Αρχική > εκπαιδευτικός > Προβλήματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών

Προβλήματα εκπαίδευσης εκπαιδευτικών

Του Νίκου Τσούλια

ΤΟ ΑΡΘΡΟ, 24.10.10

clip_image001Υπάρχουν κάποια ακανθώδη προβλήματα των εκπαιδευτικών στη σχολική λειτουργία, που πηγάζουν κυρίως από την αρχική τους εκπαίδευση.

α) Με τη διεύρυνση των γνωστικών αντικειμένων από τη δεκαετία του ’80, στα λύκεια και περισσότερο στην τεχνική εκπαίδευση εισήχθησαν στην εκπαίδευση πολλές ειδικότητες. Η διεύρυνση των γνωστικών αντικειμένων ήταν και αποτέλεσμα των γενικότερων κοινωνικών και επομένως και εκπαιδευτικών εξελίξεων αλλά και συντεχνιακών παρεμβάσεων.

β) Υπάρχουν δύο βασικοί κλάδοι Π.Ε.2 (ειδικότητες των φιλοσοφικών σχολών) και Π.Ε.4 (ειδικότητες των φυσικών επιστημών), όπου μια ειδικότητα διδάσκει με βάση το νόμο και μαθήματα άλλης ειδικότητας, χωρίς ωστόσο να έχει διδαχθεί στο πανεπιστήμιο επαρκώς αυτά ή και ακόμα να μην τα έχει διδαχθεί καθόλου!

Και για τις δύο περιπτώσεις (α και β) που προαναφέρθηκαν, και με δεδομένο ότι έχουμε πολλές μικρές σχολικές μονάδες ιδιαίτερα στο νησιώτικο και ορεινό μέρος της χώρας, προκύπτει ζήτημα κάλυψης επαρκούς ωραρίου αυτών των ειδικοτήτων. Έτσι συμπληρώνουν με ώρες από άσχετα μαθήματα (πέραν των θεσμοθετημένων δεύτερων αναθέσεων), με σοβαρές επιπτώσεις στη μόρφωση των μαθητών. Εδώ ως θεραπευτική λύση δε μπορεί παρά να είναι η συμπλήρωση σπουδών σε συγγενείς ειδικότητες στην αρχική εκπαίδευση, ώστε να υπάρχει επιστημονική επάρκεια.

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, κάθε ειδικότητα είναι καταρτισμένη συνήθως για δύο γνωστικά αντικείμενα. Πάντως δε μπορεί να συνεχιστεί η πρακτική: για μια (ή και για κάθε!) ειδικότητα των πανεπιστημίων να υπάρχει και ένας αποκλειστικός χώρος γνωστικού αντικειμένου στο σχολείο. Με δεδομένο μάλιστα ότι η τάση σήμερα είναι το συμμάζεμα των πολλών μαθημάτων στα σχολεία, όπως επισημαίνει και η UNESCO, θα πρέπει όχι μόνο να είμαστε φειδωλοί στο να εισάγουμε νέες ειδικότητες εκπαιδευτικών, αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και τα υπάρχοντα προβλήματα.

Τα προηγούμενα χρόνια παρατηρείται και ένα επιπλέον ανορθολογικό φαινόμενο. Διάφορες κατηγορίες εκπαιδευτικών, μέσω της παρακολούθησης μη πιστοποιημένων σεμιναρίων (πληροφορικής, ειδικής αγωγής), τροποποιούν τη συνθήκη διορισμού τους αλλάζοντας τη βασική πανεπιστημιακή ειδικότητά τους! Και αυτά με την ευθύνη της επίσημης πολιτείας!! Υπάρχει και ένα σχετικά νέο στοιχείο που συνδέεται με το θέμα μας.

Στις καθηγητικές σχολές και ιδιαίτερα στις φιλοσοφικές, μειώνεται διαρκώς η βαθμολογική βάση των εισαγομένων από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (από 17-18 που ήταν στη δεκαετία του ’80, σήμερα έχει υποχωρήσει στο 14). Αν συνεχιστεί αυτή η τάση θα τεθεί το ερώτημα: μπορούν οι αυριανοί εκπαιδευτικοί με αυτές τις μαθησιακές αφετηρίες και με τη σχετική ευκολία των πανεπιστημιακών σπουδών να σηκώσουν το βάρος μιας κοινωνίας της γνώσης;

Το status και το κοινωνικό κύρος ενός επαγγέλματος εξαρτάται, εκτός των άλλων, και από τα προσόντα που αυτό απαιτεί. Η αρχική εκπαίδευση του εκπαιδευτικού, προκειμένου να αποκτήσει ουσιαστική προοπτική πρέπει να συνδεθεί με ένα ολοκληρωμένο σύστημα ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης και με μια κουλτούρα του ίδιου του εκπαιδευτικού για διαρκή αυτομόρφωση. Κάτι που δεν πηγάζει μόνο από τις εξελίξεις στο περιβάλλον της εκπαίδευσης ή από τις νέες γνώσεις των επιστημών, αλλά κυρίως από την ανάγκη να μετατραπούν τα σχολεία σε κοινότητες μάθησης με την οργάνωση εξωσχολικής γνώσης, την επιμέρους υπέρβαση της τυπικής επίσημης διδακτέας ύλης, την ανάπτυξη της πολυμορφίας στη μαθησιακή λειτουργία και με τη διαχείριση της διογκούμενης πληροφοριόσφαιρας.

Η ανάδειξη της έρευνας σε βασικό στοιχείο της σχολικής λειτουργίας, αναδεικνύει μια θεμελιακή όψη του εκπαιδευτικού: εκείνη του δημιουργού νέας γνώσης, όπου θα είναι δάσκαλος και μαθητής, δίπλα στην παραδοσιακή του όψη, του αναπαραγωγού και του μεταδότη της γνώσης. Το γεγονός ότι ο εκπαιδευτικός δεν ωθείται να δοκιμάσει τίποτα καινούργιο και αγκιστρώνεται στην εμπειρία, οφείλεται και στην ελλιπή κατάρτισή του.

Σήμερα η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών θα πρέπει να ενσωματώσει τη «στοχαστική θεωρία, τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας και την αποκτούμενη γνώση των εξασκούμενων εκπαιδευτικών». Επιπλέον, η διαμόρφωση του συστήματος παιδαγωγικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών θα είναι καταλυτικής σημασίας και στην ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ιδιαίτερα των ανθρωπιστικών επιστημών, που πλήττονται από την τεχνοκρατική εκδοχή του σύγχρονου πολιτισμού.

Και αυτό σε μια συγκυρία που τα πανεπιστήμια βρίσκονται σε μεταβατική φάση και αναζητείται ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: