Αρχική > βιβλία > Σχολικών βιβλίων αφηγήσεις 8

Σχολικών βιβλίων αφηγήσεις 8

ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ

imageγια τὴν τρίτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ
τῶν μουσουλμανικῶν σχολείων

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1939

Επιμέλεια: Ν. Τσούλια

Βιβλίο της δικτατορίας του Μεταξά. Το εξώφυλλο (τίθεται στο τέλος του κειμένου)εντάσσεται, δυστυχώς και αυτό, στην πολιτική προπαγάνδα του καθεστώτος. Υπάρχουν ακόμα κείμενα που αναφέρονται με κολακευτικά στοιχεία για την “4η Αυγούστου”.
Το βιβλίο απευθύνεται στα παιδιά των μουσουλμάνων στη Θράκη, γι’ αυτό και στα τελευταία κεφάλαια υπάρχουν ιστορίες αναφερόμενες σε Έλληνες Μουσουλμάνους με σχετικούς ήρωες.
Σίγουρα το βιβλίο αυτό αποτελεί μια “μαύρη σελίδα” στην ιστορία της εκπαίδευσης, ιδιαίτερα για την απροκάλυπτη και ωμή πολιτική παρέμβαση στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών.
Εμείς κρατάμε μόνο το “χρονικό – ιστορικό” μέρος αυτού του βιβλίου…

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

Σήμερα ἀρχίζουν τὰ μαθήματα. Τὸ καλοκαίρι πέρασε. Τὰ παιδιὰ γυρίζουν μὲ τοὺς γονεἶς τους ἀπὸ τὶς ἐξοχές, τὰ νησιά, τὰ χωριά τους. Γυρίζουν ἀπὸ τὰ βουνά, τοὺς κάμπους καὶ τ’ ἀκρογιάλια τῆς ὡραίας πατρίδας μας, ὅπου πέρασαν τὸ καλοκαίρι τους.

Καὶ τώρα πάλι ὅλοι μαζὶ στὸ σχολεῖο. Πόσον καιρὸ εἶχαν νὰ ἰδωθοῦν! Πόσα ἔχουν νὰ εἰποῦν!

Ὁ δάσκαλος μπαίνει στὴν τρίτη τάξη. Χαίρεται κι ἐκεῖνος, ποὺ ξαναβλέπει τὰ καλὰ παιδιά. Εἶναι ὅλα ζωηρά, ροδοκόκκινα, γεμάτα ὑγεία ἀπὸ τὸν καθαρὸ ἀέρα, τὶς ἐκδρομὲς στὰ βουνά, τὰ θαλασσινὰ λουτρά.

– Καλῶς τὰ παιδιά! Καλῶς ὁρίσατε!

Τὰ παιδιὰ σηκώνονται ὅλα καὶ χαιρετοῦν τὸν καλό τους δάσκαλο.

– Καλῶς σᾶς βρήκαμε, κύριε! Καλημέρα σας!

– Καὶ τώρα, προσευχή! Νὰ εὐχαριστήσωμε τὸ Θεό, ποὺ ἀνταμωθήκαμε πάλι ὅλοι καλά.

Ἕνα παιδὶ στέκεται στὴ μέση καὶ ἀπαγγέλλει τὴν προσευχή. Ἀφοῦ ἐτελείωσε, ὅλα τὰ παιδιὰ κάθονται στᾲ θρανία τους

– Σήμερα δὲ θὰ κάμωμε μάθημα… τοὺς λέει ὁ δάσκαλος. Θέλω νὰ μοῦ πῆτε καθένας σας πῶς πέρασε τὸ καλοκαίρι του. Ἔλα, πές μας τώρα ἐσύ, Δημητριάδη, ποὺ εἶσαι καὶ ἀπὸ ἕνα ὡραῖο νησὶ τῶν Κυκλάδων. Ἔτσι ἀπὸ τὴ θέση σου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σηκωθῆς. Ἐδῶ μιλοῦμε σήμερα σὰν καλοὶ φίλοι.

Στο νησί.

clip_image006

Ο Δημητριάδης ἅρχισε:
– Ἐμεῖς, κύριε, πήγαμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ καλοκαιριοῦ στὸ νησί, ὅπως πᾶμε κάθε χρόνο. Περάσαμε, ὡραῖα. Κολύμπι, ψάρεμα, βαρκάδες ὅλη τὴν ἡμέρα. Τραβούσαμε κουπί. Συχνὰ πηγαίναμε μὲ τὸν πατέρα μας καὶ ρίχναμε τὰ παραγάδια. Ἄλλοτε ψαρεύαμε μὲ τὴ συρτή. Ἄλλοτε πάλι μόνοι μας με τὸ ἀρμίδι. Πιάναμε καὶ καβούρια στὸ γιαλό! Πόσα καβούρια! Κάθε πέτρα, ποὺ σηνώναμε, εἶχε καὶ καβούρι ἀπὸ κάτω. Μὲ τὴν ἀπόχη πάλι πιάναμε γαρίδες, γιὰ νὰ δολώνωμε τ’ ἀγκίστρια μας Τί ὡραῖα ποὺ ἦταν, κύριε! Ἐφέτος ἔμαθε κολύμπι καὶ τὸ μικρό μου ἀδερφάκι, ὁ Γιῶργος. Ἐγὼ τὸν ἐμαθα. Θυμήθηκα, ποὺ μᾶς ἐλέγατε, κύριε, πὼς εἶναι ντροπή, Ἕλληνόπουλα ἐμεῖς, νὰ μὴν ξέρωμε κολύμπι. Καὶ κινδυνεύουν νὰ πνιγοῦν τόσοι κάθε χρόνο στὸ Φάληρο, ἐπειδὴ δὲν ξέρουνε νὰ κολυμπήσουν. Τώρα ὅλα τ’ ἀδερφάκια μου ξέρουνε κολύμπι.

– Εὖγε σας! Τοῦ εἶπε ὁ δάσκαλος· Δὲν πρέπει οὔτε ἕνα Ἑλληνόπουλο νὰ μὴν ξέρη κολύμπι. Εἶναι ντροπή!__

Στὸν κάμπο.

Πετάχτηκε ἔπειτα ὁ Λαμπρόπουλος, ἓνα παιδάκι ἀπὸ τὸν κάμπο τῆς Ἡλείας, ποὺ δὲν ἔβλεπε τὴν ὥρα νὰ μιλήση κι αὐτὸς καὶ σάλευε ὅλη τὴν ὥρα ἐπάνω στὸ θρανίο.

– Ἐμεῖς, κύριε, πήγαμε στ’ ἀμπέλια μας καὶ στὶς σταφίδες μας Ὁ πατέρας μου ἔχει χτίσει ἐκεῖ ἕνα σπιτάκι καὶ πᾶμε καὶ περνοῦμε τὸ καλοκαίρι μας. Τί ὡραῖα ποὺ περάσαμε! Εἴδαμε καὶ τὸν τρύγο. Γυναῖκες καὶ κορίτσια ἔφταναν πρωὶ πρωὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ μάζευαν τὰ ὥριμα σταφύλια τραγουδώντας. Βοηθούσαμε κι ἐμεῖς, τὰ παιδιά, καὶ γεμίζαμε τὰ μεγάλα κοφίνια. Ἔπειτα τὰ πηγαίναμε στὸ πατητήρι. Τά ξεκαθαρίζαμε, τὰ ἁπλώναμε καὶ οἱ ἐργάτες τὰ πατοῦσαν. Κι ἔτρεχε ὁ μοῦστος στὶς μεγάλες κάδες. Αὐτὰ ἦταν τὰ σταφύλια, ποὺ γίνονται κρασί. Μὰ ἒχομε καὶ ἄλλα ἀμπέλια, μὲ σταφίδα.

Τὸ κτῆμα μας βγάζει τὴν καλύτερη σταφίδα, γιατὶ ὁ πατέρας μου τὰ φροντίζει πολὺ τὰ σταφιδάμπελα. Ἐδῶ πάλι μαζεύαμε τὴ σταφίδα καὶ τὴν ἁπλώναμε στὸν ἥλιο νὰ ξεραθῆ. Τί φόβο ποὺ εἶχε ὁ πατέρας μου, μὴ βρέξη καὶ μᾶς χαλάση τὴ σταφίδα μας! Ὅλο τὸν οὐρανὸ κοίταζε. Μὰ εἴχαμε καὶ τὰ σταφιδόπανα, ἂν τύχη βροχή νὰ τὴ σκεπάσωμε. Δὲν ἔβρεξε ὅμως τούτη τὴ χρονιά. Κι ἡ σταφίδα μας ἔγινε καλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς χρονιές. Φέραμε καὶ κάμποση μαζί μας γιὰ τὸ σπίτι. Ἑγὼ ἔχω μιὰ μικρὴ κάσα δική μου, γιὰ νὰ φιλεύω κάθε πρωὶ καὶ τοὺς φίλους μου. Φίλοι του ἥταν ὅλα τὰ παιδιὰ στὴν τάξη, γιατὶ ὁ Λαμπρόπουλος εἷχε καλὴ καρδιὰ καὶ τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

clip_image004

Χειμώνιασε καὶ φεύγουν τὰ πουλιὰ
γοργὰ ὁ πελαργὸς τὰ πελαγώνει
κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιὰ
χορτάριασε παντέρημη καὶ μόνη.

Τοῦ σπίνου χάθηκ’ ἡ γλυκιὰ λαλιά,
φοβήθηκε ὁ μελισσουργὸς τὸ χιόνι
κι ἡ σουσουράδα κάτω στὴν ἀκρογιαλιὰ
δὲν τρέχει, δὲν πηδᾶ, δὲν καμαρώνει.

Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδὶ
τοῦ φθινοπώρου φτωχικὸ παιδί,
ὁ καλογιάνος, πρόσχαρος προβάλλει,

μὲ λόγια ταπεινὰ καὶ σιγανά.
Μικρὸς προφήτης, φτερωτὸς μηνᾶ
τὴν Ἄνοιξη, ποὺ θὰ γυρίση πάλι.

Γ. Δροσίνης.

 

clip_image010

ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑΦΥΛΙ

Μιὰ γριὰ ἀλεποὺ καθόταν
καὶ κοίταζε σὲ μιὰ κληματαριὰ
ἔνα μεγάλο ὡραῖο σταφύλι. Μὰ
ἡ κληματαριὰ ἦταν ψηλὰ καὶ
δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φτάση.
– Τί κάθεσαι καὶ τὸ
καμαρώνεις, κυρὰ ἀλεπού; τῆς
εἶπε τότε μιὰ ἄλλη ἀλεπού.
Δὲν τὸ κατεβάζεις νὰ τὸ φᾶς;
Κι ἡ γριὰ ἀλεπού, γιὰ νὰ
μὴ φανῆ, πὼς δὲν μποροῦσε
νὰ φτάση τὸ σταφύλι, τῆς
ἀποκρίθηκε:
– Τί νὰ τὸ κάνω; Δὲ μοῦ
ἀρέσει. Εἶναι ἄγουρο ἀκόμη!

 

clip_image012

ΧΙΟΝΙ

Τί καλὰ ποῦναι στὸ σπίτι μας,
τώρα ποὺ ἔξω πέφτει χιόνι!
Τὸ μπερντὲ παραμερίζοντας
τἄσπρο βλέπω ἐκεῖ σεντόνι
νὰ σκεπάζη ὅλα τὰ πράματα,
δρόμους, σπίτια, δέντρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ εὐχαρίστηση
μαζεμένη τόση ἀσπρίλα!
Ὅμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας
τὸ κορίτσι ἑκεῖνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στὴν πόρτα μας,
ψωμί, λέει, πὼς δὲν ἔχει,
πὼς κρυώνει, πὼς ἐπάγωσε…..
– Ἔλα μέσα, κοριτσάκι,
τὸ τραπέζι μας ἐστρώθηκε
κι ἀναμμένο εἶναι τὸ τζάκι.

Κ. Γ. Καρυωτάκης.

Ο ΣΙΔΕΡΑΣ

clip_image014

Τὰ μπράτσα του, γιὰ ἰδέστε, γυαλίζουν
μελανὰ
καὶ μ’ ὃλη του τὴ φόρα τὸ σίδερο γυρνᾶ.
Τὴ νύχτα, τὴν ἡμέρα, σκυφτὸς σφυροκοπᾶ,
δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ!
Τὰ οὐράνια δὲν τὰ ξέρει ποτέ του γαλανά·
τὴ φλόγα, τὸ σφυρί του, θωρεῖ παντοτεινά.
Τὴ νύχτα, τὴν ἡμέρα, σκυφτὸς σφυροκοπᾶ,
δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ!
Ἔχει παιδιά, γυναίκα· γι’ αὐτοὺς τόσον καιρὸ
σιδερικὰ σκαρώνει κάθε λογῆς λογῆς, σωρό.
Τὴ νύχτα, τὴν ἡμέρα, σκυφτὸς σφυροκοπᾶ,
δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ!

Τέλλος Ἄγρας.

 

clip_image016

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ

Τ’ ἄστρα σβήστηκαν. Ἡ μέρα
γλυκοφέγγει ντροπαλὴ
καὶ στὸν ξάστερον ἀέρα
κελαηδοῦν κορυδαλλοί.

Γύρω στ’ ἄνθη τὰ περίσσια
τῆς λευκῆς ἀγραμπελιᾶς
φτερουγίζουν τὰ μελίσσια
μὲ τὴν ἄγνοια τῆς δουλειᾶς.

Σὲ χωριὰ ἀνθοστρωμένα
καὶ γεμάτα χλωρασιὰ
χίλια ἀρνάκια σκορπισμένα
βόσκουν χόρτα καὶ δροσιά.

Κι ἀνασαίνουνε τὰ δάση
μέσ’ στὴν ὄμορφη γιορτή,
ποὺ γιορτάζει ὅλη ἡ πλάση
ἀνθισμένη, φτερωτή.

Γ. Δροσίνης.

ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

clip_image018

Πέρα στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ,
ποὺ ὁ μύλος μας γοργὰ γυρνᾶ
κι ὁ ἥλιος τοῦ καλοκαιριοῦ
μέσ’ ἀπ’ τὰ δέντρα δὲν περνᾶ,
ἐκεῖ ᾽ναι καὶ τὸ φτωχικὸ
τὸ σπίτι μου τὸ πατρικό.
Ἐκεῖ πρωτάνοιξα στὸ φῶς
τὰ μάτια μου καὶ τὴν καρδιὰ
κι εἶμαι σὰν ἓνας ἀδερφὸς
μὲ τ’ ἄλλα τοῦ χωριοῦ παιδιά.
Παιγνίδια, γέλι’ ἀπ’ τὴν αὐγὴ
κοντὰ στὴ δροσερὴ πηγή.
Δὲ θέλω ἐγὼ φανταχτερά,
παλάτια, ποὺ λαμποκοποῦν,
μηδὲ τὴν ψεύτικη χαρά,
ποὺ μὲ τὰ πλούτη τους σκορποῦν.
Ἐγὼ ποθῶ τὸ φτωχικὸ
τὸ σπίτι μου τὸ πατρικό.

Ἰ. Πολέμης

ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ

Ἕνα παιδὶ διαβάζει
κι ἀπὸ τὸ παραθύρι
μιὰ ἀχτίδα ἥλιου μπαίνει
καὶ τὸ γλυκοκοιτάζει.
« Ἔλα, μικρούλη μου, ἔξω
νὰ παίξωμε μαζί!».
Μὰ τὸ παιδὶ τῆς γνέφει:
«Μελέτη ἔχω πολλή!»

Τοῦ γλυκοψιθυρίζει
κι ἕνα μικρὸ πουλάκι:
« Ἔξω οὐρανὸς γαλάζιος,
τὸ δάσος πρασινίζει»

Καὶ τὸ παιδὶ κοιτάζει
clip_image008μ’ ἀγάπη τὸ πουλί,
μὰ λέει; «Ὅταν τελειώσω
μελέτη καὶ γραφή»

Τὰ πράσινά της φύλλα
νά! κι ἡ μηλιὰ σαλεύει:
« Ἔλα νὰ δοκιμάσης
τὰ ζουμερά μου μῆλα·
κοκκίνισαν, τὰ βλέπεις;
δὲν εἶναι πιὰ στυφά».
«Ὅταν θὰ μελετήσω,
θαρθῶ» λέει στὴ μηλιά.

«Ἐτέλειωσα!» φωνάζει
«Τώρα μπορῶ νὰ παίξω».
Στὸν κῆπο κατεβαίνει,
τὰ μῆλα δοκιμάζει,
ἀκούει καὶ τὸ πουλάκι,
ποὺ γλυκοκελαηδεῖ
καὶ χαίρεται στὸν ἥλιο τὸ φρόνιμο παιδί!

Μυρτιώτισσα.

Ὁ τσοπανάκος.

clip_image020

Ὁ τσοπανάκος πρῶτα ἦταν ἄνθρωπος καὶ κάποιος πλούσιος τὸν εἶχε πάρει νὰ φυλάη τ’ ἄλογά του. Μιὰ μέρα ὅμως ὁ τσοπανάκος ἔχασε ἕνα ἄλογο. Ὁ κύριός του τὸν ἔδειρε ἀλύπητα καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάη νὰ βρῆ τὸ ἄλογο καὶ ἂν δὲν τὸ βρῆ, νὰ μὴ γυρίση ποτέ.

Ὁ τσοπανάκος καταλυπημένος πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύριζε σὲ δάση καὶ σὲ βουνὰ νὰ βρῆ τὸ ἄλογο. Ἔτρεχε ἀκούραστος σ’ ὅλα τὰ μέρη, μὰ τὸ ἄλογο δὲ βρέθηκε πουθενά. Τοῦ φώναζε, τοῦ σφύριζε, τοῦ ξανασφύριζε, τίποτε! Κάθισε λοιπὸν σ’ ἕνα δάσος νηστικὸς καὶ κατακουρασμένος κι ἀδιάκοπα σφύριζε, γιὰ νὰ τὸν ἀκούση τὸ ἄλογο.

Ὁ Θεὸς τέλος τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν ἔκαμε πουλί. Τὸ πουλὶ αὐτὸ ἐξακολουθεῖ καὶ τώρα ἀκόμη νὰ ψάχνη γιὰ τὸ ἄλογο, ποὺ ἔχασε. Πετᾶ ἀπὸ δέντρο σὲ δέντρο καὶ ἀπὸ βράχο σὲ βράχο καὶ ὅλο σφυρίζει στὸ χαμένο ἄλογο. Ὅταν βρῆ τὸ ἄλογο, θὰ ξαναγίνη ἄνθρωπος.
Τὸν λένε καὶ σφυριχτάρη.

 

Ο ΠΕΥΚΟΣ

clip_image024

Ἕνας πεῦκος μὲς στὸν κάμπο
γέρασε ὁ φτωχός.
Στέκει ἐκεῖ πρωὶ καὶ βράδυ
μοναχός.
Ἔχασε μεγάλους κλώνους,
ἔπαθε πολλά.
Ζῆ διακόσια τόσα χρόνια
στρογγυλά.
Ἄκουσε τὰ καριοφίλια,
εἶδε ἀρματολούς.
Πέρασε πολέμους, μπόρες,
κεραυνούς.
Μὰ βαστάει σὰν παλικάρι,
ὅσο κι ἂν γερνᾶ
κι ἀγναντεύει πέρα ὡς πέρα
τὰ βουνά.

Ζ. Παπαντωνίου.

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΓΡΙΑΝΩΝ (ΠΟΜΑΚΩΝ)

clip_image022

Πάνω στὴν ὀροσειρὰ τῆς Ροδόπης, ἀνάμεσα στὰ κοιλώματα καὶ βαθουλώματα τῶν βουνῶν βρίσκονται τὰ χωριὰ κι οἱ ἀγροικίες τῶν Ἀγριάνων, ποὺ τοὺς ἀποκαλοῦν Πομάκους.

Οἱ ἴδιοι δὲν ἀνέχονται τὴ δεύτερη ἐπωνυμία, ποὺ τοὺς τὴν ἐπέβαλαν ξένοι ἐπιδρομεῖς πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια. Γιατὶ σημαίνει βλάκες. Οἱ ἴδιοι χαίρονται καὶ τὸ ἔχουν καμάρι γιατὶ εἶναι Ἀγριάνες. Λαὸς πολεμικὸς καὶ ἀνδρεῖος.
Ἀγαποῦν τὴν ῾Ελλάδα εἰλικρινά.

Εἶναι δὲ τόσο ἔξυπνοι, ποὺ σὲ λίγον καιρὸ μαθαίνουν νὰ μιλοῦν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα καλύτερα ἀπὸ ἕναν Ἕλληνα. Τὰ παιδιά τους εἶναι πολὺ γερὰ καὶ ροδοκόκκινα. Οἱ ἄντρες εἶναι μικρόσωμοι καὶ γρήγοροι στὸ περπάτημα.

Οἱ γυναῖκες τους εἶναι πάρα πολὺ ἐργατικές. Εἶναι τόσο καρτερικὲς καὶ ὑπομονητικές, ποὺ μὲ ἕνα ξερὸ κομμάτι μπομπότας, προχωροῦν 2-3 καὶ 4 ὧρες κάποτε μέσα στὰ δάση, γιὰ νὰ μαζέψουν ἕνα φόρτωμα ξύλα.

Πολλὲς φορὲς τὴν ἴδια μέρα, μετὰ τὸ μεσημέρι κατεβαίνουν στὴν πόλη, γιὰ νὰ πουλήσουν τὰ ξύλα καὶ τὸ βράδυ ξαναγυρίζουν στὸ χωριό, ἔχοντας τὰ ψώνια ποὺ ἀγόρασαν μὲ τὴν ἀξία τῶν ξύλων.

clip_image002

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες: ,
  1. 28/01/2016 στο 2:10 ΜΜ

    Reblogged στις worldtraveller70.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: