Αρχική > βιβλία > Σχολικών βιβλίων αφηγήσεις 3

Σχολικών βιβλίων αφηγήσεις 3

επιμέλεια: Ν. Τσούλια

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Γ΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

clip_image002

Β. ΠΕΤΡΟΥΝΙΑ – Φ. ΚΟΛΟΒΟΥ
Σ. ΣΠΕΡΑΝΤΣΑ – Α. ΜΕΤΑΛΛΙΝΟΥ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ 1955

Τρίτη Δημοτικού, τα βιβλία της συνδεδεμένα με το ξεπέταγμα στο διάβασμα των μαθητών, τώρα δεν συλλαβίζεις, πρέπει να διαβάζεις χωρίς να κομπιάζεις, αλλιώς τα άλλα παιδιά περιμένουν πως και πως για να το πούνε στους γονείς σου, άντε το πολύ – πολύ να βάζεις αλλού τον τόνο, τώρα πρέπει να παρακολουθήσεις όλες τις εποχές του χρόνου, να μάθεις για τον τζίτζικα, τη μέλισσα, τον μεταξοσκώληκα, την πεταλούδα, τα πουλιά, το φίδι, τον σκαντζόχοιρο…, να διαβάσεις στο βιβλίο ό,τι βλέπεις στη φύση, το βιβλίο είναι γραμμένο για τα παιδιά του χωριού, αυτά είναι τα περισσότερα και όταν θα πάνε και στην πόλη θα είναι όλο απορίες, θα δουν για πρώτη φορά ραδιόφωνο, τηλέφωνο, θα γράψουν και τις εντολές του σχολείου μόνα τους των δύο ανωτέρων τάξεων (!), θα είναι καλά παιδιά…

clip_image004

ΣΗΚΩΘΗΤΕ ΠΑΙΔΙΑ

Σηκωθῆτε, παιδιά,
κελαϊδῆστε, πουλιά,
δένδρα, φύλλα, κλαδιά,
πρασινίστε.

Μπουμπουκάκια κλειστά,
ἀνοιχθῆτε γοργά,
πλουμιστὴ φορεσιὰ
στολισθῆτε.

Κι ὅλα ἐμπρὸς χαρωπὰ
μὲ δροσάτη καρδιὰ
καὶ τραγούδια γλυκὰ
‘τοιμασθῆτε,

Τὸ χρυσὸ βασιλιᾶ,
ποὺ σὲ λίγο ἀρχινᾷ
και προβαίνει λαμπρά,
νὰ δεχθῆτε.

 

clip_image006

ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΩ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Μὲ νέα χαρὰ ξαναγυρίζω
στὸ ἀγαπημένο μου σχολειό.
Σὲ ξαναβρίσκω μὲ λαχτάρα.
μικρὸ θρανίο μου παλιό.

Γωνιά, ποὺ πέρσι σὲ κρατοῦσα,
σὰν μιὰ φωλίτσα μου, ὦ γωνιά,
δὲν θὰ μὲ ἰδῇς νὰ εἶμαι κοντά σου
ξανὰ καὶ τούτη τὴ χρονιά.

Μιὰ ἄλλη γωνιὰ στὴν ἄλλη τάξι
τώρα, γιὰ κοίτα, καρτερεῖ.
Κρατῶ βιβλία πιὸ μεγάλα
κι ἔχω ἕνα χρέος πιὸ βαρύ.

«Τραγουδιστὴς τῶν παιδιῶν»,  Στέλιος Σπεράντσας

clip_image008

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Μέσ’ στὴν πρασινάδα,
μέσ’ στὴν ὀμορφιά,
τὸ μικρὸ σχολειό μας
’μοιάζει ζωγραφιά.

Διάπλατα στὸν ἥλιο
παραθύρια, νά.
Σὰν γυρνᾷ τὸ μάτι,
φθάνει ὣς στὰ βουνά.

Πάντα μὲ τραγούδια
τοῦ μιλᾷ ἡ ψυχή.
Κι ἡ χαρά μας ὅλη
γύρω του ἀντηχεῖ.

Κι ὅταν τραγουδοῦμε,
πάνω ἀπ’ τὴ φτελιά,
τραγουδοῦν μαζί μας
κι ὅλα τὰ πουλιά.

«Το βιβλίο ποὺ τραγουδεῖ», Στέλιος Σπεράντσας

ΑΛΛΑ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ

clip_image010

Ἔγια μόλα, ἔγια λέσα,
τράβα τὰ κουπιά,
φύσα, ἀέρα, τὸ πανάκι,
πᾶμε στὰ βαθιά.

Σὰν δελφίνι τρέχει ἡ βάρκα,
φεύγει στὸ φτερό,
τὸ γαλάζιο κῦμα κόβει,
σχίζει τὸ νερό.

Ἔγια μόλα, ἔγια λέσα,
πέρα μακριὰ
τόποι ἄγνωστοι προσμένουν,
χῶρες καὶ χωριά.

Φύσα, ἀέρα, τὸ πανάκι,
φύσα το μ’ ὁρμή,
κράτα ἴσια τὸ τιμόνι,
κράτα το γραμμή.

Ἔγια μόλα, ἔγια λέσα,
θάλασσα πλατειά,
κράτα μας στὴν ἀγκαλιά σου
ὅλα τὰ παιδιά.

Χόρτασέ μας τὴ δροσιά σου,
θάλασσα ἁλμυρή,
χάρισέ μας τὴν πνοή σου,
αὔρα δροσερή.

Ο ΤΡΥΓΟΣ

clip_image012

Ὅλος ὁ κόσμος εὑρίσκεται σὲ κίνησι.
Κάρρα καὶ αὐτοκίνητα γεμᾶτα σταφύλια περνοῦν ὁλοένα. Ἀνάμεσα στὰ κλήματα παλληκάρια καὶ κοπέλλες, μὲ τὰ καλάθια στὰ χέρια, τρυγοῦν.
Ὁ Κωστάκης καὶ ἡ Ἑλενίτσα εὑρίσκονται ἀκόμη στὸ κτῆμά των, στὴν ἐξοχή. Ἔχουν τὴν ἄδεια νὰ βοηθήσουν καὶ αὐτοὶ στὸν τρύγο. Ἀπὸ πολὺ πρωΐ μὲ τὸ γλυκοχάραμα, ἑσηκώθηκαν καἰ ἐπῆγαν καὶ αὐτοὶ στὸ ἀμπέλι μὲ τοὺς ἄλλους ἐργάτες.
Κρατοῦν ὁ καθένας τὸ μικρό του καλαθάκι καὶ ἕνα μαχαιράκι. Σὲ κάθε κλῆμα σταματοῦν. Ἀφήνουν κάτω τὸ καλάθι καὶ κόβουν μὲ πολλὴ προσοχὴ τὸ σταφύλι ἐπάνω στὸ κοτσάνι του. Τὸ βάζουν στὸ καλάθι καὶ κόβουν ἄλλο.
Ἅμα γεμίσουν τὸ καλαθάκι τους, πηγαίνουν καὶ τὸ ἀδειάζουν στὸ μεγάλο κοφίνι. Πόσες φορὲς τὸ ἐγέμισαν καὶ τὸ ἄδειασαν οὔτε ξεύρουν!
Ἑργάζονται μὲ ὄρεξι μεγάλη καὶ τραγουδοῦν μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐργάτες καὶ τὶς ἐργάτριες διάφορα τραγούδια.

ΕΜΠΡΟΣ!

image Ἐμπρός! Ὁλόρθοι, ἀτρόμαχτοι.
Μαυρίλα, ἀστροπελέκι.
Νά τὸ σπαθί, γοργάστραψε,
καὶ νά ἡ βροντή, τουφέκι.

Στὸν Πίνδο ἀπ’ τὸν Ταΰγετο
καὶ στὰ Βαλκάνια ὥς πέρα
μιὰ φλόγα, μιὰ φοβέρα
κι ἕνας ὁ νοῦς: Ἐμπρός!

Ἐμπρός, ἀδέρφια, ἀτράνταχτοι,
κι ἂς πέφτῃ ἀστροπελέκι.
Νά τὸ σπαθί, γοργάστραψε,
βρόντησε τὸ τουφέκι.

Κρήτη, ὁ Μωριᾶς, ἡ Ρούμελη,
ἐμπρός. Ἡ Ἑλλάὃα λάμπει,
ἀχολογᾶν οἱ κάμποι,
καῖνε οἱ καρδιες. Ἐμπρός!

«Παιδικὴ Ἀνθολογία»,  Κ. Παλαμᾶς

clip_image014

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Ὕστερα ἀπὸ δυὸ μηνῶν ἐργασία τοῖ σχολείου, τὰ παιδιά, μπαίνοντας στὴν τάξι, ἀντικρύζουν κρεμασμένη στὸν τοῖχο μιὰ καρτέλλα μὲ καλλιγραφικὰ γράμματα. Εἶναι τοποθετημένη σὲ πλαίσιο ξύλινο ὀμορφοσκαλισμένο καὶ στολισμένο. Τὰ γράμματα καὶ τὸ σκάλισμα εἶναι τῆς Ἑλενίτσας, ποὺ εἶναι πρώτη στὴν καλλιγραφία καὶ τὴ χειροτεχνία. Ἡ καρτέλλα αὐτὴ εἶναι ὸ δεκάλογος τοῦ σχολείου.
Τὸν συνέταξαν οἱ μαθηταὶ τῶν δύο ἀνωτέρων τάξεων. Εἶναι γραμμένες δέκα συστάσεις τοῦ σχολείου, ποὺ πρέπει νὰ τὶς τηροῦν ὅλοι οἱ μαθηταὶ καὶ ποὺ φροντίζουν νὰ τὶς ἐκτελοῦν.
Νά τί λέγει ὁ Δεκάλογος:
1. Νὰ κτυπᾷς τὴ θύρα, πρὶν μπῇς στὴν τάξι τὴν ὥρα τοῦ μαθήματος, καὶ νὰ τὴν κλείνῃς πάντα χωρίς θόρυβο.
2. Νὰ μὴν τρέχῃς μέσα στὸ σχολεῖο καὶ νὰ μὴ κτυπᾷς τὰ πόδια σου μέσα στὴν τάξι.
3. Να εἶσαι πάντα καθαρὸς στο σῶμα καὶ στὰ ροῦχα. Πρὶν μπῇς στο σχολεῖο, νὰ καθαρίζῃς καλὰ τὰ παπούτσια σου ἄν εἶναι λασπωμένα. Νὰ διατηρῇς καθαρὰ τὰ βιβλία σου, το θρανίο σου, τὴν τάξι σου, τὸ σχολεῖό σου.
4. Νὰ ἀγαπᾷς τὸ κᾶθε τι, ποὺ ἀνήκει στὸ σχολεῖο, καὶ νὰ τὸ προσέχῃς.
5. Να μὴν ἀπουσιαζῃς ἀπὸ το σχολεῖο χωρὶς σοβαρὴ, αἰτία, καὶ νὰ εἶσαί πάντα στὴ θέσι σου τὴν ὥρα τοῦ μαθήματος.
6. Νὰ ἑτοιμάζῃς κάθε ἡμέρα ὅλα τἁ μαθήματά σου. Καὶ ὅταν ἀπουσιάζῃς, νὰ τὰ συμπληρώνῃς.
7. Νὰ μιλῇς μὲ καλὸν τρόπο στοὺς συμμαθητάς σου καὶ μὲ σεβασμὸ στοὺς δασκάλους σου καὶ στοὺς μεγαλυτέρους, σου.
8. Νὰ μὴ διακόπτῃς ποτὲ τὸν δάσκαλό σου, ὅταν μιλῇ. Νὰ περιμένῃς νὰ τελειώσῃ πρῶτα κι ὕστερα νὰ ζητᾷς τὴν ἄδεια νὰ μιλήσῃς.
9. Νὰ λέγῃς πάντα τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ μὴ κατηγορῇς τοὺς συμμαθητάς σου.
10. Ν’ ἀκοῦς ὅ,τι σοῦ λέγει ὁ δάσκαλός σου, νὰ τὸν ἀγαπᾷς σὰν πατέρα σου καὶ νὰ μὴ κρύβῃς ποτὲ τίποτε ἀπ’ αὐτόν.

clip_image016

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Στὴ γῆ κατάλευκο ἁπλωμένο
χιόνι πολύ.
Στὴ στέγη τρέμει κουρνιασμένο
κάθε πουλί.

Τὸ ξυλιασμένο ἁπλώνει χέρι
σὲ μιὰ γωνιὰ
τὸ γεροντάκι, ποὺ ὑποφέρει
ἀπ’ τὴ χιονιά.

Μὰ ἐμεῖς κλειστὰ στὸ σπίτι τώρα
καὶ στὴ φωτιά,
ὀνειρευόμαστε τὰ δῶρα
μέσ’ στὰ κουτιά.

Ἅγιε Βασίλη, ποὺ θὰ φθάσῃς
καὶ μᾶς ἀκοῦς,
στὸ πέρασμά σου μὴν ξεχάσῃς
καὶ τοὺς πτωχούς.

(Ἀνέκδοτο) Στέλιος Σπεράντσας

clip_image018

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Εἶδα χθὲς βράδυ στ’ ὄνειρό μου
τὸ νεογέννητο Χριστό.
Τὰ βόδια ἐπάνω του ἐφυσοῦσαν
ὅλα τὸ χνῶτό τους ζεστό.

Τὸ μέτωπό του ἦτο σὰν ἥλιος
καὶ μέσα ἡ φάτνη ἡ φτωχικὴ
ἄστραφτε πιὸ καλὰ ἀπὸ μέρα
μὲ κάποια λάμψι μαγική.

Βοσκοὶ πολλοὶ καὶ βοσκοποῦλες
τὸν προσκυνοῦσαν ταπεινά.
Ξανθόμαλλοι ἄγγελοι ἐστεκόνταν
κι ἔψαλλαν γῦρό του «Ὡσαννά».

«ΙΙαιδική Ἀνθολογία» Τέλλος Ἄγρας

ΠΕΤΕΙΝΟΣ

clip_image020

Πετεινὸς μέσ’ στὴν αὐλὴ
κικιρίκοκου λαλεῖ.
Ἔχει ἕνα λοφίο πρώτης
καὶ σπιρούνια σὰν ἱππότης.

Ἔχει μιὰν οὐρὰ ψηλή,
φουντωτὴ καὶ παρδαλή,
καὶ στὴ μούρη του, γιὰ γένεια,
δυὸ φυλλάρια κρεατένια.

Τὴν αὐγούλα, ποὺ λαλεῖ,
σειεῖ φτερὰ καὶ κεφαλή.
Κικιρίκοκου, γειτόνοι,
σηκωθῆτε, ξημερώνει.

«Διάπλασις τῶν Παίδων» Γεώργιος Βιζυηνὸς

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Σὲ λίγο ἐσηκώθηκαν τὰ παιδιά, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ σπίτι. Ἔφαγαν μὲ πολλὴ ὄρεξι. Ὅταν ἔφαγαν, ἐκάθισαν στὸ σαλόνι νὰ ξεκουρασθοῦν.
Ξαφνικά, ἀπὸ τὴν ἄλλη αἴθουσα ἀκούσθηκαν κάτι δυνατὲς φωνές, ποὺ τὰ παιδιὰ ἐτρόμαξαν. Ἡ Μαρίκα εἶχε πάει καὶ εἶχε ἀνοίξει τὸ ραδιόφωνο. Τὰ παιδιὰ ἔτρεξαν πρὸς τὰ ἐκεῖ.
Ὁ Κωστάκης καὶ ἡ Ἑλενίτσα ἐπλησίασαν καὶ εἶδαν μιὰ πλάκα, προφυλαγμένη μὲ γυαλί, γεμάτη ὀνόματα. Ἦσαν τὰ ὀνόματα πολλῶν πόλεων ἀπὸ ὅλες τὶς χῶρες τῆς γῆς, ὅπως ἐξήγησε ὁ Γιῶργος.
Ἡ Μαρίκα ἔβαλε τὸ δείκτη ἐπάνω οτὸ ὄνομα «Ἀθῆναι» κι ἄκουσαν τραγούδια ἀπὸ τὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῶν Ἀθηνῶν.
— Τί θαῦμα! εἶπε ἡ Ἑλενίτσα.
— Μὰ πῶς ἔρχονται ἔτσι τὰ τραγούδια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα; ἐρώτηοε ὁ Κωστάκης.
Ἡ Μαρίκα ἐξήγησε:
— Στὴν Ἀθήνα τραγουδοῦν ἐμπρὸς σ’ ἕνα μηχάνημα, ποὺ μαζεύει τὴ φωνή. Αὐτὸ τὴ στέλνει σὰν ἀστραπὴ σ’ ὅλα τὰ ραδιόφωνα. Ἐμεῖς ἀκοῦμε τὴν ὥρα, ποὺ ἔχει τραγούδια γιὰ παιδιά. Κι ὅταν εἶναι κακοκαιρία καὶ δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, ἀκοῦμε ἀπ’ ἐδῶ καὶ τὴ λειτουργία.
— Ἐσεῖς δὲν ἔχετε ραδιόφωνο στὸ Χωριό; ὲρώτησε ὁ Γιῶργος.
— Εἶναι καιρός, ποὺ εἶχε φέρει ἕνα ὁ θεῖος, εἶπε ἡ Ἑλενίτσα. Ἤμουν τότε πολὺ μικρή. Ἀλλὰ τοῦ ἐχάλασε. Ἐλειτουργοῦσε μὲ ἠλεκτρικὲς στῆλες. Τώρα μᾶς εἶπε, πώς, ὅταν θὰ ἔχωμε ἠλεκτρικὸ ρεῦμα στὸ Χωριό, θὰ τὸ ἀλλάξῃ καὶ θὰ φέρῃ ἕνα ἄλλο. Κι ἔτσι θὰ ἔχωμε καὶ ἐμεῖς ραδιόφωνο , σὰν αὐτό.

clip_image022

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Χριστὸς Ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὄλοι, μικροί, μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε,
μέσα στὶς ἐκκλησίες τὶς. δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε.

Ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ἐμπροστὰ στοὺς Ἁγίους καὶ φιληθῆτε,
φιληθῆτε γλυκὰ χείλη μὲ χείλη,
πέστε: Χριστὸς ἀνέστη! ἐχθροὶ καὶ φίλοι

Λάμπει τ’ ἀσήμι, λάμπει, το χρυσάφι,
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λα!ιπάδες,
κάθε πρόσωπο λάμπει ἀπ’ τ’ ἁγιοκέρι,
ὁποῦ κρατοῦνε οἱ χριστιανοὶ στὸ χέρι.

«Απαντα» Διονύσιος Σολωμὸς

clip_image024

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: