Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > «Μικρή μου χαμοκέλα…»

«Μικρή μου χαμοκέλα…»

Του Νίκου Τσούλια

clip_image001[7]«Αν θυμάσαι, μικρή μου χαμοκέλα, ήσουν τυχερή. Αρχικά δεν ήσουνα εσύ η χαμοκέλα μας, ήταν άλλη, από την αποκεί πλευρά της μεγάλης γράνας που έκοβε την περιουσία μας στη μέση, αλλά η μεγάλη νεροποντή εκείνη τη νύχτα άλλαξε τη ροή των πραγμάτων, η γράνα κατέβασε το νερό της βροχής, νερό του χειμώνα και των γύρω λόφων και δεν μπορούσε να το πάει όλο στο λαγκάδι, η κοίτη της ξαφνιάστηκε, το θολωμένο νερό τής ξέφυγε και μας το έφερε μέσα στο σπίτι και εμείς στα κρεβάτια κάναμε τους υπολογισμούς μας μέχρι που θα πάει η στάθμη, να περιμένουμε ή να σιάξουμε κατά την σπαρτόραχη πάνω από τα κυπαρίσσια, στο ύψωμα.

Και, από ό,τι κατάλαβες, η απόφαση πάρθηκε γρήγορα και η Εστία μεταφέρθηκε από την αποδώ πλευρά της γράνας πιο κοντά στη δημοσιά, κτίσαμε εσένα κοντά στο δρόμο και όσο γινόταν πιο μακριά από εκείνη τη γράνα.

«Στη ζωή δυο τρία πράγματα κρατούν τον οδηγητικό νήμα της και υφαίνουν τον ιστό της ύπαρξής μας, της ύπαρξής μας που επισκιάζεται από πολλά και ασήμαντα. Και πρέπει να έχεις τα μάτια της ψυχής ανοιχτά για να βρίσκεις το πραγματικό μονοπάτι της ζωής και να μην την καταναλώσεις χωρίς να αντιληφτείς κανένα νόημά της».

Δυο δωμάτια είχες όλα κι όλα. Το ένα η κουζίνα με το τζάκι και δύο κρεβάτια – στο ένα τα τρία κορίτσια, στο άλλο ο παππούς -, και το άλλο, το «σαλόνι», με ένα μικρό ξύλινο τραπέζι στο κέντρο του, τις καλές ψάθινες καρέκλες, δύο κρεβάτια – στο ένα τα δυο αγόρια και στο άλλο οι γονείς -, ένα μπαούλο, ο γιούκος, ένας καθρέφτης γερτός (με δυο καρφιά αποκάτω και με έναν σπάγκο δεμένος από πάνω) στον τοίχο και το καντήλι ψηλά στη μια γωνιά. Είχες πλίθες φτιαγμένες με λάσπη και άχυρα από μαστόρους του χωριού, πατημένη η λάσπη με τα πόδια και ψημένη σε ξύλινα καλούπια στον ήλιο. Ουσιαστικά ήσουνα από χώμα πάνω σε χώμα, από το δικό μας χώμα, γι’ αυτό δεν ξενο-κοίταζες, ήσουνα από εκείνο το τόπο και αυτό τον τόπο αγαπούσες.

Αριστερά, δεξιά και πίσω σου είχαν προστεθεί χώροι αποθηκευτικοί και χώροι για τα ζώα. Δεξιά σου όπως κοίταζες το δημόσιο δρόμο και πιο πίσω από την πρόσοψη, δίπλα στο δρόμο που πέρναγαν ο Διογένης και ο Μπουμπούνας για τις δικές τους χαμοκέλες, ήταν ένας στάβλος που έμπαιναν γουρούνια. Αριστερά σου και πιο πίσω πάλι από την πρόσοψη ήταν πρώτα αποθήκη, η οποία συνεχιζόταν και κάλυπτε όλο το πίσω μέρος του σπιτιού, όπου στο πίσω μέρος βάζαμε το σανό των αλόγων και στο διπλανό μέρος έμπαιναν αλεύρια, γεννήματα, λάδια, όσπρια, καθετί που ήταν για αποθήκευση.

Αριστερότερα της αποθήκης και κολλητά της ήταν ένα μικρό κοτέτσι και ακόμα πιο αριστερά ο στάβλος των αλόγων. Απέναντι από το στάβλο – μετά το δρόμο που έβγαζε προς τον κυπαρισσώνα – ήταν ο φούρνος σκεπασμένος με στέγη με κεραμίδια και δίπλα πιο δεξιά από το φούρνο ήταν το κανονικό κοτέτσι. Από την άλλη πλευρά της αυλής ήταν στοιβαγμένα τα ξύλα για το χειμώνα, χωριστά τα κλαδιά, τα μεσαίου πάχους – κουμαριές, πουρνάρια και σκίντα, και τα χοντρά – τα κούτσουρα, συνήθως πεύκες.

Στο επάνω μέρος της αυλής ήταν 2-3 αμυγδαλιές και πίσω σου στο τέλος του χωραφιού ήταν τρεις μεγάλες λεύκες. Δίπλα από το μικρό δρόμο που έβγαζε σε άλλα χωριά περνούσε μια μικρή γράνα, όχι δεν ήταν επικίνδυνα τα νερά της όπως της άλλης. Τέλος, από το μπροστινό και δεξιό μέρος της αυλής ξεκινούσε ο δρόμος που έβγαζε προς τη δημοσιά.

Α! Ξέρεις με τι ήσουνα χωρισμένη στα δυο δωμάτια; Με καλάμια διπλοπλεγμένα και καλυμμένα με την ίδια λάσπη που γίνονταν και οι πλίθες σου. Δεν μπορεί να έχεις παράπονο, όλα τα υλικά σου ήταν από τον τόπο σου, ήσουνα “ένα” με τη δική σου εστία, όχι σαν εκείνα τα σπίτια που ξεφύτρωναν πάνω στο χωριό – εμείς, θυμάσαι, είμαστε έξω από το χωριό – και φτιάχνονταν με πέτρες και τσιμεντόπλιθες που κουβαλούσαν απ’ αλλού.

«Η εστία μπορεί να είναι ένα μικρό ασήμαντο κομμάτι γης. Την κουβαλάς διαρκώς μέσα σου, είναι όλο το παρελθόν σου, τη βλέπεις συνέχεια μπροστά σου, είναι το μέλλον σου, αγκιστρώνεσαι πάνω της, καταθέτεις ό,τι συνιστά τη μνήμη, δεν αφήνεις τη σκόνη του χρόνου να την αφανίσει».

Η πόρτα της κουζίνας φτιαγμένη από 4 – 5 σανίδες ενωμένες κατά μήκος μεταξύ τους και ανάμεσά τους τα διάκενα έχασκαν γιατί οι σανίδες δεν είχαν ίσιες γραμμές και έμπαινε ο αέρας και το κρύο το χειμώνα πίσω στην πλάτη μας και ανεβαίναμε όλο και πιο κοντά στη φωτιά του τζακιού, «μπρος πήρα και πίσω κλαδευτήρα» έλεγαν οι παλιότεροι, α! είχε και παραθυράκι η πόρτα πάνω δεξιά, φτιαγμένο με μικρές σανιδούλες ενωμένες μεταξύ τους όπως οι σανίδες της πόρτας και συνδέονταν με την πόρτα με μεντεσέδες, μια πορτούλα μέσα στη πόρτα, ποτέ δεν καταλαβαίναμε γιατί υπήρχε γιατί οι γνωστοί δεν χτυπούσαν την πόρτα για να μπουν μέσα, απλώς την έσπρωχναν και όταν ήταν άγνωστοι φώναζαν από μακριά για να γλιτώσουν τα γαυγίσματα και τα στριμώγματα από τα σκυλιά που ξεσήκωναν τον κόσμο, – τότε τα σκυλιά ήταν άγρια και όχι σαν αυτά των σημερινών πόλεων – και η πόρτα άνοιγε πάντα βιαστικά και έτσι ποτέ δεν ανοίγαμε το παραθυράκι γιατί δε χρειαζόταν, απλώς όταν έβρεχε το ανοίγαμε για να χαζέψουμε με τη βροχή.

Είχες και δύο παράθυρα στους τοίχους σου, με τζάμια αυτά, ένα σε κάθε δωμάτιο, ένα στον ανατολικό τοίχο και ένα στο δυτικό. Η κάτω πόρτα του σαλονιού ήταν πιο καλή και δεν είχε παραθυράκι…

«Πόσο υπέροχο είναι να γερνάμε, όταν έχουμε χτίσει τη ζωή σαν αληθινοί χειρώνακτες – δεν υπάρχουν τότε αναμνήσεις που να μην έχουν υποστασιοποιηθεί ως πράγματα, τίποτε δεν είναι παρελθόν: όλα στέκουν εδώ, πραγματικά, μπρος σε μια πραγματικότητα συναρπαστική. Στέκουν εδώ και υπάρχουν και έχουν γίνει αποδεκτά από κάτι σπουδαιότερο, συγγενεύοντας με το πιο μακρινό παρελθόν και μπολιασμένα με το μέλλον». Ρίλκε

Το τσίγκινο τζάκι που είχες στην κουζίνα με τις δυο μπροστινές οξύληκτες γωνίες του να προβάλλουν απειλητικά και σχεδόν κάθε φορά που σηκωνόμαστε, καθισμένοι τόσο κοντά στη φωτιά για να μετριάζουμε το κρύο που έμπαινε από παντού, κοπανάγαμε το κεφάλι μας, με τη φωτιά του πάντα να τριζοβολάει από την πλούσια τροφή που έβρισκε, αφού όλο το καλοκαίρι κουβαλούσαμε ξύλα και ξύλα κάθε λογής από το διπλανό χωριό του πατέρα μου που είχε περισσότερους λόγκους.
Το τζάκι ήταν η εστία της εστίας μας.

Το δεξιό μέρος από το τζάκι του τοίχου ήταν πάντα μουτζουρωμένο, εκεί κρεμόταν η λάμπα σε μια πρόγκα, εκεί σπρωχνόμαστε ποιος θα πρωτοκάτσει για να διαβάσει, γιατί το λιγοστό φως του λυχναριού ήταν αρκετό αν ήσουν δίπλα, το «φως» ειδικά άμα φύσαγε έγλειφε με τη μικρή του γλώσσα και μαύριζε τον τοίχο, αλλά το μαύρο δεν γίνεται πιο μαύρο, τι να νοιαστείς; και μετά ήταν το κρύο που σε θέριζε αν δεν ήσουν πολύ κοντά στη φωτιά, ενώ στο αριστερό μέρος βάζαμε συνήθως τα ξύλα για να στεγνώσουν και να μπορούν να μπουν στη φωτιά και έτσι ήταν πιασμένη η πάνω γωνιά.

«Αν τα όνειρα δεν εκθέτουν τα ιερογλυφικά του μέλλοντος, πάντως ψελλίζουν το νυχτερινό αλφαβητάρι του αυθεντικού μας παρελθόντος. Είναι η ιστορία της γέννησής μας. Πόρρω απέχοντας από το να είναι ένα σημάδι χάους ή ανευθυνότητας, η «παιδικότητα» των ονείρων είναι απόδειξη του ταξιδιού τους, με αφετηρία το χαμένο χρόνο της ψυχής μας». G. Steiner

Στην πόρτα ειδικά της κουζίνας (γιατί από κει μπαίναμε συνήθως) είχες ένα υψωματάκι από μικρά τουμπάκια από λάσπη στο διάδρομο του ενός περίπου μέτρου – δίπλα του ήταν οι βίκες και το ξύλινο βαρελάκι με το νερό πάνω σε σανίδες -, τα λασπωμένα παπούτσια ξεφόρτωναν μέσα σου τη χειμωνιάτικη λάσπη που δεν καθαριζότανε, μικρό μου χαμόσπιτο, και έπαιρνε την αξίνα ο πατέρας μας κάθε τόσο και έβγαζε τη λάσπη έξω, πετώντας το χώμα πάλι έξω από εκεί που ήλθε, αλλά αυτή ξανάμπαινε μέσα, αφού η λάσπη ήταν παντού, στο δρόμους, στα χωράφια, μόνο στο δημόσιο δρόμο υπήρχε χαλίκι…

Και επειδή η δεκαετία του ’60 ήταν περίοδος που αχνοφέγγιζε η πρόοδος, καθετί το πλαστικό φάνταζε πολύ προχωρημένο και έτσι αγοράζαμε πλαστικά λουλούδια με τα λιγοστά λεφτά που εξοικονομούσαμε μήνες και μήνες, για να νιώσουμε πως ξεφεύγουμε από τη φτώχεια, όταν έξω πλημμύριζε ο τόπος από τα πιο όμορφα αγριολούλουδα. Τα βάζαμε σε ένα γυάλινο ανθοδοχείο και έμπαινε δικαιωματικά στη μέση του μοναδικού τραπεζιού του «σαλονιού» για να έχει την πιο κεντρική θέση η πρόοδος…

«Μέρη, τοπία, ζώα, πράγματα: στη πραγματικότητα όλα αυτά δεν ξέρουν τίποτα για εμάς – περνούμε από μέσα τους σαν εικόνα μες απ’ τον καθρέφτη. Περνούμε από μέσα τους: σ’ αυτό συνοψίζεται η σχέση μας μαζί τους, κι ο κόσμος γίνεται απροσπέλαστος σαν εικόνα: από πουθενά δεν μπορούμε να εισχωρήσουμε». Ρίλκε

Αν θυμάσαι, τα κεραμίδια σου ήταν γύφτικα και συνήθως όλο και κάποια σάπιζαν ή έσπαζαν και μέχρι να αντικατασταθούν έβαζε ο πατέρας μας ταψιά – πάνω στα κρεβάτια για να μπορούν να στέκονται όταν αλλαξογυρίζαμε στον ύπνο μας – και κατσαρόλες στο χωμάτινο δάπεδο για να μη γίνονται ρυάκια μέσα στο σπίτι και ντιγκ, ντιγκ στην αρχή οι σταγόνες και μετά ξεθαρρεμένες το γύριζαν στο πλιτς, πλιτς και στο πλατς, πλατς.

Και σε χτύπαγε η βροχή κυρίως στο δυτικό μέρος από όπου έρχονταν οι περισσότερες βροχές και σου έτρωγαν το κάτω μέρος σου και οι πλίθες έχαναν τη γεωμετρία τους, έμοιαζαν όλο και πιο πολύ με το χώμα, αλλά εμείς, πρέπει να ομολογήσω, δεν ανησυχούσαμε πολύ γι’ αυτό, αφού χαζεύαμε με τον ρυθμό των ρονιών που ήταν πιο αργός απ’ αυτόν της βροχής ή άλλοτε πιο συνεχής και διασκεδάζαμε με αυτό το ξεγέλασμα του ρυθμού, έπαιζαν τα κεραμίδια με το νερό της βροχής και έκαναν τη δική τους επιλογή.

Και στο έδαφος νάσου μικρές γουβίτσες εκεί που έσταζαν τα κεραμίδια και ένα πιο ρηχό αυλάκι ένωνε τις γουβίτσες για να τους δείξει την κοινή καταγωγή τους πήγαινε το βροχόνερο στη γράνα, τη μεγάλη.

«Το παρελθόν μεγαλώνει συνεχώς μέσα μας, με το βάρος των γνώσεων και των γνωμών και των συναισθημάτων και των αποφάσεων και των αποκτημένων ικανοτήτων και συνηθειών που κουβαλάει, όπως φυσικά και των πραγμάτων πάνω από πράγματα, τα οποία ο άνθρωπος θυμάται ή, ακόμη και αν τα ξέχασε, είναι κατά κάποιον τρόπο καταγραμμένα μέσα του».
Χ. Γιόνας

Δε θα έχεις ξεχάσει ότι σαρώναμε την αυλή πολύ συχνά, γιατί η γιαγιά μάς είχε πει: «Το καθαρό σπίτι φαίνεται από την καθαρή αυλή του» και το είχαμε δέσει κόμπο πως πράγματι έτσι ήτανε, άλλωστε το τι έλεγε ο παππούς και η γιαγιά φάνταζε σα μεγάλη αλήθεια, οι γονείς δεν προλάβαιναν να λένε και πολλά στα παιδιά, πνιγμένοι στις δουλειές και στη φτώχεια.

Στην απέναντι από σένα πλευρά προς το δημόσιο δρόμο ήταν το καλαμποκοχώραφο που όλοι θαύμαζαν πόση απόδοση είχε αν και ήταν ξερικό, αλλά μέσα του βάζαμε όλο και κάποια κηπευτικά, κολοκυθιές και πατάτες, γιατί τα χωράφια δεν επαρκούσαν για την αυτάρκειά μας, αφού τα περισσότερα ήταν σταροχώραφα.

Τα χειρότερο από όλα βέβαια, ξέρεις πολύ καλά, ήταν η τουαλέτα που δεν υπήρχε και κάναμε το σταυρό μας μην έρθει κανένας μουσαφίρης και ζητήσει κάτι τέτοιο, αν και όλοι ήξεραν ότι οι χαμοκέλες είναι φτωχικές και φρόντιζαν από πριν, όσο για το πλύσιμό μας το μεν πρωινό πλύσιμο γινόταν από τη μεταλλική βρύση που ήταν καρφωμένη απέξω στις πλίθες σου, το δε μπάνιο μας, ειδικά το χειμώνα, πάντα ήταν μέσα στη σκάφη, δίπλα στο τζάκι, αλλά το τουρτούρισμα, θυμάσαι, δεν το γλιτώναμε.

Είμαι σίγουρος ότι χαιρόσουνα και εσύ όταν ξαναγυρίζαμε και ξαναβλεπόμαστε μετά τη μεγάλη απουσία του καλοκαιριού που πηγαίναμε στο ορεινό χωριό του πατέρα μας -είχαν μεταφερθεί εκεί οι αγροτικές ασχολίες της οικογένειας –, ένιωθες τη λαχτάρα μου, τη χαρά μου, τη νοσταλγία μου που γύριζα και πάλι σε σένα, στην Εστία μας και κοίταζα και ξανακοίταζα κάθε σου γωνιά, από φόβο μήπως άλλαξε τίποτα.

«Η νοσταλγία βρίσκεται στη ρίζα των περιπετειών μέσω των οποίων η υποκειμενικότητα (που την αρχέτυπη ιστορία της αφηγείται ο Οδυσσέας) αποσπάται από τον προϊστορικό κόσμο».
Χορκχάιμερ, Μ., Αντόρνο, Τ.

 

Και όταν ήλθε η μεγάλη συμφορά, μαζέψαμε τη φτώχεια μας πάνω στα άλογα και κινήσαμε για το μεγάλο σπίτι μας στο χωριό, επιτέλους θα είμαστε και εμείς παιδιά του χωριού – τρόπος του λέγειν, γιατί είχαμε μεγαλώσει πλέον και έπρεπε να πάμε να μείνουμε αρχικά στην Αμαλιάδα για την τετάρτη Γυμνασίου, αφού το κοντινό Γυμνάσιο τελείωνε στην τρίτη και μετά προέκυψε η Αθήνα -, τότε δεν πιστεύαμε ότι το χωριό θα διαλυόταν τόσο σύντομα, γιατί ακούγαμε τους μεγάλους να λένε «σιγά μη γίνουν λίμνη τα χωράφια μας», αλλά οι επίσημοι που είχαν έλθει και είχαν μαζέψει τους κατοίκους του χωριού στα δυο καφενεία της πλατείας είπαν, ότι «το έργο του φράγματος θα βοηθήσει στην πρόοδο της περιοχής», εμείς τότε δεν ξέραμε τι ακριβώς είναι η πρόοδος, αλλά το μόνο που είδαμε είναι ότι κατέστρεψε καμιά δεκαπενταριά χωριά και έδιωξε τους κατοίκους των προς τα υπόγεια διαμερίσματα της Αθήνας.

Και έμεινες μόνη σου – μαζί με τα υπόλοιπα τέσσερα γειτονικά σπίτια, γιατί τα άλλα σπίτια του χωριού ήταν σε λόφο και δε θα γνώριζαν τι σημαίνει βυθός -, για να αντιμετωπίσεις το υδάτινο τέρας που απλωνότανε σα στοιχειό από κάτω από το ποτάμι.

«Από σκοτάδια βγαίνουμε και σε σκοτάδια επιστρέφουμε. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο στιγμές υπάρχουν βιωμένα πράγματα, μα δε ζούμε ούτε την αρχή ούτε το τέλος, ούτε τη γέννηση ούτε το θάνατο, δεν έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα, σαν γεγονότα δεν αποκαλύπτουν παρά μόνο την περιοχή του αντικειμενικού».Τόμας Μαν

Και φύγαμε σαν πρόσφυγες για την Αθήνα, χωρίς ποτέ να περάσει από το μυαλό μας ότι θα χαθείς. Σε γκρεμίσανε όταν λείπαμε, δεν ξέρουμε ακόμα αν έτσι ήταν καλύτερα ή όχι, και μετά έγινες ένας σωρός από χώμα και ψάχναμε να βρούμε κάποιο αντικείμενο από αυτά που θα είχαν απομείνει μέσα για να νιώσουμε ότι ήσουνα εσύ, ότι δεν ήταν ένας εφιάλτης και πέρναγαν τα χρόνια, εμείς κολλημένοι στο μέλλον και στην πρόοδο, αρχίζαμε να αραιώνουμε τις επισκέψεις γιατί κάποιος μας είπε ότι για να προχωρήσεις μπροστά πρέπει να κόψεις τις ρίζες του παρελθόντος που σε καθηλώνουν, αλλά εμείς είχαμε άλλο λόγο, νιώθαμε θλίψη και πόνο που είχες ρημάξει και νομίζαμε ότι άμα δε σε βλέπουμε θα είναι καλύτερα και έτσι όταν ήλθαμε μετά από αρκετά χρόνια και πάλι, ο σωρός είχε γίνει ένα μικρό σημάδι στο χωράφι, τα ρείκια πάνω σε σένα ήταν πιο πυκνά, νομίζω για να κάνουν το βυθό όσο πιο γρήγορα επίπεδο όπως είναι οι τέτοιου είδους βυθοί.

Και καθόμαστε προς το τέλος του καλοκαιριού που κατέβαινε το φράγμα για να βγεις στην επιφάνεια και ψάχναμε να σε βρούμε μετρώντας τα βήματα και υπολογίζοντας από τα δέντρα που ήταν έξω στα εξωλίμνια χωράφια, ψάχναμε να βρούμε τις μνήμες μας, την εστία μας, τα παιδικά μας όνειρα.
Και ξέρεις; Κατάλαβα ότι επιθυμείς να συναντήσεις τις άλλες χαμοκέλες, είδα στου βυθού την αποκάλυψη τις κινήσεις σου, είδα το χώμα σου να μεταναστεύει, είδα τις πλίθες σου να προσπαθούν να δώσουν το χέρι τους σε “άλλες” πλίθες…  

Και επειδή από ντροπή δεν το είπα σε κανέναν, θα ήθελα να σε ρωτήσω:
Πώς χώρεσαν σε ένα τόσο μικρό μέρος, στα δυο δωμάτιά σου, οκτώ άτομα;
Πώς χώρεσαν δεκαπέντε χρόνια;
Πώς χώρεσαν τόσα και τόσα γεγονότα;
Πώς χώρεσε η παιδική μας φαντασία;
Πού είναι «ο εύθραυστος θησαυρός των παιδικών ονείρων μας»;
Εσύ πού είσαι;

Εγώ, πάντως, έψαξα και βρήκα δυο κομμάτια σου από πλίθες (της ύλης το παιχνίδι με τη μορφή), δηλαδή τι πλίθες… – απλώς έδιναν κάποια εικόνα ότι δεν ήταν μόνο χώμα -, και τα πήρα και τα έβαλα στο σπίτι του χωριού σε μια γωνιά σαν εικονοστάσι – κανένας δεν με ρώτησε τι είναι, ή το κατάλαβαν ή δεν ήθελαν να σπάσει η ιερότητα του μυστικού μου -, σαν εικονοστάσι της Μνήμης…

clip_image001Η Αγάπη και ο Έρωτας,
ένας μεγάλος Σκοπός,
η Απαρχή μας / η Εστία μας, Εσύ 
και ο Μνήμη μας / η Αφήγησή μας
συναποτελούν τα μεγάλα γεγονότα,
τα γεγονότα που διαρκούν μια ζωή,
είναι τα νοήματά μας,
είναι η ίδια η ζωή μας.
Και από δίπλα μας λίγοι άνθρωποι
που πορευόμαστε μαζί
και χωριστά ο καθένας στο ταξίδι της ζωής…

 

[Οι εικόνες είναι από πίνακες του Βαν Γκογκ]

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: