Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Ερύμανθος: Μορφή ή Είδωλο;

Ερύμανθος: Μορφή ή Είδωλο;

Του Νίκου Τσούλια

107

Δεν είναι μόνο ο βασικός οριοθέτης του ορίζοντά μας – άλλωστε η ανατολή και η δύση πάντα είχαν αρχέτυπα θεϊκά / του ήλιου προνόμια στον ορίζοντα -, είναι η μόνη απάντηση της Γης στην κυκλική απολυτότητα, στη γεωμετρικότητα της ουράνιας σφαίρας, είναι το μόνο βουνό του τόπου μας, είναι το σημείο που σκάει ο ήλιος, που γίνεται η τελετουργία για το ξεκίνημα της ημέρας, είναι το σύμβολο του καθημερινού ξημερώματος που διώχνει το σκοτάδι και δίνει συνέχεια στη ζωή.

Η δύση, το ηλιοβασίλεμα έχουν υμνηθεί περισσότερο από την ανατολή και το ηλιοξεκίνημα. Υπάρχουν λόγοι συμβολικοί, ακαταμάχητοι.
Οι παλιότεροι συνέδεαν το ηλιοβασίλεμα με το τέλος της κούρασης, της “από ήλιο σε ήλιο” επίπονης εργασίας και παρέπεμπε στην τόσο επιθυμητή ξεκούραση…
Οι νεότεροι συνδέουμε το ηλιοξεκίνημα – που ποτέ δεν βλέπουμε – με το αγουροξύπνημα (αργοκοιμόμαστε γαρ…) και με την εργασία (δεν είναι πλέον τόσο κουραστική…) που δεν την αγαπάμε…
Υπάρχει και ο έρωτας.
Το ερωτευμένο ζευγάρι θα συναντηθεί το βραδάκι και όχι το πρωινό και θα αγναντέψει τη δύση του ηλίου και θα υμνηθεί το ηλιοβασίλεμα από το βλέμμα και τα όνειρα των ερωτευμένων. Τι πιο ιερό από του έρωτα την αφήγηση;

Αλλά…
Έχουμε ποτέ ρεμβάσει με τις άπειρες ροδίζουσες αποχρώσεις της ανατολής;
Έχουμε στοχαστεί στο πώς το αντιφέγγισμα της προαναγγελίας της ανατολής ξανα- ανασταίνει όλα τα πράγματα δίνοντας και πάλι τις χαμένες από το σκοτάδι μορφές τους; Έχουμε αναλογιστεί τι θα σήμαινε να μην ανατείλει ο ήλιος (ο Θεός όλων των λαών της “άγριας σκέψης”) ή αν είναι το ίδιο με το να μην “πέσει”;

Ανατολή, ο αιώνιος θρίαμβος της ζωής. 
Ερύμανθος: το βουνό της δικής μας ανατολής, το καλύτερο βουνό του κόσμου.
Τι και αν υπάρχει Όλυμπος και Πήλιο, Άλπεις και Αραράτ, Κιλιμάντζαρο και Ιμαλάια,
για μας ο Ερύμανθος είναι «πάνω» απ’ όλα τ’ άλλα βουνά, είναι εδώ, διαμορφώνει τον κόσμο μας.
Δωρικός – βαρύς όγκος, αλλά ιωνικό – καλλίγραμμο σχήμα, πλαγιές: κατοικίες χιονιών και κάτοπτρα ηλιαχτίδων, “ολοπόρφυρες ράχες στου κόσμου το χάραμα”, κορυφές: του βλέμματος και του ονείρου εστίες, πολλαπλότητα γήινης έξαρσης – πενταπλός με το μεσαίο τμήμα να υπερέχει επί των άλλων, επιβλητική Μορφή, δέσποζε στο τέλος των λόφων που συνέχιζαν το ίσωμα του ηλειακού κάμπου και που γεύονταν τη δροσιά των σταματημένων από το χέρι του ανθρώπου νερών του Βουνού· στα ριζά του και λίγο απόμακρα, το δάσος της Φολόης, το πράσινο οροπέδιο της μυστικής συνάντησης του Βουνού και της μεγάλης πεδιάδας.

Ερύμανθος: Η γεωλογική ιστορία της περιοχής: η ακινησία, “η παρηγορητική βεβαιότητα της αναλλοίωτης ταυτότητας της μάνας γης”, ο θρίαμβος της μνήμης.
Και αποκάτω μέχρι τη θάλασσα η μετασχηματισμένη φύση, η ιστορία του ανθρώπου, η ρευστότητα ενός κόσμου που επιθυμεί διαρκώς να αλλάζει, ενώ νοσταλγεί διακαώς αυτό που δε φθείρεται από την αδηφάγα μηχανή του χρόνου. Γι’ αυτό στρέφουμε τα μάτια και την ψυχή μας προς τα εκεί, στο σύμβολο της ακινησίας και της αφθαρσίας, στον Ερύμανθο.

Η ψηλότερη κορυφή του ψάχνει τη θεϊκή καταγωγή του, προσπαθεί να ξεφύγει από το «προπατορικό αμάρτημα» του φυσικού γήινου κόσμου, τη βαρύτητα· ο Ωλενός βλέπει τον ήλιο να χάνεται πέρα στο Ιόνιο, ξέροντας ότι θα εμφανιστεί από την πλευρά του φίλου του, του Χελμού, αγναντεύει τις άλλες κορυφές του, το Καλλιφώνι, το όρος Λάμπειο, τη Μουγγίλα, τον Προφήτη Ηλία, τον Πυργάκο, το Νεραϊδοβούνι, την Ψηλή Τούρλα, τη Λεπίδα, το Μελισσοβούνι, τον Άγιο Αθανάσιο. Συνάντηση κορυφών και απαρχές του υγρού ταξιδιού στο δρόμο για τα χαμηλά του Πηνειού, του Πείρου, του Παραπείρου, του Σελινούντα και του Ερύμανθου -  “βαφτιστήρι” του βουνού.

Η μυθολογία κατοικεί εδώ, ο Ερυμάνθειος κάπρος, οι αναρίθμητοι κάπροι βρήκαν τη βασιλεία των βελανιδιών αποκάτω στη Φολόη και εγκαταστάθηκαν εδώ, μέχρι που ο Ηρακλής έγινε για άλλη μια φορά ήρωας.
Εδώ είναι ο τόπος διαμονής της Αρτέμιδας και του Πάνα.
Εδώ, ο βασιλιάς της Αρκαδίας Λυκάονας έσπειρε τον απόγονό του,
τον Ερύμανθο που ονοματοθέτησε το γήινο σύμβολό μας.
Εδώ η Αφροδίτη «πέτρωσε» τον Ερύμανθο, γιατί την είδε να κάνει μπάνιο με τον Άδωνη. Καλά έκανε ο Ερύμανθος καλά και η Αφροδίτη!

Αυτό το «πέτρωμα» έτρεφε χρόνια και χρόνια τα σύνορα του βλέμματός μας,
την εστία της πρώτης ματιάς που ρίξαμε στον Κόσμο,
την απορία τι «είναι πίσω από εκεί» - 
για τα άλλα σημεία του ορίζοντα δεν πολυσκοτιζόμαστε.
Από εδώ άρχιζε η μέτρηση της ώρας ή, μάλλον, το πόσο είχε προχωρήσει η ημέρα – «πόσα καλάμια πάνω είναι ο ήλιος;», εδώ ήταν το σχήμα της γλυκιάς νοσταλγίας του δικού σου τόπου όταν κάποτε τον εγκατέλειψες.

Εδώ το βλέμμα μας αγκιστρωνόταν το χειμώνα και φανταζόταν τους χιονισμένους τόπους, τόπους παραμυθιού και φαντασίας, βιώναμε του λευκού πέπλου το παιχνίδι που δεν το ζούσαμε στο μικρό μας χωριό, στο λόφο που ισαπείχε από τη θάλασσα και από το Βουνό.
Εδώ κοιτούσαμε διαρκώς το καλοκαίρι (του χειμώνα η βροχή ήταν της δύσης έγνοια) το κάλεσμα που έκανε το Βουνό μας στα σύννεφα και στη βροχή, καιροφυλακτούσαμε τη βαρυσυννεφιά που θα απειλούσε την απλωμένη στα αλώνια σταφίδα, προσμέναμε το ξεκίνημα της δυνατής μπόρας με το ξεθύμωμα του ουρανού που τον Αύγουστο  ξεχωριστό γεγονός πάντα είναι.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς η εικόνα έγινε οπτική φαντασία, απείκασμα συνείδησης, είδωλο ψύχωσης. Άργησα να καταλάβω ότι τελικά δε βλέπουμε με τα μάτια και έτσι έπαψα να βασανίζομαι ότι κάτι μου συμβαίνει αφού σε κάθε μαρτυρία βουνού αναδυόταν το σχήμα της φαντασίωσης του Ερύμανθου.
Και όταν επέστρεφες χρόνια μετά, πήγαινες και ξαναπήγαινες στα ίδια σημεία του παλιού σου σπιτιού – που το έχει ρημάξει ο χρόνος -, για να ατενίσεις το απαράλλαχτο σχήμα – είδωλο, για να πάρει εκδίκηση η μνήμη από τον κατά των πάντων επιδρομέα  χρόνο, που δεν μπορεί να σπάσει αυτό το «πέτρωμα», την ιερή εικόνα.

Και όταν κατέβηκα πρώτη φορά στο χωριό όχι από τον παραλιακό εθνικό δρόμο αλλά από τον «απομέσα», τον «111», χειμώνα καιρό· χιονισμένος μέχρι κάτω, από τα λόφινα ξεκινήματά του, ήταν μαγεία. Η μαγεία του Μύθου και της Πραγματικότητας. 
Μόνος μου κινούμουνα, η ώρα δύσκολη, η σκέψη μου απορροφημένη ολοκληρωτικά στην ολόλευκη εικόνα του, στην αρχέγονη καθαρότητα· οδηγούσα αργά, δεν κατάλαβα καθόλου τις στροφές του δρόμου μήτε τον ίδιο, θα μπορούσα να έχω βγει έξω απ’ αυτόν απλά και φυσικά.
Σε μια εικόνα βγαλμένη από τα παραμύθια, από τη χώρα των φαντασιώσεων,
τα πάντα διαθλώνται στη μαγεία της Εικόνας που μετασχηματίζει το Όλον. 
«Μπορεί η ίδια η πραγματικότητα να σε αφαιρεί από την πραγματικότητα»;

Στις προσωπικές ιερότητές σου, οποιαδήποτε αλλοίωση συνιστά βεβήλωση, είναι ύβρις. Και είναι πιο βαριά όταν είναι στο δικό σου μικρόκοσμο, γιατί νιώθεις ότι είναι μόνο προσωπική σου υπόθεση, οι άλλοι τη βλέπουν ως γραφικότητα, δεν τολμάς να την εκφράσεις.
Μένει άρρητη, θρέφει το παράπονο, αρδεύει τα εδάφη του θυμού και της οργής, δεν καταλαγιάζει στη σιωπή.
Και δεν ήταν μόνο μία, που θα μπορούσες να την απομονώσεις με τον παρηγορητικό λόγο και την απεραντοσύνη της πάντα πρόσφορης εύκολης δικαιολογίας που η γλώσσα τόσο απλόχερα σου δίνει.

Ο δάσκαλος έκανε την πρώτη αποκαθήλωση.
Δεν ήταν καθόλου προσεκτικός, δεν το είπε με τρόπο…
«Το Βουνό μας – δεν χρειαζόταν να πει το όνομά του – δεν είναι δικό μας,
ανήκει και στην Αχαΐα και μάλιστα πιο πολύ σ’ αυτή».
Αναστατωθήκαμε.
Δεν το κουβεντιάζαμε, με σιγότρωγε αυτή η βίαιη εισβολή στης φαντασίας τη μυθοπλασία, μάλλον και τους άλλους…

Δεν ξέρω τι απέγινε αυτή η ένταση, αλλά σιγά – σιγά φαίνεται να ξεχνάγαμε του δασκάλου την αναφορά. Μάθαμε, ευτυχώς, ότι δεν υπάρχουν πραγματικά σύνορα μεταξύ των νομών, ας έλεγαν ό,τι ήθελαν οι χάρτες.
Ας μην ήταν Γόρδιος δεσμός, ας μην ήμουνα ο Μέγας Αλέξανδρος. Ας είναι καλά το κόκκινο στυλό του δάσκαλου, διόρθωσα και στον πολιτικό και στον γεωφυσικό χάρτη τα σύνορα βάζοντας το καφετί ψαροκόκαλο του Ερύμανθου εκεί που ανήκει, στο νομό μας… Δεν καταλάβαμε αν ο δάσκαλος το πρόσεξε, πάντως δεν μας είπε τίποτα. Παράξενο, γιατί τότε δεν επιτρέπονταν πρωτοβουλίες από τους μαθητές και πάντα σε περίμενε του ξυλοδαρμού η … αγωγή.  

Η δεύτερη βεβήλωση ήλθε πολύ αργότερα, από το παράθυρο των αισθήσεων και ήταν πιο οδυνηρή· όταν τον είδα από την πίσω πλευρά…, από τα Καλάβρυτα και ο Ερύμανθος βρέθηκε από την Ανατολή στη Δύση!
«Δεν είναι αυτός ο Ερύμανθος, δεν μπορεί να είναι. Είναι άλλο βουνό!».
Δεν ήταν άλλο. Δεν ήταν όμως και η Μορφή του, δεν ήταν ο δικός μας Ερύμανθος, δεν ήταν  Ερύμανθος της ανατολής. Εκτός…, εκτός και αν δεν υπάρχει μία Μορφή αλλά πολλές. Αλλά τότε ποιος είναι ο Ερύμανθος αν δεν έχει μόνο μια Μορφή; Εκτός αν ο Ερύμανθος για μας τους ανθρώπους φανερώνεται με το Είδωλό του. Αλλά τα είδωλα δεν είναι ιερά; δεν είναι αρχέτυπα και άχρονα;
Εγώ αυτό το Είδωλο του Ερύμανθου υπερασπίζομαι με πάθος, αυτό το Είδωλο λατρεύω.

«Άλλη η γνώση από την αποδώ μεριά των Πυρηναίων και άλλη από την αποκεί», δεν λένε οι φιλόσοφοι; Και έχουν δίκιο, για να μπορεί το υποκειμενικό να έχει τη δική του αυτονομία, να μη συνθλίβεται από το αντικειμενικό, να μπορεί η σκέψη μας ελεύθερα να στοχάζεται έχοντας πάντα το δικό της ασύνορο κόσμο, να μπορεί η φαντασία μας διαρκώς να φτερουγίζει δημιουργώντας και αναδημιουργώντας το είδωλο του εαυτού μας. Πώς θα βιώνουμε την πραγματικότητα αν δεν τη δημιουργούμε;

Όταν το κυρίαρχο Είδωλο του καθημερινού σου κόσμου γίνεται αρχέτυπο, όταν η εικόνα εγχαράσσεται στην πρωτογενή μήτρα της μνήμης και της ασυνείδητης βιωματικής γνώσης, όταν κάτι παίρνει τη μορφή Συμβόλου στη γραμμή του ορίζοντα – τη γραμμή που την κουβαλάς συνέχεια μέσα στη σκέψη σου, σα σημάδι ότι ο χρόνος είναι μια οπτασία, δεν τα αγγίζει όλα, δεν ισοπεδώνει καθετί -, τίποτα δεν μπορεί να το σχετικοποιήσει.
Ο χρόνος συμμάχησε μαζί μου. Έδιωξε το πρόσκαιρο σχήμα, την άλλη πλευρά.
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν απαγκιστρώθηκε οριστικά από τον αμφιβληστροειδή μου,
ποτέ δεν κατασκήνωσε στη σκέψη μου· την ψυχή μου ούτε που την άγγιξε.

Όταν κάτι γίνεται σύμβολο προσωπικό, τότε είναι στοιχείο του Είναι σου.
Δεν μπορείς να το αρνηθείς ούτε να το αμφισβητήσεις.
Γιατί, μπορείς να αναστοχαστείς πάνω στον εαυτό σου, αλλά δεν μπορείς να τον αρνηθείς, μπορείς να παίξεις με την ύπαρξή σου, αλλά δεν μπορείς να την ακυρώσεις, γιατί “αν και μία μονάχα φορά: γήινος να ‘χεις υπάρξει, ανέκκλητο μοιάζει” (Ρίλκε). 

Ερύμανθε,
δε θα περπατήσω στις πλαγιές σου, δε θα κατακτήσω καμιά κορφή σου,
δε θα δω το επίμονο σκαρφάλωμα των λιγνόκορμων δέντρων σου ούτε το πέτρινο ξεφύτρωμα των βοτάνων σου, 
δε θα πατήσω τους εαρινούς σου λειμώνες, δε θα νιώσω του ύψους σου τη δροσιά,
δε θα αφήσω πατημασιές στου χιονιού σου το αντιφέγγισμα, 
δε θα κοιτάξω των αστείρευτων πηγών σου το ανάβρυσμα,
δε θα ρίξω πέτρες στα ορμητικά ρυάκια σου, δε θα ακούσω των βράχων σου την πνοή,
θα αφήσω να θεριεύει του πόθου μου η θεία μανία, θα σε βλέπω πάντα στου “φωτόχαρου ήλιου” την ανατολή, 
στο “πέτρωμά” σου της Αφροδίτης η ομορφιά η θεϊκή, στο “πέτρωμά” μου του θείου υμνολογήματος το Είδωλό σου…

Αυτό το Είδωλο με εξαϋλώνει, με συνεπαίρνει -   
του ονείρου ο ατέρμων λογισμός με ταξιδεύει στον Ερύμανθο των παιδικών χρόνων και των ελληνικών μύθων. 
Σήκωσέ με ψηλά
στο βουνό τα ιερό,
άνεμέ μου και ψυχή μου,
να αγγίξω την ύπαρξή μου,
τη ζωή μου να γευθώ
…”

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: