Σύμβασης. Βέβαια θα ισχυριστεί κάποιος ότι αυτή η εξέλιξη ήταν μάλλον αναπόφευκτη, αφού αφενός ο αριθμός των εργοστασιακών εργατών ήταν μικρός και αφετέρου η δυναμική ανάπτυξη των άλλων (ΔΕΚΟ κλπ) ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Έτσι η ΓΣΕΕ βρίσκεται σε ένα υπαρξιακό σταυροδρόμι. Θα υποστεί αναπόφευκτα έναν ευρύ μετασχηματισμό αφενός λόγω της μακροχρόνιας μη ουσιαστικής αντιπροσώπευσης των βιομηχανικών εργατών και αφετέρου λόγω της αμφισβήτησης των σημερινών οικονομικών αλλά και θεσμικών χαρακτηριστικών των ΔΕΚΟ. Έχει κάποια στρατηγική για την αντιμετώπιση αυτών των κρίσιμων δεδομένων; Δε φαίνεται. Ο χρόνος θα δείξει.

Ας έλθουμε τώρα στα της ΑΔΕΔΥ. Η συνομοσπονδία αυτή εκπροσωπεί εργαζόμενους με πιο σαφείς οριοθετήσεις από ό,τι εκείνες της ΓΣΕΕ. Έχει, δηλαδή, καλύτερη θεσμική αντιστοίχηση εκπροσώπησης σε σχέση με τη ΓΣΕΕ. Εδώ, ωστόσο, υπάρχει και ένα αντίστροφο πρόβλημα. Ενώ οι πληθυσμιακά μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων είναι οι εκπαιδευτικοί και οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, ωφελημένοι από τις σχέσεις τους με το κράτος έχουν βγει άλλες κατηγορίες. Αυτό οφείλεται κυρίως στη συντεχνιακή αντίληψη και πρακτική κυβερνήσεων και υπουργών και όχι σε μια μονομερή συμπεριφορά της ΑΔΕΔΥ.

Ωστόσο, η ΑΔΕΔΥ αν και ήταν για χρόνια και χρόνια υπέρμαχος της λογικής «ίσες αμοιβές για ίδια προσόντα εργαζομένων», όχι μόνο στην πράξη δεν είχε καμιά αποτελεσματικότητα αλλά από ένα σημείο και μετά φαινόταν να μην ενοχλείται. Έτσι οι πραγματικές ισορροπίες είναι παραλυτικές, αφού δεν στηρίζονται σε πραγματική βάση και σε κάποιες σταθερές αρχές, αλλά μάλλον στο παραταξιακό και προσωπικό ισοζύγιο των συνδικαλιστών σε επίπεδο κορυφής. Αλλά αυτό αποτελεί αρνητικό στοιχείο και απομειώνει τη δυναμική της συλλογικότητάς της. 

Οφείλουμε να πούμε ότι διαχρονικά ο βαθμός συσπείρωσης των εργαζομένων στην ΑΔΕΔΥ ήταν μικρότερος από τον αντίστοιχο της ΓΣΕΕ, για λόγους που ήδη έχουν σημειωθεί. Εδώ άλλωστε υπήρχε μια διαρκής τάση στους κόλπους των εκπαιδευτικών – ανεξάρτητα από το ότι δεν εκφράστηκε σε θεσμικό επίπεδο – που επεδίωκε ένα ξεχωριστό εκπαιδευτικό μισθολόγιο, τάση που ανέκοπτε τη δυναμική της ΑΔΕΔΥ ως ένα βαθμό.

Στο ζήτημα «τι κάνουμε σήμερα» με την ευρείας έκτασης οικονομική κρίση και η ΑΔΕΔΥ στέκεται αμήχανη. Και όχι μόνο αυτό. Στην ένταση του προβλήματος προσπαθεί να απαντήσει με σπασμωδικές κινήσεις και με κινήσεις ακτιβισμού. Για παράδειγμα, το καλοκαίρι έβγαλε την περίφημη «απόφαση» (τη βάζω σε παρένθεση γιατί δεν υπήρξε τέτοια απόφαση από τα συλλογικά όργανα της ΑΔΕΔΥ, δηλαδή η παραλυτική νοοτροπία καλά κρατεί !!) οι εφοριακοί λίγο ως πολύ να μην κάνουν τη δουλειά τους και αυτό όχι μέσω απεργίας – που θα ήταν απολύτως συμβατό με την κινηματική κουλτούρα – αλλά μέσω της «ετσιθελικής» στάσης των εργαζομένων. Βέβαια στην πράξη οι εργαζόμενοι στις εφορίες απέρριψαν αυτή την εκφυλιστική πρακτική.

Αυτή η παρακμιακή στάση φυσικά όχι μόνο ζημίωσε την ΑΔΕΔΥ και την υπόθεση συνολικά των εργαζομένων – στοιχείο που έσπευσε η κυβέρνηση να το επωφεληθεί – αλλά κατέδειξε την αδυναμία της ΑΔΕΔΥ να δώσει μια ουσιαστική πρόταση σε όσους εκπροσωπεί. Η συνέχεια αυτής της αδυναμίας και της παρακμιακής αντίληψης γράφεται σήμερα. Η ΑΔΕΔΥ αποφάσισε να κάνει καταλήψεις το επόμενο διάστημα σε όλα τα υπουργεία. Ανακάλυψε, δηλαδή, αριστερίστικες πρακτικές που ιστορικά απέρριπτε. Θα ισχυριστεί κάποιος ότι είναι η ένταση του προβλήματος που επιφέρει αυτές τις δυναμικές! Αλλά αυτή η πρακτική δε συνιστά στάση ευθύνης από την κορυφαία οργάνωση του δημοσίου, αντίθετα είναι ομολογία αδυναμίας όχι για να δώσει λύσεις – που ούτως ή άλλως είναι δύσκολο σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία -, αλλά για να αντιστοιχηθεί με τις πραγματικές αγωνίες των εργαζομένων.

Ωστόσο τα ερωτήματα είναι απλά.
α) Θα προωθήσουν τα αιτήματα των εργαζομένων οι καταλήψεις;
β) Θα μειωθεί ο δανεισμός της χώρας με τις καταλήψεις;
γ) Θα βοηθήσουν τη χώρα να υπερβεί την κρίση;
δ) Θα απαλλαγούμε εφεξής του οικονομικού κόστους των απεργιών αφού υιοθετείται πιο «προχωρημένη» μορφή δράσης;
ε) Πέραν της εφήμερης δημοσιογραφικής αναφοράς, η κίνηση θα συσπειρώσει τους εργαζομένους;
στ) Θα πληγεί με αυτό τον τρόπο ο καπιταλισμός ή ο ταξικός αντίπαλος ή η κυβέρνηση;

Πέραν των σχεδόν αυτονόητα απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα, η γνώμη μου είναι πως όλο αυτό το ανούσιο “παραλήρημα” δεν δείχνει ούτε καν μια στοιχειώδη σοβαρότητα απέναντι στα σοβαρά προβλήματα των εργαζομένων. Αντίθετα καταδεικνύει αδυναμία και ομολογεί αδιέξοδα.
Στο ερώτημα «τι κάνουμε» θα καταθέσω τις δικές μου απόψεις σε επόμενο κείμενο.

Κατηγορίες:κοινωνία Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: