Αρχική > βιβλία > Πάντα με ένα βιβλίο μπροστά μου…

Πάντα με ένα βιβλίο μπροστά μου…

Του Νίκου Τσούλια

  • clip_image001«Μα διαβάζεις συνέχεια σα να δίνεις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο», μου έλεγε, συχνά – πυκνά, ο πατέρας μου.
    «Μα τι θέλεις να κάνω; να χαζεύω; να κοιτάζω τον ουρανό; Η ζωή είναι τόσο μικρή…, μπορείς να κάθεσαι έτσι χωρίς κάτι να μαθαίνεις; Άλλωστε το διάβασμα μου αρέσει τόσο πολύ».
    Και έδειχνε ότι τον έπειθα, άλλωστε ήξερε ότι τα γράμματα μου είχαν δώσει πολλά, ό,τι καλό είχα κάνει στη ζωή μου στο διάβασμα οφειλόταν. Απλώς νόμιζε ότι το διάβασμα με κούραζε. Πού να ήξερε ότι, όταν διαβάζω, νιώθω τόσο όμορφα…
  • «Τι δουλειά κάνεις; Έχω τόσα χρόνια το ιατρείο και δεν έχω δει κανέναν να διαβάζει με αφοσίωση, έδειχνες τόσο απορροφημένος. Ασχολούμαι και εγώ με το διάβασμα και με το γράψιμο και πολύ το χαίρομαι να συναντώ ομοιοπαθείς».

«Πάντα έχω κάποιο βιβλίο μαζί μου, μου δίνει μια αίσθηση ασφάλειας, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα πάει χαμένος κάποιο μέρος του χρόνου μου, της ζωής μου. Έχουμε, λοιπόν, την ίδια ‘γλώσσα’… Έχω την αίσθηση ότι τα βιβλία ξεχειλίζουν από αγωνίες και στοχασμούς ανθρώπων αναζητητών, ξεχειλίζουν από θαλερά κλαδιά της ζωής. Έχω πάθος και με το γράψιμο, οπότε το διάβασμα είναι ένας φωτεινός ιδεο-δότης». Κουβεντιάσαμε πολύ, θυμάμαι χρόνια αυτή τη συζήτηση, έχω ξεχάσει για ποιο λόγο είχα πάει στο γιατρό…

  • Νυχτοφύλακας ων, έβρισκα ένα πέτρινο παγκάκι που το φώτιζε καλά ο μεγάλος προβολέας του κτιρίου, εκεί στη μεγάλη λεωφόρο που φτιάχτηκε μάνι – μάνι για να προλάβει ο Ντ’ Εσταίν να περάσει, και κρυμμένος καλά από το διάβα του δρόμου (ο προϊστάμενος ήταν κέρβερος αν δεν ήσουν στις επάλξεις ανά πάσα στιγμή…) διάβαζα τα αγγλικά γραμμένα σε δημοσιογραφικό χαρτί – παραδίπλα το πιεστήριο δούλευε βγάζοντας ειδήσεις βουτηγμένες στο μελάνι και ξερνώντας θόρυβο και αναθυμιάσεις αντιμονίου – και παραδίπλα το μεταφρασμένο μέρος, δύο στήλες δηλαδή, και έτσι το όλο σκηνικό σου έδινε τη δυνατότητα να ρίχνεις κλεφτές ματιές προς το δρόμο μη φανεί ο κέρβερος…
  • clip_image001[4]Πόσος χρόνος χαμένος στα λεωφορεία (ως φοιτητής ή στρατιώτης ή μη εισέτι εποχούμενος) ή στις ουρές στις τράπεζες, στον φούρνο (…), οι ώρες περνούν έτσι χαζεύοντας το υπερπέραν, έτσι χωρίς νόημα…, «το δικαίωμα στο χάζεμα» θα ακούσω χρόνια μετά από έναν … έξυπνο συγγραφέα. Φρόντιζα να βρίσκω κάθισμα στο λεωφορείο σε θέσεις δύσβατες και πάντως όχι κοντά στις πόρτες που θα σε υποχρέωναν να σηκωθείς για τους ηλικιωμένους, για να μπορώ να διαβάζω ανενόχλητος. Αν ήμουνα όρθιος, διάβαζα την εφημερίδα τσακίζοντάς την – τότε οι εφημερίδες είχαν μεγάλο σχήμα -, ώστε να διαβάζονται εύκολα διάφορες στήλες και έτσι απελευθερωνόταν χρόνος στο υπόλοιπο τμήμα της ημέρας για το καλό διάβασμα.

  • Ατέλειωτες ώρες, συχνές οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ο.Λ.Μ.Ε. Μπορούσες άνετα να παρακολουθήσεις τις ομιλίες, αφού ο παραταξιακός λόγος υπερκάλυπτε την προσωπική επιχειρηματολογία και εύκολα καταγράφονταν συνειδησιακά οι αντιλήψεις και οι προσεγγίσεις. Διάβαζα, λοιπόν, κείμενα εκπαιδευτικά, συνήθως στα αγγλικά, κείμενα από την UNESCO, την Εκπαιδευτική Διεθνή (Educational International), την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία των Εκπαιδευτικών (ETUCE), κείμενα που μας ενδιέφεραν, αλλά δύσκολα γίνονταν αντικείμενο επιμελούς εργασίας, η νομιμοποίηση εξ ορισμού, πλούσιες πηγές για να εμπλουτίζω την επιχειρηματολογία μου για τα άρθρα μου και τις ομιλίες μου.

Εδώ βάσιζα, άλλωστε, το προσωπικό μορφωτικό μου υπόστρωμα – συγκριτικό πλεονέκτημά μου, για να είμαι πειστικός στο λόγο μου και στην πρότασή μου, μου άρεσε τόσο πολύ να νιώθω ότι επηρεάζω τις σκέψεις των συναδέλφων – και συνεπικουρούμενων των γνώσεών μου με τη μετριοπάθεια και με τη σχετικότητα της προσέγγισής μου δημιουργούσα ένα όμορφο μίγμα, ένιωθα σχεδόν ευτυχισμένος αν αντιλαμβανόμουνα ότι μπορούσα να «πάω περίπατο τις σκέψεις των άλλων», βίωνα τη δύναμη της γνώσης να μου δίνει δύναμη, δύναμη καλή, μου άρεσε να γίνεται αναφορά στα άρθρα μου, να χρησιμοποιούνται ως δοκίμια για θέματα εκθέσεων σε σχολεία ή σε σχετικά βιβλία.

  • Θα πηγαίναμε σε ένα μεγάλο κέντρο διασκέδασης να δούμε μία από τους τελευταίους μύθους του λαϊκού τραγουδιού, πού ξέρεις αύριο μπορεί να μην υπάρχει και θα έχει χαθεί η δυνατότητα να πεις ότι την άκουσα από κοντά, έψαξα να βρω κάποιο μικρό βιβλίο που να χωρά στην εσωτερική τσέπη του σακακιού.

Μπορεί να δοθεί η δυνατότητα να διαβάσεις, έστω κάποιες σελίδες, θα σου μείνουν πιο καλά χαραγμένες στη μνήμη σα σφραγίδα σε λιωμένο κερί από την έκσταση των στιγμών μιας ιέρειας του τραγουδιού, να παντρευτεί η μουσική αγωγή της ψυχής με τον ερευνητικό στοχασμό και με τις αναπολήσεις που θα γεννήσουν τα τραγούδια αλλοτινών εποχών, να συναντήσει το διάβασμα ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κρυφούς φόβους που διαλύθηκαν από τις επιτυχίες που ξεπέρασαν και τα πιο τολμηρά όνειρά σου, αλλά και αν δεν ανοίξεις καθόλου το βιβλίο, έχεις κάνει ήδη έναν «ξεχωριστό τόπο» στη σκέψη σου για ένα εγχείρημα που έμεινε στο σχέδιο, μια άλλη φορά θα αποφορτίσει το ανικανοποίητο και αυτής της περίπτωσης…

clip_image0014

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: