Αρχική > εκπαίδευση > Πολιτική και γνώση

Πολιτική και γνώση

Του Νίκου Τσούλια

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 19.9.10

Όταν, ως πρόεδρος της Ο.Λ.Μ.Ε. (1996 – 2003), πήγαινα στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής για θέματα εκπαίδευσης, πάντα έφευγα με μια μεγάλη απορία: «Είναι δυνατόν, οι εκπρόσωποι του Έθνους να μην έχουν μια βασική αντίληψη για τα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας;»[1]. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να ζητήσει εξειδικευμένη γνώση ή τεκμηρίωση μιας θέσης σε επιμέρους ζητήματα του σχολείου ή σε όλα τα ζητήματα με τα οποία εξ υποχρεώσεως θα ασχοληθεί ο αντιπρόσωπος του λαού. Αλλά όταν βασιλεύει στους βουλευτές η άγνοια και ακόμη περισσότερο η άγνοια που λογίζεται ως γνώση, πώς θα νομοθετήσουν; πώς θα διαμορφώσουν το θεσμικό χάρτη της εκπαίδευσης; πώς θα προάγουν την πρόοδο της χώρας[2];

Ιστορικά, τα φωτεινά παραδείγματα των μεγάλων πολιτικών που βοήθησαν να προοδεύσει η χώρα μας (Ε. Βενιζέλος, Καποδίστριας, Τρικούπης, Παπαναστασίου, Παπανούτσος κλπ κλπ ) είχαν μια βαθιά μόρφωση, επίγνωση των μεγάλων προβλημάτων και μια αίσθηση «αποστολής». Σήμερα που κατ’ ευφημισμό μιλάμε για κοινωνίες της γνώσης, κυριαρχεί η επιπόλαιη και επιφανειακή πληροφόρηση στους πολιτικούς.

Ο Ε. Βενιζέλος, για παράδειγμα και όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης μόνον, με ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια είχε μεταφράσει αρχαίους συγγραφείς, παρακολουθούσε τα δρώμενα των άλλων χωρών σε βάθος, πήγαινε σε σχολεία και παρακολουθούσε τα μαθήματα για να έχει συγκεκριμένη θεώρηση, έστελνε παρατηρήσεις, έγραφε γράμματα (!) και ενθάρρυνε τους εκπαιδευτικούς κλπ. Μάθαινε τα ζητήματα, έσκυβε στα προβλήματα, έδινε λύσεις, ασκούσε πολιτική, βοηθούσε τη χώρα του.

Σήμερα, πόσοι από το πολιτικό στερέωμα έχουν μελετήσει, π.χ., Αριστοτέλη ή Παλαμά ή Βέμπερ ή Γκαίτε ή Ντιούι ή Έρασμο ή Δελμούζο ή Γληνό κλπ;, πόσοι μελετούν – προκειμένου για την εκπαίδευση – τα πορίσματα διεθνών οργανισμών (UNESCO, OECD, Educational International), πόσοι έχουν διαβάσει, έστω «διαγώνια», τα επίσημα κείμενα των επιτροπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης; πόσοι έχουν κάνει μια συγκριτική στοιχειώδη μελέτη των διαφόρων εκπαιδευτικών πολιτικών του πρόσφατου παρελθόντος (πόσοι άραγε μπορούν να εξηγήσουν γιατί ασχολούμαστε διαρκώς με το σύστημα των εξετάσεων και όχι με το περιεχόμενου του σχολείου!) για να έχουν μια διαχρονική και πιο στέρεα άποψη; πόσοι έχουν υπόψη τους τις γενικές γραμμές των μεγάλων σύγχρονων κοινωνιολόγων και παιδαγωγών της εκπαίδευσης; πόσοι έχουν πάρει στα χέρια τους πορίσματα από διεθνή και ελληνικά εκπαιδευτικά συνέδρια; πόσοι γνωρίζουν αγγλικά που είναι τόσο απαραίτητα για μια ουσιαστική συμμετοχή (και όχι να μας διαβάσει ένα κείμενο η συνοδεύουσα μεταφράστρια) στις διεθνείς συναντήσεις και στις επιτροπές;

Και για να καταλήγω με τα ερωτήματα, πάντα είχα μια απορία γιατί στη χώρα μας δεν ευδοκιμούσε το σχήμα του «πολιτικού – διανοούμενου», γιατί δεν είχαμε (το «δεν έχουμε» είναι τόσο μακρινό…) έναν Γκράμσι ή έναν Τολιάτι ή έναν Μπερλίνγκουερ κυρίως από τους χώρους της «πολιτικής της αμφισβήτησης» (για να αλλάξουμε τον Κόσμο) για να κατανοήσουν τη βαθύτερη ουσία της πολιτικής και να ανοίξουν δρόμους στα δημόσια πράγματα; Αλλά νομίζω, η απορία εξηγείται.

Δεν ισχυρίζομαι ούτε ότι ο πολιτικός πρέπει να είναι παντογνώστης ούτε ότι η γνώση από μόνη της είναι ικανή να λύνει τα πολιτικά προβλήματα. Ισχυρίζομαι ότι α) η έλλειψη μιας βασικής και ουσιαστικής παιδείας και μιας μορφωτικής κουλτούρας από τους πολιτικούς, β) η παντελής απουσία ειδικών και συγκροτημένων συνεργατών στα «γραφεία τους», γ) η ολοσχερής αδιαφορία να παρακολουθήσουν τα πράγματα στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή, σε συνθήκες ταχείας παγκοσμιοποίησης, συνιστούν έναν ισχυρό παράγοντα μηδαμινής πολιτικής προσφοράς επί της ουσίας των πραγμάτων.

Και για να καλύψουν αυτό το κενό, επιδίδονται σε βερμπαλισμούς, σε κενολογίες και σε κοινοτοπίες, αν και οι ίδιοι βλέπουν ότι δεν επηρεάζουν τα πράγματα, ότι δεν παράγουν πολιτικό έργο (το οποίο φυσικά δεν οριοθετείται στην ψήφιση νόμων και κανονιστικών διατάξεων), ότι είναι εν πολλοίς θεατές των πραγμάτων που «κουβαλάει» ο χρόνος, των «πραγμάτων» που παράγουν άλλες δυνάμεις και κυρίως οι δυνάμεις της αγοράς.

Στις σημερινές δύσκολες και πολυσύνθετες εποχές, όπου τα ζητήματα διαρκώς αλλάζουν χαρακτηριστικά, οι πολιτικοί οφείλουν να βοηθηθούν για να ανταποκριθούν στοιχειωδώς στον ρόλο τους. Και πρώτα – πρώτα πρέπει να βοηθήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους: να μάθουν να ερευνούν, να διαβάζουν, να έχουν ανησυχίες, να συνειδητοποιήσουν ότι η διακυβέρνηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση, ότι η πολιτική (και η ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα γενικότερα) είναι από τα πιο όμορφα πεδία δράσης του ανθρώπου, αρκεί να έχει περιεχόμενο, περιεχόμενο που θα εκφράζει τους πολίτες και τη χώρα!


[1] Την πρώτη φορά μάλιστα, ένιωσα τέτοια έκπληξη από την ποιότητα των ερωτήσεων που είχα δεχθεί, που αναρωτήθηκα «Θεέ μου: Πώς κυβερνιέται η χώρα;» και μάλιστα για να καταλαγιάσει λίγο το ξάφνιασμά μου, περπάτησα από τη Βουλή μέχρι το σπίτι μου περίπου επί μια ώρα, αν και είχα αυτοκίνητο μαζί μου αφήνοντάς το για την επόμενη ημέρα.

[2] Αν μπορούσα να καταθέσω διάφορα περιστατικά, θα διαμορφωνόταν ένα ανθολόγιο παρόμοιο με εκείνα των μαργαριταριών κάποιων μαθητών μας.

Κατηγορίες:εκπαίδευση Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: