Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Η Μαγεία του Ποδοσφαίρου

Η Μαγεία του Ποδοσφαίρου

Του Νίκου Τσούλια

Μια μπάλα και ένας έστω μικρός χώρος… Τίποτα άλλο. Και μπορείς να ανακαλύψεις τη μαγεία του ποδοσφαίρου. Να φανταστείς συμπαίκτες και αντίπαλους, γήπεδα και εξέδρες, να επινοείς κάθετες πάσες και ασίστ, να ανατρέπεις το σκορ που σε φέρνει πίσω, να μπαίνεις αλλαγή και να αλλάζεις το κλίμα, να μιλάνε για σένα…

Ποδόσφαιρο: το «εμείς» αγκαλιά με το «εγώ», δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο, συνεργεί το ένα στην ανάδειξη του άλλου, μαγεία συλλογική, πάθος εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, παγκόσμια γιορτή, φαντασιώσεις και όνειρα χιλιάδων παιδιών στη Λατινική Αμερική να γίνουν άσοι της μπάλας, να φύγουν από την ανέχεια, να κατακτήσουν την πλούσια Ευρώπη, να παραληρούν τα πλήθη, να γίνουν είδωλα.

Ποδόσφαιρο: Ομαδικότητα και επινοήσεις, ντρίπλες και τεχνικές, συστήματα και ατομικές ενέργειες, μπάλα με τη μία, τακουνάκια και κόλπα, όλοι μαζί οι παίκτες «μια ενδεκάδα» και ο καθένας τόσο ξεχωριστός… Να μαζεύεις τις φωτογραφίες των παικτών από τα μπισκότα «Ρούλια» και να κανονίζεις παιχνίδια μεταξύ των κάνοντας αναμετάδοση γρήγορη όπως και εκείνη του ραδιοφώνου, να πατικώνεις και να τις φυλάς μέσα στα βιβλία σου τις φωτογραφίες των γκολ της αγαπημένης σου ομάδας από τις αθλητικές εφημερίδες που βρίσκεις πεταμένες στο δημόσιο δρόμο. Είναι η εποχή που προσπαθούσες να φανταστείς πώς  είναι το γήπεδο από τις αναμεταδόσεις του ραδιοφώνου. Είναι η εποχή που πρωτακούς ότι υπάρχουν κάτι σαν ραδιόφωνα και βλέπεις τους παίκτες μέσα απευθείας όταν θα παίζουν, και δεν καταλαβαίνεις τι εννοούν…

Ποδόσφαιρο: Μαζί με το διάβασμα, δύο τέλειες δραστηριότητες, δύο πολύ όμορφα πράγματα στη ζωή. Ποτέ δεν κατάλαβα τις απαρχές τους. Γιατί φώλιασε το ποδόσφαιρο μέσα στην ψυχή μου; Γιατί ξέφευγες από τις βαριές αγροτικές δουλειές; Γιατί ήταν το μοναδικό πεδίο που μπορούσες να ξεχωρίσεις από τα άλλα παιδιά, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου, όπως γινόταν με το δάσκαλο στο σχολείο; Γιατί ονειρευόσουνα να γίνεις μεγάλος παίκτης και να φτάσεις τα είδωλα του Παπαϊωάννου (που να ‘ξερα τότε ότι όχι μόνο θα τον γνωρίσω, αλλά και θα μου χάριζε το βιβλίο του με αφιέρωση και θα συνεργαζόμαστε! – τι κάνει αυτή η ζωή που μπορεί και ξεπερνάει τα ασύνορα παιδικά όνειρα;), του Δομάζου, του Σιδέρη και του Κούδα που έβλεπες στα «επίκαιρα» του σινεμά που ερχόταν στο χωριό και ήταν το μοναδικό παράθυρο για να μάθεις τον άλλο κόσμο πέρα από το μικρό σου χωριό; Και προσπαθούσαμε μετά να κάνουμε τα ίδια κόλπα που έκαναν και αυτοί…

Ποδόσφαιρο (δηλαδή σκέτο μπάλα): μπάλες αυτοσχέδιες από χοντρό χαρτί, από σακούλα λιπασμάτων ή από κουρέλια δεμένες με σύρμα γύρω – γύρω (φτάνει να μην έβρισκες το πόδι σου το δέσιμο του σύρματος…), φούσκα από γουρούνι, μικρό τόπι, πλαστική μπάλα – ο θρίαμβος της προόδου εκείνες τις εποχές – και για λίγο διάστημα δερμάτινη μπάλα, βαριά, με κορδόνι (αν σε πετύχαινε ο κόμπος άλλα βάσανα…), παπούτσια; συνήθως χωρίς παπούτσια, για να μη χαλάσουν τα παπούτσια, ξυπόλητοι, ή τα πιο πρόχειρα, τα παραπεταμένα από άλλους…

Ποδόσφαιρο: Τι υπέροχο θέαμα ο κόσμος στην εξέδρα, οι σημαίες, τα κασκόλ, τα σφυρίγματα, τα συνθήματα, οι άπειροι φραστικοί αυτοσχεδιασμοί, οι περίεργες κινήσεις του σώματος και το κλώτσημα της ανύπαρκτης μπάλας να δίνει και να παίρνει, οι εκτοξευόμενες γνώσεις προπονητή από παντού, ακόμα και από γιαγιάδες, το παραλήρημα στο γκολ, το “"ααα…” της ατυχίας και του δοκαριού, το “άντε ρε…” στο διαιτητή, οι πιο εύκολες γνωριμίες μεταξύ των πιο άγνωστων ανθρώπων. Πόσα και πόσα γκολ έχω χάσει από το χάζεμά μου στις αντιδράσεις και στις επινοήσεις του πιο διαστρωματωμένου, του πιο δημοκρατικού (όλοι είναι ίσοι εδώ), του πιο βραχύβιου και μακρόβιου ταυτόχρονα, του πιο εκφραστικού κοινωνικού σώματος;     

Ποδόσφαιρο: Να κολλάς μαζί του νιώθοντας ότι δεν έχεις άλλη επιλογή. Και όταν πηγαίνουμε εκδρομή με το Λύκειο, χρόνια και χρόνια τώρα, εσύ να είσαι εκεί, μόνος στο γήπεδο – αλλού οι άλλοι καθηγητές, γραφικός και ευτυχισμένος να θαυμάζεις και να νοσταλγείς και άντε μετά να μην επηρεαστείς στη βαθμολογία από τους μαθητές που έχουν τη φανταιζί κίνηση με της μπάλας τις επινοήσεις…

Ποδόσφαιρο: Τι συντριβή και αυτή! Όταν δοκιμάζεις να παίξεις μπάλα μεγάλος πλέον και διαπιστώνεις ότι η μπάλα είναι πάντα πιο μακριά από όσο νομίζεις, που διχάζεται και διαχωρίζεται η ψυχή σου από το σώμα σου (παρών και άρχοντας ο περίφημος δυισμός), που η σκέψη σου είναι “μπροστά” ακόμα και από τη μπάλα και τα πόδια σου πολύ πιο πίσω απ’ αυτή, και εσύ πού;

Ποδόσφαιρο: Να μαγεύεσαι από την ομορφιά του παιχνιδιού της Μπαρτσελόνα και να αναλογίζεσαι τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος σε έναν (στον κάθε) τομέα όταν εργάζεται με συστηματική προσπάθεια και με ασίγαστο πάθος. Να ονειρεύεσαι ότι σύντομα θα ξαναπηγαίνουν το γήπεδο οι φίλαθλοι και των δύο αντίπαλων ομάδων και όχι μόνο θα κάθονται σε χωριστές εξέδρες και με ενδιάμεσα κενά, αλλά θα είναι διάσπαρτοι, και στο εις βάρος σου γκολ θα σηκώνονται οι αντίπαλοι – επιχαίροντες σα μανιτάρια δίπλα σου και παραπέρα και απέναντι και να μη σε νοιάζει, αλλά να περιμένεις με κρυφή αλλά και φανερή αγωνία πότε θα έλθει η δική σου σειρά και άμα δεν έλθει, να το ρίχνεις στην ατυχία ή να ανασύρεις τόσα και τόσα επιχειρήματα που δίνει ο κόσμος της δικαιολογίας “ναι, αλλά πέρυσι τι σας κάναμε;”, “είμαστε άτυχοι”, “σας ευνόησε ο διαιτητής”, “δεν ήθελε η μπάλα”…

Μόλις φάνηκε το άσπρο χρώμα και η διαφορά αυτού του αντικειμένου μέσα στο σωρό των ξύλων και των κλαδιών, σκίρτησε η καρδιά μου. Από την πρώτη ματιά η σκέψη μου καρφώθηκε ότι ήταν μπάλα. Μια πλαστική μπάλα – τι και αν δεν ήταν ολοστρόγγυλη, αφού στο ένα της μέρος ήταν βαθουλωμένη -, ήταν πάντα πηγή ευτυχίας, θα ξέφευγα από τα μικρά τα τόπια ή τα άδεια πλαστικά μπουκάλια της χλωρίνης ή τις φτιαγμένες από μας μπάλες, μια μπάλα που θα ξεχώριζε στη γειτονιά – μια μπάλα που θα ήταν δικιά μου, γιατί ποτέ δεν περίμενα ούτε και στα όνειρά μου να αγοράσω μπάλα ούτε καν τολμούσα να το πω στον εαυτό μου, πόσο μάλλον στον πατέρα μου – μέχρι να φέρει κάποιος θείος ενός άλλου παιδιού δερμάτινη μπάλα που θα κυριαρχούσε απέναντι σε όλες τις άλλες τις πλαστικές στο επίσημο γήπεδο του χωριού στο λιοστάσι και όλοι τότε προσπαθούσαμε να γίνουμε φίλοι του, για να μπορούμε να είμαστε μέσα στις ομάδες και όλοι υποχωρούσαμε κάθε φορά που ο φίλος όλων πλέον θεωρούσε πώς αυτό ήταν φάουλ ή πέναλτι, γιατί ξέραμε ότι αλλιώς θα έπαιρνε τη μπάλα και θα έφευγε…

Στο λιοστάσι, ο ιερός τόπος του παιδόκοσμου, το καλοκαίρι η μπάλα ακουγόταν όλη μέρα. Κάθε φορά που πήγαινα στο χωριό για κάποια δουλειά – αλλιώς δεν γινόταν – έτρεχα για να κερδίσω χρόνο για να παίξω το αγαπημένο του παιχνίδι έστω για λίγο. Αν άκουγα τα χτυπήματα της μπάλας πριν ακόμα δω το γήπεδο, ένιωθα σκιρτήματα χαράς που θα απολάμβανα να παίξω έστω κλεφτά. Πού να ήξερα ότι αυτά τα σκιρτήματα για το ποδόσφαιρο θα με ακολουθούσαν σε όλη μου τη ζωή…

Το αυτοσχέδιο γήπεδο ανάμεσα σε δύο σειρές μεγάλων ελιόδεντρων εξασφάλιζε και ίσκιο το καλοκαίρι. Για δοκάρια κάποιες μεγάλες πέτρες και συχνά μαλώναμε για τον αν ήταν ή όχι γκολ στα ψηλά σουτ, γι’ αυτό προσαρμόζαμε τα χτυπήματα της μπάλας να είναι συρτά για να είμαστε σίγουροι. Οι ομάδες συνήθως άλλαζαν, κάποιος έφευγε γιατί θα είχε κάποια δουλειά, κάποιος άλλος έμπαινε που ερχόταν αργότερα. Έπρεπε όμως να έχεις και ζευγάρι για να μπαίνει ο άλλος στην αντίπαλη ομάδα. Έτσι εξασφαλιζόταν το παιχνίδι για όλη την ημέρα. Μετράγαμε και ξαναμετράγαμε τα βήματα για να χτυπήσουμε ένα πέναλτι, γιατί άμα ήταν δικό μας, τα βήματα ήταν μικρά αλλιώς ήταν μεγάλα και φυσικά τσακωνόμαστε. «Έτσι πας στο σπίτι σου;» ή «έτσι πας στη μάνα σου;».

Όποιος αναζητούσε το παιδί του, πήγαινε στο ύψος του δρόμου που ήταν πάνω από το λιοστάσι και από εκεί φώναζε το όνομά του. Στο λιοστάσι είχαμε και σε άλλο μέρος γήπεδο, αλλά ήταν κατηφορικό και άμα έφευγε η μπάλα άντε να την μαζέψεις, είχαμε και πιο μικρά μέρη στην άμμο, στου Λυμπέρη, στο προαύλιο του σχολείου, στο αλώνι στην αρχή του λόφου της Βαγένας με πλαστικό τόπι εκεί – άμα έφευγε η μπάλα έκανες ένα ημίχρονο για να την φέρεις -, και τα πιο επίσημα έξω από το χωριό στο Βάλτο και μετά που ήλθε το φράγμα στου Φωτόπουλου, στη πηγάδα του παπα – Λάζαρη, στις αποθήκες στην Κεραμιδιά. Μπάλα με τα γύρω χωριά, δοκάρια με καλάμια, πάντα σημείο αντιδικιών τα ψηλά σουτ, με την Κεραμιδιά συνήθως μαλώναμε, με τον Αη-Λια και την Εφύρα ήταν καλύτερα, γιατί συνήθως ήταν του χεριού μας.

Και όταν το νερό του ποταμού έγινε νερό της λίμνης, παντού ξεφύτρωναν γήπεδα. Όλα τα εξωλίμνια χωράφια πρόσφεραν γήπεδα που δεν τα είχαμε ποτέ φανταστεί. Αλλά ήταν αργά πλέον, οι οικογένειες έφευγαν για την πόλη – για κάνα θυρωρείο οι γονείς, για να κατακτήσουμε τη ζωή μας εμείς, το χωριό ρήμαζε… Περίμενα με αγωνία κάθε Κυριακή απόγευμα να αρχίσει το ποδόσφαιρο, είχε και η «Κολούμπια» πριν πρόγραμμα με λαϊκά τραγούδια – έγινε και αυτό αγαπημένο πρόγραμμα, αφού συνδεόταν με τη μπάλα -, έβαζα το ραδιοφωνάκι να ακούσω την αγαπημένη μου ομάδα, έκοβα και τα ξύλα καμιά φορά εκείνη την ώρα, ήθελα να τρώω και τη σούπα που έμενε από το μεσημέρι. Στο χωριό, η Κυριακή ξεχώριζε από την σούπα και από το ποδόσφαιρο…
Κυριακή χαρά Θεού…

Κάθε φορά που έβλεπα ένα χωράφι ποτιστικό σκεπτόμουνα πως θα μπορούσε να είναι ένα ωραίο γήπεδο, χωρίς να χτυπάμε στο χώμα όπως συνέβαινε με το λιοστάσι. Έτρεχα μόνος και κλώτσαγα και έβαζα γκολ ανάμεσα σε ό,τι έδινε την εικόνα του τέρματος (δυο ξύλα, ένα ξύλο και μια συστάδα από μεγαλωμένο χορτάρι, μια πέτρα και ένα γυάλινο ή πλαστικό μπουκάλι), ένιωθα αγαλλίαση σαν να είχα κόψει το σκοινί που με έδενε και δε με άφηνε να πάω παραπέρα, κάθε φορά που έβαζα γκολ το είχε σουτάρει κάποιος παίκτης της ομάδας μου, του Ολυμπιακού και κάθε φορά έλεγα το όνομά του, διαλέγοντας τους πιο καλούς ανάλογα με το πόσο όμορφο ήταν το γκολ, ενώ όταν αστοχούσα ήταν παίκτης του αιώνιου αντίπαλου. Έβαζα δύο σημάδια και «αν θα περάσει ανάμεσά σους η πέτρα ή η κουκουνάρα ή το μπουκάλι που θα κλωτσήσω, τότε θα κερδίσει ο Ολυμπιακός τον Παναθηναϊκό». Και οι επινοήσεις δεν είχαν τελειωμό, βαστάνε ακόμα…

Με τούτα και με τα άλλα τρεφόταν η παιδική σκέψη μου. Φανταζόμουνα το «Καραϊσκάκη» ψηλό μέχρι τον ουρανό και όταν βρέθηκα εκεί για πρώτη φορά, φοιτητής πλέον, μου φάνηκε τόσο μικρό το γήπεδο σαν να ήμουνα ψηλότερος εγώ. Ποιος μπορεί να τα βάλει με την παιδική φαντασία; Και όταν γνώρισα τον Βουτσαρά, παλιά δόξα του Παναθηναϊκού και του είπα ότι μικροί λέγαμε ότι «η μπάλα πέρασε κάτω από τα πόδια του Βουτσαρά», έβαλε το χέρι του στον ώμο μου στοργικά και μου χαμογέλασε, δεν μου είπε τίποτα για να μη χαλάσει την παιδική φαντασίωση, «τι υπέροχος άνθρωπος, τι όμορφα που είναι να σκέπτεται τόσο μεγαλόψυχα ο μεγάλος σου ‘αντίπαλος’», τον έχω μέσα στην καρδιά μου, τον λάτρεψα. Λάτρεψα το ποδόσφαιρο που δίνει τόσο απλόχερα την αγαλλίαση, που σου φτιάχνει διαρκώς νέους τόπους νοσταλγίας.

Κράτησα στην ψυχή μου τη «μπάλα» που σου δίνει τη δυνατότητα να θυμάσαι ένα γκολ που ήταν το νικητήριο σε ένα κρίσιμο παιχνίδι με “εκείνο” το χωριό, που σου θρέφει την ακόρεστη επιθυμία να βλέπεις κάθε μέρα ποδόσφαιρο και να συνδέεσαι με την παιδική σου ηλικία, με την πραγματική σου πατρίδα και να συντρίβεις τον χρόνο που νομίζει ότι είναι των πάντων ολετήρας, των πάντων κριτής, να συνδέεις την πραγματικότητα με τη φαντασία και να μεταπλάθεις τις μικροχαρές σε μικρονοήματα της ζωής…

clip_image0014

Υ.Γ.
1. Ταλαντεύτηκα για το αν έπρεπε να γράψω αυτή την υποσημείωση. Μπορεί να διαβαστεί, μπορεί όχι. Μπορεί να ληφθεί υπόψη, μπορεί όχι. Ας κριθεί. Ο λόγος; Στην εποχή μας (εποχή παρακμιακή) η οποιαδήποτε διαφορά (ποδοσφαιρική, πολιτική, ιδεολογική, θρησκευτική κλπ) εκλαμβάνεται ως πεδίο εχθροπραξίας και απόρριψης του άλλου και όχι ως ομορφιά, ως πλούτος και ως δυναμική για μια κοινωνία. Θεωρώ, λοιπόν, αυτονόητο ότι η θέση του “Ολυμπιακού” που αντιμετωπίζεται εδώ ευνοϊκά, ως προς εκείνη του “Παναθηναϊκού”, είναι προφανώς σχετική / προσωπική  και εξυπηρετεί απλώς την ανάγκη της αφήγησης. Συμβολικά, ως εκ τούτου, η πιο σχετική φωτογραφία τίθεται στο τέλος του κειμένου και όχι στην αρχή, όπως γίνεται πάντα.

2. Στο ερώτημα: Για ποιο ποδόσφαιρο μιλάω / γράφω, η απάντηση είναι δύσκολη. Πάντως αναφέρομαι στη φωτεινή πλευρά του. Δεν ασχολούμαι με τη σκοτεινή όψη (της εμπορευματοποίησης, της διαφθοράς, των στημένων παιχνιδιών, του στοιχήματος και των επακόλουθών του, του υπόκοσμου, …) που είναι και η κυρίαρχη. 

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: