Αρχική > πολιτισμός > Του Καζαντζίδη ο στεναγμός

Του Καζαντζίδη ο στεναγμός

Ο αδιαφιλονίκητος λαϊκός τραγουδιστής

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 10.9.11

Αν ζούσε θα έκλεινε στις 29 του περασμένου Αυγούστου τα 80. «Εφυγε» δέκα χρόνια πριν -14 Σεπτεμβρίου 2001, στα 70 του, αφήνοντας όμως τη φωνή του σε τραγούδια που σημάδεψαν μια εποχή: την Ελλάδα της φτώχειας, της μετανάστευσης, της πίκρας και του στεναγμού. Αδιαφιλονίκητος, ως εκ τούτου, ο τίτλος του λαϊκού ερμηνευτή, με την απήχηση που είχε κι εξακολουθεί να έχει.

Είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω για μια μεγάλη συνέντευξη, εφ’ όλης της ύλης καθώς λέμε, που δημοσιεύτηκε στην παρούσα εφημερίδα το διήμερο 11-12 Ιουλίου 1988. Είχε τότε αποδεσμευθεί από το συμβόλαιο με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως», που, κατά τον ίδιο και τους φίλους και οπαδούς του, τον είχε «καρυδώσει». Ενδεικτικός ο τίτλος του νέου του δίσκου: «Ελεύθερος» – δηλωτικός της δωδεκάχρονης απουσίας του από τη δισκογραφία. Παρά την προβολή που του έγινε, ωστόσο, δεν πήγε και τόσο καλά, όπως και ό,τι άλλο έβγαλε έκτοτε. Κατά την εκτίμησή μου, η τραγουδιστική του διαδρομή είχε σταματήσει στο «Υπάρχω» (1975), που έβγαλε δέκα χρόνια από τότε (1965) που, στο απόγειο της καριέρας του, σταμάτησε τις εμφανίσεις του στα κέντρα. Κατά καιρούς υποσχέσεις του ότι θα επανεμφανιστεί έμειναν απραγματοποίητες, με τον ίδιο να επικαλείται δυνάμεις που τον ήθελαν στο περιθώριο.

Στην κατάψυξη…

Να μνημονεύσουμε λοιπόν τον Καζαντζίδη και από αυτή τη σελίδα με ψήγματα από τη συνέντευξη του 1988, ένα μέρος της οποίας καλύπτεται με βολές κυρίως κατά του Μάκη Μάτσα της «Μίνως» και του Χρήστου Νικολόπουλου, με τον οποίο είχε συνεργαστεί, τσακωθεί, ξανασυνεργαστεί, ξανατσακωθεί…

Γιατί, αφού δεν του άρεσαν τα κέντρα, δεν εμφανιζόταν, όπως άλλοι, σε γήπεδα και στάδια:

«Κοιτάξτε, νομίζω ότι ο καλλιτέχνης είναι επίκαιρος πάντα με τον δίσκο. Εάν δεν έχει καινούργιο δίσκο σε επικαιρότητα και κάποιες επιτυχίες, καλό είναι να μην κάνει ούτε συναυλίες ούτε άλλες δημόσιες εμφανίσεις. Εγώ αυτή την τύχη δεν την είχα λόγω της κακής μεταχείρισης που είχα. Εγώ ήμουν στην κατάψυξη κυριολεκτικά. Τι να ‘βγαινα να ‘λεγα: "Δυο πόρτες έχει η ζωή" και "Μαντουμπάλα" και "Μανούλα θα φύγω μην κλάψεις για μένα"; Δεν είχα καινούργιο ρεπερτόριο να πω στον κόσμο. Ενας από τους λόγους και άλλοι που δεν μπορώ να αναφέρω τώρα. Κι είχα τόση πίκρα μέσα μου που έλεγα, δε βαριέσαι, αφού η πολιτεία δεν μπόρεσε να με αποδεσμεύσει και μ’ έχει κατάδικο χωρίς να ‘χω κάνει τίποτα, δεν αξίζει να ξανατραγουδήσω».

Υπήρχαν όμως και κάποια χαρτιά που είχε υπογράψει:

«Τα χαρτιά είναι για να δεσμεύουν μόνο τον καλλιτέχνη. Καμιά εταιρεία στην Ελλάδα δεν δεσμεύτηκε ποτέ από όρους καλλιτέχνη».

Σε σχέση με τους «στενάχωρους» στίχους των τραγουδιών του:

«Τραγουδάνε χίλιοι τόσοι τραγουδισταί εύθυμα τραγούδια. Είναι βέβαια πονεμένα τα τραγούδια μου, δεν λέω, αλλά αυτό είναι το είδος μου. Δεν μπορώ να πω χαρούμενο τραγούδι. Είναι η δομή μου τέτοια».

Ρεμπέτικα γιατί δεν έχει πει;

«Το ρεμπέτικο δεν μου πάει εμένα. Θεωρώ ότι πήρε στο λαιμό του και το λαϊκό τραγούδι. Το ρεμπέτικο βγήκε μέσα από τα καταγώγια, μπερδεμένο με χασίσια, με φυλακές, με μαχαιρώματα (…) Το λαϊκό τραγούδι δεν έχει καμιά σχέση με το ρεμπέτικο, είναι πάναγνο σαν το νερό το κρυστάλλινο που βγαίνει από μια πηγή. Είναι τα προβλήματα της φτώχειας».

«Να πεθάνω αλλού»

Σχετικά με τη φήμη ότι έχει χάσει πολλά χρήματα στο καζίνο:

«Ηταν μια ανθρώπινη αδυναμία που κράτησε 3-4 μήνες. Δεν μπορώ να πω ότι έχασα πολλά λεφτά, απλώς πήγα εκεί σαν μια διέξοδο. Εκεί ξεχνιόταν το μυαλό μου. Βρήκα όμως τη δύναμη και το σταμάτησα, όπως βρήκα τη δύναμη κι έκοψα και το τσιγάρο».

Η γνώμη του για την πολιτική:

«Η πολιτική… Το πιο αστείο πράγμα που υπάρχει σ’ αυτό τον τόπο είναι η πολιτική. Ο Ελληνας είναι ο πιο απροστάτευτος πολίτης που υπάρχει στον κόσμο (…) Τι να λέμε, ο άνθρωπος εδώ είναι πολύ υποβιβασμένος».

Και στην ερώτηση τι θα επιθυμούσε πλέον στη ζωή του:

«Είναι λίγο μακάβρια η απάντηση που θα σας δώσω, αλλά το πιστεύω και το θέλω. Θα ‘θελα να πεθάνω αλλού. Γιατί είναι τόση η πίκρα που κουβαλάω μέσα μου, που θα ‘θελα να μην υπάρχω σ’ αυτή τη χώρα που λέγεται Ελλάδα. Τυραγνιέμαι από τριών μηνών παιδάκι. Σκότωσαν τον πατέρα μου, η μητέρα μου αγωνίστρια, δεν δικαιωθήκαμε ποτέ. Ημασταν μια ζωή πρόσφυγες, του κλότσου και του μπάτσου. Ημασταν αποδιοπομπαίοι τράγοι σ’ αυτό τον τόπο, όλο το προσφυγικό στοιχείο (…). Θα κοιτάξω, όταν έρθει η ώρα μου, όπως οι ελέφαντες που κάνουν το ταξίδι αυτό στο κοιμητήριό τους, να φύγω, να πάω να πεθάνω αλλού»…

Ο Καζαντζίδης (που έφυγε από τη ζωή 13 χρόνια μετά από αυτή τη συνέντευξη) αναπαύεται, έπειτα από επιθυμία του, δίπλα στον τάφο της μητέρας του Γεσθημανής, στο νεκροταφείο Ελευσίνας.*

Σχολείο

Ετσι & Αλλιώς

Γράφοντας παραδίπλα για τον Καζαντζίδη, σκεφτόμουν ότι κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί, πριν από μόλις δύο χρόνια, ότι η Ελλάδα θα πισωγύριζε στην εποχή του 1950 και του 1960.

Με μια ουσιώδη διαφορά: ότι ενώ τότε πασχίζαμε από την ανέχεια να περάσουμε σε μια καλύτερη ζωή, σήμερα (μετά τη δανεική, όπως καταφαίνεται, ευημερία) ξαναγυρνάμε εκεί απ’ όπου νομίζαμε ότι ξεφύγαμε, με τους νέους ιδιαίτερα να αντιμετωπίζουν το φάσμα της ανέχειας και της μετανάστευσης. Και να μην υπάρχει μια πολιτική να σκεφτεί να συγκρατήσει τη διαφαινόμενη, για ακόμη μια φορά, απειλή να απορφανιστεί ο τόπος από το πιο εύρωστο δυναμικό του.

Δεν υπάρχει νομίζω καλύτερη παρηγοριά, ειδικότερα σε τούτους τους καιρούς, από ένα γεμάτο θέατρο. Οπως αυτό που έγινε το περασμένο Παρασκευοσάββατο στο Ηρώδειο, όπου το «Απλό Θέατρο» του Αντώνη Αντύπα παρουσίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Μήδεια» (που έχασα στην Επίδαυρο, αλλά βρήκα ευτυχώς εκεί), σε σκηνοθεσία Αντύπα, μουσική Ελένης Καραΐνδρου, με Μήδεια την Αμαλία Μουτούση. Υπερπλήρες το ρωμαϊκό θέατρο από ένα λαϊκό κοινό, χωρίς «επώνυμους», που το τράβηξε η φήμη μιας εξαιρετικής παράστασης, χωρίς εφέ, χωρίς το είδος των νεωτερισμών που λειτουργούν σε βάρος του λόγου και του μηνύματος.

Θυμάμαι σχετικά μια συνέντευξη που είχα πάρει από τη Λιλή Ζωγράφου, με την ευκαιρία του τελευταίου της βιβλίου «Από τη Μήδεια στην Σταχτοπούτα». Και όπου, μεταξύ άλλων, είχε εκτιμήσει πως αν τα ήθη της τραγωδίας του Ευριπίδη ίσχυαν στους καιρούς μας, τα κοιμητήρια θα ήταν γεμάτα σκοτωμένα από απατημένες μανάδες παιδάκια (που τι φταίνε τα έρμα;). Και, θα ‘χετε παρατηρήσει, βέβαια, τόσα αρχαία ονόματα δίνονται στα παιδιά – σε κανένα όμως τ’ όνομα Μήδεια. (Και με την ευκαιρία, το Παιδικό Χωριό SOS, στο οποίο η αξέχαστη συγγραφέας είχε εκχωρήσει τα πνευματικά της δικαιώματα, φροντίζει για την επανέκδοση των εξαντλημένων έργων της;)

ΣΗΜ. Καθόταν στην άκρη του δρόμου με το σκύλο του και μια ταμπελίτσα: «Πεινάω». Τους άφησε κάτι – για το σκύλο.

Κατηγορίες:πολιτισμός Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: