Αρχική > βιβλία > Σχολικών βιβλίων αφηγήσεις 5

Σχολικών βιβλίων αφηγήσεις 5

Επιμέλεια Ν. Τσούλια

clip_image002

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΜΕΓΑ Κ.Α.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ
ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1946

Ἡ εἰκονογράφησις τοῦ βιβλίου ἐγένετο ἀπὸ τὸν ζωγράφον κ. Περικλῆν Βυζάντιον.

1946. Ο πόλεμος έχει τελειώσει αλλά και η χαρά για το τέλος του μεγάλου ολέθρου. Τα ερείπια, η φτώχεια, η ανεργία, οι έντονες και μετωπικές πολιτικές διαμάχες βάζουν τη σφραγίδα τους.

Τα σχολικά βιβλία θα προσπαθήσουν να δώσουν μια αντίληψη θετικής προοπτικής, θα έχουν και ένα κέρδος έστω και πρόσκαιρο, θα κατακτήσουν τη ζωντανή γλώσσα του λαού μας, τη δημοτική. Όμως οι εμφυλιοπολεμικές διαμάχες και η μη επικράτηση συμφιλιωτικού κλίματος θα επαναφέρουν την καθαρεύουσα.

Το περιεχόμενο των βιβλίων επικυριαρχείται από τα θέματα της καθημερινής κοινωνικής ζωής, το δε αξιακό πεδίο εξακολουθεί να είναι το ίδιο με εκείνο της προπολεμικής περιόδου.

Το παρόν βιβλίο θα ξεδιπλώσει τα θέματά του με βάση τον κύκλο των τεσσάρων εποχών, δείγμα επιρροής του κυρίαρχου αγροτικού τρόπου ζωής των Ελλήνων αυτής της περιόδου.

Στις αρχές θα συναντήσουμε μια «κατασκήνωση την ακρογιαλιά», όπου… «Ὁ Γιαννάκης εἶχε ἕνα μεγαλύτερο ἀδερφό, ποὺ μόλις εἶχε γυρίσει ἀπὸ τὸν τελευταῖο μας πόλεμο. Τὸν ἔλεγαν Κώστα. Αὐτὸς εἶχε ὑποσχεθῆ στὸ Γιαννάκη νὰ τὸν πάρη μαζί του σὲ μιὰν ἐκδρομή, πρὶν τελειώσουν οἱ θερινὲς διακοπές». Ο πόλεμος έχει αφήσει τα ίχνη του και στην παιδική ηλικία, σε μια αρκετά αθώα εκδοχή: «Ὁ Κώστας εἶχε μιὰ μικρὴ στρατιωτικὴ σκηνὴ καί πολλὰ ἀπὸ τὰ εἴδη ἐκεῖνα, ποὺ μεταχειρίζονται οἱ στρατιῶτες. Εἶχε μάθει ν’ ἀγαπᾶ τὴ ζωὴ τοῦ ὑπαίθρου καὶ ἤθελε νὰ δώση στὸ μικρό του ἀδερφό μιὰν ἰδέα ἀπὸ αὐτὴ  τὴ ζωή».

clip_image004

Το φθινόπωρο θα στείλει με το λιομάζωμα όλο τον κόσμο στα λιοστάσια. «᾽Εκεῖ, στοὺς ἐλαιῶνες, συγκεντρώνεται τώρα τὸν Ἁϊδημητρίτη ὅλο τὸ χωριό. ᾽Εκεῖ τραγούδια καὶ χαρές, ἐκεῖ ἐργασία καὶ γέλια».

Τα δέντρα έχουν ζωή, λίγοι άνθρωποι το θυμούνται αυτό, αλλά για τους ανθρώπους του χωριού τα δέντρα έχουν και «προσωπικότητα», δεν είναι τυχαίο λοιπόν που μια βελανιδιά διηγείται για τη ζωή της:

«Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα βελανίδι, ποὺ ὁ ἄνεμος τὸ ἄρπαξε ἀπὸ μιὰ μεγάλη βελανιδιὰ καὶ τὸ ἔριξε κοντὰ στὸ δάσος. Χωρὶς καμιὰ περιποίηση, χωρὶς κανένας νὰ φροντίζη γιὰ μένα, μεγάλωσα μονάχη μου σιγὰ σιγά. Κι ὓστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἐπάνω ἀπὸ διακόσια, ἔγινα κι ἐγὼ μεγάλη βελανιδιά…»

clip_image008

Υπάρχει ένα παιδαγωγικό κλίμα στο σχολείο και έτσι τα παιδιά συμμετέχουν σε μια συνεδρίαση:

«-Ποιοί συνεδριάζουν ἐδῶ μέσα; ρώτησε ὁ διευθυντής τὸν ἐπιστάτη τοῦ σχολείου.

– Εἶναι τὰ παιδιὰ τῆς τετάρτης τάξης. Ζήτησαν τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν κύριο Καλόκαρδο. Ἀλήθεια, ἦταν πιὰ καιρός. Ἡ τάξη αὐτὴ στενοχωροῦσε μὲ τὶς ἀταξίες της πολὺ τὸν κύριο Καλόκαρδο, τὸ δάσκαλό της. Τὰ περισσότερα παιδιὰ εκεῖ μέσα ἦταν ακατάστατα…»

Τα ζώα είναι παντού παρόντα. Η σκαντζοχερίνα θα βγεί βόλτα, αλλά… «Ἐκεῖνο τὸ βράδυ ὁ κὺρ Στέφανος, γυρνώντας ἀπὸ τὸ κυνήγι, ἔφερε μαζί του πέντε μικρὰ σκαντζοχεράκια. Τὰ βρῆκε στὴ φωλιά τους τὴν ὣρα ποὺ ἔλειπε ἡ μάνα τους».

clip_image010

Το ορτύκι θα γίνει στόχος: «Χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε. Ἤμουν μόλις δέκα χρονῶ παιδὶ. Ὁ πατέρας μου εἶχε μεγάλη μανία μὲ τὸ κυνήγι. Ὅταν ὁ καιρὸς ἦταν καλός, κρεμοῦσε τὸ τουφέκι στὸν ὦμο, σφύριζε τοῦ σκύλου μας, τοῦ Ἀζὼρ καὶ τραβοῦσε γιὰ τὶς πέρδικες, γιὰ τὰ ὀρτύκια», ενώ και κάποια άλλα πουλιά, θα γίνουν και αυτά πρωταγωνιστές, «μιὰ φορὰ δυὸ λελέκια ἔχτισαν τὴ φωλιά τους ψηλὰ στὴ σκεπὴ ἑνὸς ἐρημόσπιτου, δίπλα σ’ ἕνα λιβάδι καταπράσινο καὶ μεγάλο».

Έχουμε μπει στον χειμώνα. «῏Ηταν χειμωνιάτικο βράδυ. ῾Ο ἀέρας εἶχε πέσει καὶ στὸ περιβόλι βασίλευε ἡσυχία. ῾Ωστόσο ὁ οὐρανὸς ἦταν σκεπασμένος ἀπὸ σταχτιὰ καὶ μαῦρα σύννεφα». Επόμενο ήταν να αναζητούμε κάρβουνα: «Στὸ δάσος τὸ τσεκούρι ἀκούεται βαριά. Ὅλη μέρα στὸ δάσος ἀκούεται τὸ τσεκούρι: Γκάπ, γκούπ. Γκάπα, γκούπ. Γιατί χτυπᾶ τὸ τσεκούρι μέσα στὸ δάσος; Πέρασε τὸ καλοκαίρι κι ἦρθαν οἱ καρβουνιάρηδες νὰ μᾶς δώσουν τὸ χειμώνα φωτιά».

Το παρελθόν ήταν ένδοξο γι’ αυτό και οι ιστορίες γι’ αυτό είναι πάντα παρούσες. Στην αρχαία Σπάρτη ένα αγόρι θα μας πει κάτι ευχάριστο. «῾Η χαρὰ τοῦ Ἀλκιδάμα δὲν περιγράφεται, ὅταν ἕνα καλοκαιρινὸ πρωὶ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του καὶ μερικοὺς ἄλλους Σπαρτιάτες γιὰ τὴ Σπάρτη. Πόσον καιρὸ τὴν εἶχε ὀνειρευτῆ αὐτὴ τὴ μέρα! Ὁ Ἀλκιδάμας ἦταν ἕνα Σπαρτιατόπουλο, ποὺ ζοῦσε τὸν καιρό, ποὺ οἱ Ἕλληνες πολεμοῦσαν μὲ τοὺς Πέρσες».

clip_image012

Αλλά δεν γίνεται αναφορά στη Σπάρτη χωρίς κάποια ανάλογη για την Αθήνα. «Πλησίαζε ἡ μέρα τῆς πομπῆς τῶν Παναθηναίων. Αὐτὴ τὴ χρονιὰ -438 π.Χ.- ἡ μεγάλη γιορτὴ τῶν Ἀθηνῶν θὰ εἶχε ἐξαιρετικὴ λαμπρότητα, γιατὶ θὰ γίνονταν τὰ ἐγκαίνια τοῦ νέου μαρμάρινου ναοῦ τῆς Ἀθηνᾶς, ποὺ εἶχε χτίσει ὁ Περικλῆς ἐπάνω στὴν Ἀκρόπολη μὲ τὰ συμμαχικὰ χρήματα».

 

clip_image014

ΔΕ ΣΕ ΞΕΧΝΩ

Νησάκι μου ὄμορφο,
καμαρωμένο,
στὰ ξένα κι ἂν μένω,
δὲ σὲ ξεχνῶ.

Τὴ νύχτα βρίσκομαι
ξάφνου σιμά σου,
στὴν ἀμμουδιά σοὺ
ποὺ ἀγαπῶ.

Τρέχω, ξαπλώνομαι,
κάθομαι χάμω,
πάνω στὸν ἄμμο
παιζογελῶ.

clip_image016

Νὰ κι οἱ βαρκοῦλες σου
γοργοκυλᾶνε,
θαρρεῖς, πετᾶνε
μὲς στὸ γυαλό.

Καλὴ βαρκούλα μου,
ἔλα στὰ ξένα,
ἄχ πάρε καὶ μένα,
σὲ καρτερῶ.

Νησάκι μου ὄμορφο,
καμαρωμένο,
στὰ ξένα κι ἂν μένω,
δὲ σὲ ξεχνῶ.

Ν. Δαμιράλης

Η ΜΑΡΙΓΩ

clip_image018

Ἡ κοπέλλα ἡ Μαριγὼ
μιὰ δουλειὰ σωστὴ δὲν κάνει.
Τὴν κουζίνα μας ξεχάνει
καὶ θυμᾶται τὸ χωριό.

Τὰ χεράκια της ἐδῶ,
τὸ μυαλό της ἐκεῖ κάτω.
Πέφτει κι ἔσπασε τὸ πιάτο…
Μαριγούλα, Μαριγώ!

Φέρνει τὸ νερὸ στὸν ὦμο,
μὰ θυμήθηκε ξανά:
«Ποιός τὸ δράκο μας κουνᾶ;»
Χύνει τὸ μισὸ στὸ δρόμο.

«Ἡ ἄσπρη κότα τί νὰ κάνη;
τὸ γουρούνι εἶναι γερό;
ὁ παπποὺς νὰ μὴν πεθάνη;…»
Μαριγούλα, Μαριγώ!

«Θάβγαλε χηνάκια ἡ χήνα;
θάναι κίτρινα, σταχτιά;
θὰ τρυγᾶμε αὐτὸν τὸν μήνα;
θὰ μὲ πόνεσε ἡ γιαγιά;»

-Τί ἔχεις σύννεφο στὰ μάτια,
τί ἔχεις ἀναφιλητό;
Κι ἂλλο πιάτο εἶναι κομμάτα,
Μαριγούλα, Μαριγώ.

Πάρε τ’ ἄσπρο γιορτινό σου,
τὶς ποδιὲς ποὺ σοῦ φορῶ
στὸ χωριό σου, στὸ χωριό σου,
Μαριγούλα Μαριγώ.

Ζ. Παπαντωνίου

clip_image020

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Κάτω ἀπ’ τὴ στέγη τοῦ ζευγᾶ
στὰ καπνισμένα ξύλα
φυσᾶ ὁ βοριὰς τὴν ἔρημη
φωτιὰ μ’ ἀνατριχίλα.

Καὶ σέρνει τὰ μηνύματα
τῆς βαρυχειμωνιᾶς
κατὰ τὸν κάμπο χύνοντας
τὸ δάκρυ του ὁ χιονιάς.

Τὰ στάχυα δὲ βεργολυγοῦν,
τ’ ἁλώνια δὲ γυρίζουν,
τὰ βοϊδαμάξια σώπασαν
στὴ ρύμη πιὰ νὰ τρίζουν.

clip_image022

Καὶ πέρα μὲς στὸ διάπλατο
τοῦ κάμπου, μοναχὸς
σαλεύει τ’ ἀργοπάτητα
τὰ πρόβατα ὁ βοσκός.

Ἀλ. Φωτιάδης

ΤΟ ΝΑΥΤΟΠΟΥΛΟ

Τὰ νέφη ἀστράφτουν στὸ βουνὸ
βροντοῦν καὶ μπουμπουνίζουν,
σκεπάσανε τὸν οὐρανό,
τὸ κῦμα φοβερίζουν.
Ὁ νέος ναύτης τραγουδεῖ
καὶ τὸ πανί του σιάζει:
-᾽Εγὼ εἶμ’ ῾Ελληνικὸ παιδί,
τὸ νέφος δὲ μὲ σκιάζει!

Ἀγέρας πέφτει στὰ πανιά,
τὰ σκίζει καὶ τ’ ἁρπάζει
καὶ συνταράζει τὰ σκοινιὰ
καὶ τὸ κατάρτι σπάζει.
Ὁ νέος ναύτης τραγουδεῖ,
παρὼν ὅπου προστάζουν:
-᾽Εγὼ εἶμ’ ῾Ελληνικὸ παιδί,
ἄνεμοι δὲ μὲ σκιάζουν!

Ἡ θάλασσα λυσσομανᾶ
καὶ κυματεῖ κι ἀφρίζει,
τὸ πλοῖο του καταπονᾶ,
τὸ σκᾶ καὶ τὸ σκορπίζει.
Ὁ νέος ναύτης τραγουδεῖ
καὶ μιὰ σανίδ’ ἁρπάζει:
-᾽Εγὼ εἶμ’ ῾Ελληνικὸ παιδὶ,
φουρτούνα δὲ μὲ σκιάζει!

clip_image002Τὸ ἕνα κύμα τὸν πετᾶ
καὶ τ’ ἄλλο τόνε χάφτει
κι ἡ Μαύρη Θάλασσα ζητᾶ
νὰ καταπιῆ τὸ ναύτη.
Μ’ αὐτὸς ἀκόμα τραγουδεῖ
καὶ κολυμπᾶ καὶ πάει:
-᾽Εγὼ εἶμ’ ῾Ελληνικὸ παιδὶ
κι ὁ Πλάστης μὲ φυλάει!

Γ. Βιζυηνὸς

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Μὲς στὴν ἀχνόφεγγη βραδιὰ
πέφτει ψιλὸ ψιλὸ τὸ χιόνι
γύρω στὴν ἔρμη λαγκαδιὰ
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.

Οὔτε πουλιοῦ γρικᾶς λαλιὰ
οὔτ’ ἕνα βέλασμα προβάτου,
λὲς κι ἁπλωμένη σιγαλιὰ
εἶν’ ἐκεῖ ὁλόγυρα θανάτου.

Μὰ ξάφνου πέρα ἀπ’ τὸ βουνὸ
γλυκὸς σημάντρου ἠχὸς γρικιέται
ὡσὰν βαθιὰ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
μέσα στὴ νύχτα νὰ σκορπιέται.

Κι’ ἀντιλαλεῖ τερπνὰ τερπνὰ
γύρω στὴν ἄφωνη τὴν πλάση
καὶ τὸ χωριὸ γλυκοξυπνᾶ,
τὴν ἅγια μέρα νὰ γιορτάση.

Πέτρος Βασιλικὸς

clip_image024

Η ΑΘΗΝΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Χαρὰ σ’ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη!
Καμιὰ χώρα σ’ ὅλη τὴ γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη
δὲν ἦβρε τέτοιο φυλαχτό σὰν τὸ δικό μου μάτι.
Ἀπ’ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ γοργὰ τρεχάτη
καὶ μ’ εἶδαν τῆς ῾Ελλάδας μου τ’ ἀγαπημένα μέρη
σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι.
Ὅμως σ’ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω
καὶ ρίζωσ’ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο.

Κ. Παλαμάς

 

ΑΝΟΙΞΗ

Μέσα στὰ ἐρείπια τοῦ χειμώνα
δίχως βοὴ καὶ κορνιαχτὸ
μιὰ κρινομέτωπη νυφούλα
χτίζει παλάτι πυργωτό.

clip_image026

Δουλεύουν μύριοι μαστοράδες,
πρῶτοι στὴν τέχνη καὶ στὸ νοῦ,
τ’ ἀγέρι, ὁ ἥλιος, τὸ φεγγάρι
κι ὅλα τ’ ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ.

Φτιάνουν τὸ θόλο γαλαζένιο,
ὅλη τὴ γῆ χρυσὴ φωλιὰ
καὶ τῆς σωριάζουν γιὰ στολίδια
ἄνθη καὶ δέντρα καὶ πουλιά.

Καὶ τὸ ψηλότερο βουνάκι
τὸ φτιάνουν γυάλινο θρονί
κι ἐκεῖ βασίλισσα θρονιάζουν
τὴν Ἄνοιξη τὴ γαλανή.

Σ. Σκίπης

Η ΣΗΜΑΙΑ

Πάντα κι ὅπου σ’ ἀντικρύζω
μὲ λαχτάρα σταματῶ
καὶ περήφανα δακρύζω,
ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ.

Δόξα ἀθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχὴ
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς Πατρίδας ἡ ψυχή.

clip_image030

Ὅταν ξάφνου σὲ χαϊδεύη
τ’ ἀγεράκι τ’ ἀλαφρό,
μοιάζεις κύμα, ποὺ σαλεύει,
μὲ χιονόλευκον ἀφρό.

Κι ὁ Σταυρός, ποὺ λαμπυρίζει
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶν’ ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
μιὰν ἐλπίδα μας κρυφή.

Σὲ θωρῶ κι ἀναθαρρεύω
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω,
σὰ μητέρα σ’αγαπῶ.

Κι ἀπ’ τὰ στήθη μου ἀνεβαίνει
μιὰ χαρούμενη φωνή:
νάσαι πάντα δοξασμένη,
ὦ Σημαία γαλανή.

Ι. Πολέμης

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

clip_image032

Ἥλιε μου,
ἔβγα, ἥλιε μου,
ποὺ κάνεις τὸ χωράφι
καὶ γεμίζει ἀπὸ χρυσάφι.

Δῶσε μας,
ἥλιε μου, ἥλιε μου,
τὸ ρόδο καὶ τ’ ἀγκάθι,
φέξε ὡς τοῦ γιαλοῦ τὰ μάθη.

Τὸ νερό,
φέξε, ἣλιε μου,
νὰ τρέχη καὶ νὰ λάμπη,
νὰ μοσχοβολοῦν οἱ κάμποι.

clip_image028

Στρῶσε μας,
χρυσοήλιε μου,
τὴ γῆ μὲ χαμομήλι,
δῶσ’ μου τὸ γλυκὸ σταφύλι.

Τὸν κάμπο,
ἥλιε μου, ἥλιε μου,
τὸ θέρο χάρισέ μας,
σὰν τὸ δέντρο ἀνάστησέ μας.

Ζ. Παπαντωνίου

clip_image034

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ὁ κόσμος λάμπει
σὰν ἕνα ἀστέρι,
βουνὰ καὶ κάμποι,
δέντρα, νερὰ
γιορτάζουν πάλι,
καθὼς προβάλλει
τὸ καλοκαίρι,
Θεοῦ χαρά!

Φωνοῦλες, γέλια
φέρνει τ ἀγέρι
μὲς ἀπ’ τ’ ἀμπέλια
τὰ καρπερά,
Παιδιὰ ἀγγελούδια
στὸ καλοκαίρι,
Θεοῦ χαρά!

Τὴν ὥρα τούτη
σκορπᾶ ἕνα χέρι
χάδια καὶ πλούτη
·κι ἡ γῆ φορᾶ
σὰ μιὰ πορφύρα.
Ζωῆς πλημμύρα
τὸ καλοκαίρι,
Θεοῦ χαρά!

Ἡ φύση πέρα,
ὦ νέοι καὶ γέροι,
σὰ μιὰ μητέρα
μᾶς καρτερᾶ.
Ἡ φύση ὅλη
σὰν περιβόλι
τὸ καλοκαίρι,
Θεοῦ χαρά!

Κ. Παλαμάς

ΤΟ ΧΩΡΙΟ

᾽Εκεῖ στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, στὰ δροσερὰ χορτάρια,
ποὺ μουρμουρίζουν τὰ νερὰ καὶ χύνονται καθάρια,
ἐκεῖ στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, ὅπου φυσᾶ τ’ ἀγέρι
καὶ χαιρετᾶ τὰ λούλουδα καὶ παίζει μὲ τὴ φτέρη
καὶ τὰ πουλάκια κελαηδοῦν στὰ δέντρα ταίρι ταίρι,
ἁπλώνεται μικρὸ χωριὸ μὲ πεῦκα στολισμένο
καὶ μὲς στὸν ἥλιο λούζεται λευκὸ κι εὐτυχισμένο.
Τὰ κάτασπρα σπιτάκια του, μικρὰ καὶ μετρημένα,
καθὼς φωλιὲς μικρῶν πουλιῶν στὰ δέντρα εἶναι
κρυμμένα.
Ἔχει κι ἀμπέλια νὰ χαρῆ καὶ στάχυα νὰ θερίση,
ἔχει καὶ πρόσχαρη ἐκκλησιὰ κοντὰ στὴ κρύα βρύση
κι ἔρχεται κάθε χωρικὸς ἐκεῖ νὰ προσκυνήση.
Φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ παπᾶ καὶ τὸν καλημερίζουν
καὶ στὴ δουλειά τους ὕστερα μὲ προκοπὴ γυρίζουν.

Ι. Πολέμης

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: