Αρχική > αποδελτιώσεις > Το ταξίδι μου

Το ταξίδι μου

[οι αποδελτιώσεις δεν αντικαθιστούν το διάβασμα των βιβλίων, αντίθετα το κεντρίζουν]

Ψυχάρης, Γ. (2011), Το ταξίδι μου, Αθήνα: Δ.Ο.Λ., σ.

Πρόλογος

Επεδίωκε να δημιουργήσει ένα δικό του είδος υβριδικής γραφής, ανάμεσα στην επιστημονική τεκμηρίωση και στη φαντασία. 8 Α. Ζήρας

clip_image002[10]

Ο Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929) μπροστά από τη βιβλιοθήκη του, Bιβλιοθήκη της Bουλής, Aρχείο Γιάννη Ψυχάρη

Πρόλογος της δέφτερης έκδοσης

· Χάνεσαι μέσα στην Πλάση, όπως χάνεται στα κύματα το κύμα, όπως χάνεται το λούλουδο στον κάμπο. 18

Ο ουρανός της Δύσης, φωτίζει περισσότερο, γιατί λιγώτερο φέγγει. Φέγγει λιγώτερο κ’ έτσι έχεις ανάγκη να προσέχης, κι άμα προσέχεις, ούτε μισή αχτιδιά δε σου ξεφέβγει. 18

Δεν μάθαμε να παρατηρούμε στο σκοτάδι – την καταχνιά δεν τη συνοριαζούμαστε. 18-19

… δεν ξέρουμε τίποτις, επειδή τα ξέρουμε όλα. Χρειάζεται αναθροφή, χρειάζεται πολιτισμός, για ν’ αποχτήση όραση και το μυαλό. 19

Χωριολαλιά είτανε κ’ η αττική στον καιρό της – έτσι άρχισε κάθε γλώσσα, και σα σμίγουνε πολλές χωριολαλιές, τότε γίνεται διάλεχτο ή ντοπιολαλιά… 23

· Η μόνη γλώσσα είναι η εθνική και ο αγώνας είναι άγιος και μεγάλος. 31

Απόλαψε η Ελλάδα ένα Σολωμό, απόλαψε η Ελλάδα ένα Βαλαωρίτη, απόλαψε η Ελλάδα τα τραγούδια τα δημοτικά; 34

Γράφω με αγάπη. Γράφω με χαρά. Γιατί γράφω για την Ιδέα. 36

Εκεί χαιρετώ και τους νέους που θα συνεχίσουνε το έργο το άγιο, γιατί κι από τώρα την καρδιά μού γεμίζει και μου μαγέβει της νιότης τους η μυρωδιά. 37

Και πάντα μου φαίνεται καινούριο, πάντα φρέσκο το φως. 37

Πόσοι ζούνε και είναι από τώρα πεθαμένοι. 39

· Μια Ιδέα είναι το μόνο που δεν περνά, το μόνο που μνήσκει από μας. Τ’ άλλα τίποτα δεν είναι. Φτάνει να λάμπη μέσα στην Ιδέα ένας αψηλός λογισμός και συνάμα να γλυκοτρέμη μέσα της ένα δάκρυ. 39

Μη λυπάσαι τον καημό, μη λυπάσαι τα δάκρυα που σου κόστισε η λατρεία της Ιδέας. Η θυσία που η Αγάπη της σου έμαθε, θα σε σώση. Άγια μέρα είναι κείνη όπου σμίγει ο Ποιητής με την Ιδέα. 39

Ψ.

Δυο λόγια

· Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. 41

Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού. 42

Πόθος κρυφός

… να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. 45

Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό.

… οι σπαρτιές περιχύνανε την καρδιά με τη μυρωδιά τους.

… κουνιόσαντε τα στάχια αγάλια αγάλια και κάνανε την κυματιστή τους την κουβέντα. 45

Πρόφτασα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγκώ. 48

Η Γιανούλα

Μόνες οι γυναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να τη μάθανε ποτές τους, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Μπαίνει ο λόγος τους ίσια μέσα στη ψυχή. 51

Μου αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές. 53

Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πη πως δεν είταν Έλληνας σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμμένους. Δεν μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμμένοι μονάχα δεν αλλάζουνε. 55

· Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάννας μας τη γλώσσα και μάλιστα να το θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που μου μιλήσατε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. 56

Το ταξίδι

Παρίσι

Η ατμοσφαίρα που καταπίνεις είναι ιδέες φορτωμένη – από παντού σου τριγυρνούνε τα κεφάλι, ποια να πρωτομπή. 62

Παρίσι μου ποθητό, έσωσες την Εβρώπη κι ακόμη θα τη σώσης. Εσύ θυσιάστηκες για τον κόσμο. Από σένα πρωτομάθαμε λεφτεριά τι θα πη. 63

(Παρίσι) Εσύ μου έθρεψες το νου – έφαγα το ψωμί σου, βύζαξα το γάλα σου, και το χώμα σου έγινε χώμα μου. 64

… όσο η φύση κοιμάται κι ο ουρανός ξαπλώνει απάνω στη θάλασσα το μυστικό του σκοτάδι. 64

Δόξα και μοναξιά

Ο ποιητής

Περηφανέβεται ο Ρωμιός με τους προγόνους του, νομίζει πώς τους μοιάζει, και πειδή σαν τον αγράμματο χάλασε τη φυσική του γλώσσα, θαρρώντας πως τη διόρθωσε, προσμένει κάθε μέρα να φανή Σοφοκλής. 72

(ο Σοφοκλής) Έγινε μεγάλος, γιατί κανενός δε θέλησε να μοιάξη. 72

· Πρόστυχη γλώσσα μπορεί να ‘χη μόνο μια πρόστυχη ψυχή κι οι ψυχές μας είναι γενναίες, και τα χέρια μας σηκώσανε τουφέκι και διώξανε του Τούρκους και μας έψαλες στα νιάτα σου και συ. 74

Σέβουμαι τη γλώσσα που μιλώ, γιατί σέβουμαι τον εαφτό μου. 75

Δεν ήξερα τι βαστούσα στο χέρι, ρινόνμακτρον ή μαντίλι. Πώς έπρεπε να το πω, την ώρα της λύπης; Αχ! Δάσκαλοι, δάσκαλοι, τι κακό είναι που μας κάματε! 75

Μισή λεφτεριά δεν τη θέλει ο λαός μας. Δεν του στέργει να βρίζουνε ατιμώρητα την πατρική του γλώσσα. Πρέπει να λεφτερωθή κι από τους δασκάλους. Νίκησε το σπαθί του – είναι ανάγκη και η γλώσσα του τώρα να νικήση. 77

Φτωχοπρόδρομος

Ό,τι ποθεί ο καθένας, ό,τι συλλογιέται, θα τ’ απαντήση στη γραφή σου. 79

Πόλη και πολίτες

Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα μού πλακώνανε το στήθος. 84

… από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυρίσω, δε θέλω να ξέρω πως είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω ν’ ακούσω… 84

Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. 87

Όπου λείπει η λεφτεριά, είναι νύχτα και σκοτάδι – όπου βασιλεύει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της. 90

Cabinet de lecture

Είναι ώρα για να μισοσφαλνάς τα μάτια και να διαβάζης – να βλέπης όνειρα, μισό ξυπνητός και μισό κοιμισμένος – κ’ η φαντασία σου να παίρνη δρόμο. 93

… τη γλώσσα που μιλούσες είναι τώρα δύο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ακόμη να τη μιλούνε οι δικοί σου, ίδια κι απαράλλαχτα σα στου Σωκράτη τον καιρό. 93

«Ο ζόφος των αιώνων και ο κονιορτός των βιβλιοθηκών». 100

Αρνί και λιοντάρι

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν είτανε περήφανος – με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. 112

Πατριαρχικά

… θρησκεία για το Ρωμιό άλλο τίποτα δε θα πη παρά πατρίδα – και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους – τη θέλει για λόγου του μονάχα. 122

Για τούτο και ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνη σαν τον πάπα, δυνατός και μεγάλος. 123

Καπιτάν Μπουρντά Γκελιόρ

Οι δάσκαλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνο τύπος για να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. 127

Τα μνηματάκια

· Η μέρα πήγαινε να σωθή κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψει. 135

Ο ήλιος έσερνε λες απάνω στους λόφους τις στερνές τους εκείνες ηλιαχτίδες, σαν κουρασμένες από τη λάμψη και μελαγχολικά φιλούνε τη γις. 135

Οι γυναίκες έχουνε φτερά και μ’ ένα του λόγο ίσια με τον ουρανό σε σηκώνουνε – κ’ οι γυναίκες πάλε γίνουνται μολύβι, μολύβι, βαρί, και κάτω κάτω, στη θάλασσας τον πάτο, σε τραβούνε. 137

Ολόφωτο το φεγγάρι περέχυνε τον Κετχανά. 138

Ο μαχμούτης

Μάθημα

Είναι πράγμα γνωστό πως οι δάσκαλοι δεν έχουνε μήτε φαντασία, μήτε ιδέες, μήτε νου, μήτε καρδιά, μήτε κεφάλι. 153

Άμα ο τύπος είναι αρχαίος, βλέπεις κ’ έχουνε τα λόγια σου κάτι που αμέσως αρέσει – αμέσως φαντάζουνε. 155

Πόνοι και αναστεναγμοί

Οι δικοί μας στην Ελλάδα… λογαριάζουνε πότες θα πάρουνε την Πόλη, μετρούνε πόσες δοτικές κατορθώνουνε κάθε μέρα να πούνε ή να γράψουνε, πόσες είπανε τη δεφτέρα και πόσες την Τρίτη. 163

Το Πυργί

Όχι μονάχα δεν έκαμε ένας ποιητής την Ιλιάδα, μα μήτε έγινε στον ίδιο τόπο – βγήκε μέσα από πολλά χωριά. 166

Το καθένα την έσιαζε, την ξανάφτειανε, έβαζε μέσα και τη γλώσσα του. 166

Για τούτο βρίσκεις τόσους αντίθετους, τόσους αλλιώτικους τύπους στην Ιλιάδα. 167

· Κι αν ο Όμηρος δε μιλούσε τη γλώσσα του λαού, πως θα μάθαινε απ’ όξω τον Όμηρο ο λαός; 167

Ένα έθνος θέλει δύο πράματα για να μεγαλώση – θέλει μάθηση και στρατό. 170

«Δεν μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Εγώ τώρα έμαθα και θα γίνω δάσκαλος». 171

Κοντέβουνε όλοι οι Ρωμιοί να γίνουνε δικηγόροι και γιατροί. 171

Αφού μας διδάξανε πως πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, συνέπεια είτανε να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλά. 171

Αφού μας διδάξανε πως πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, συνέπεια είτανε να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που την μιλά. 171

Με το σάκκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα – θα ‘ριχνα στο σάκκο μου μέσα κόλλες χαρτί – θα ‘βαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα πόδια να περπατώ, δέκα αφτιά ν’ ακούω! 174 Σαν κρασάκι να πίνω τα λόγια του χωρικού – να διω πως μιλούσε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τα ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τ’ άλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνη κοινή σ’ όλους, πώς ξεδιπλώνεται και διαδίνεται, πώς αλλάζει λίγο πολύ στην ψυχή μέσα και στο στόμα η ανθρώπινη λαλιά. 174-175 Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβη ο κόσμος τι αξίζουνε και πόσο η σπουδή τους θα τιμήση την Ελλάδα. Αχ! Και να μπορούσα! Τόσα ζητήματα που σήμερα βασανίζουνε τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά ζητήματα, φτάνει να καταδεχτής ν’ ακούσης το χωρικό που σου μιλά και βλέπεις την αλήθεια, και σου έρχεται το φως! 175

Οι λόγιοι σπουδάζουνε τις γλώσσες, όσο τις βλέπουνε τυπωμένες στο χαρτί και νομίζουνε πως οι γλώσσες δεν έχουν ύπαρξη παρά χάρτινη. Αν ακούγανε τον Όμηρο να μιλά, δε θα προσέχανε τι λέει. Τον έχουνε τυπωμένο και μελετούνε τους στίχους του. Πόσους άκουσα να μου λένε – «Πώς θα γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;». Θαρρούνε τάχα πως είχε η αρχαία και πως ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψει μια φράση, σκάλιζε τη γραμματική του να μάθη πως έπρεπε να το γυρίση και ποιο τύπο να βάλη. Γραμματική νομίζουνε πως είναι μονάχα η γραμματική που τυπώνεται – όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική βιβλίο, σου λένε πως δεν υπάρχει. 175

Βλέπεις πού κατάντησε το ζήτημα της γλώσσας – με τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσεις. 175

Ο σκοπός της γλωσσολογίας δεν είναι να φτειάνη γλώσσες ή να τις κανονίζη – είναι να βρη τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς της νόμους, ν’ ακούση πώς τις μιλά ο λαός και να καταλάβη πώς τις έκαμε. 176

Ζωντανή γλώσσα είτανε η αρχαία κι όχι ψόφια σαν την καθαρέβουσα. Σ’ όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερα, είτανε πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του. Το ένα χωριό συγκοινωνούσε με τα’ άλλο κ’ έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα. 176

Στην αρχή ως κ’ η δωρική άλλο τίποτα δεν είτανε παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα χωριά τη μιλούσανε. 176

Πηγαίνοντας από ένα χωριό σε άλλο, θ’ απαντήσετε στο καθένα την ίδια λέξη με άλλη προφορά – θα πάρη τ’ αφτί σας τις πιο μικρές διαφορές που έχουνε αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θ’ ακολουθήσετε τ’ άπειρα ηχολογικά στάδια ενός τύπου και θα διήτε τότες την κάθε αλλαγή με τη σειρά αλάκαιρη. 177

· Πιο καλά θα καταλάβης και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική, αν ακούσης πώς μιλούνε, παρά αν πιάσης βιβλίο να μελετήσης. Μια μέρα τα χωριάτικα θα γίνουνε η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης. 178

Δάσκαλε, δάσκαλε, μην καταφρονέσης, στη ζωή σου, τη γλώσσα του χωριού – είναι η αρχή της σοφίας. Άκουσε κ’ ένα άλλο ν’ απορήσης – όσο κι αν κοπιάσης, όσο κι αν πάρης να διαβάσης Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι αν καθαρίσης τη γλώσσα σου, να το ξέρης – ποτές σου δε θα το καταφέρης να μιλήσης αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα, τόσο κανονικά όσο μιλά τη γλώσσα του ο χωρικός. 178

Χαίρεσαι [στο χωριό] διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. 178

Αγάπη

Το καλό, το σωστό και τ’ ωραίο, τα νιώθεις δίχως να σου τα πούνε. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. 179

Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη για – αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. 179 Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια της αξίζεις. 180

· Όλη σου η ζωή είναι η μελέτη του καλού, απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμόγελο και μετριόφρονη χαρά, χαρά σοβαρή. 180

Κάλλια την αγάπη μας να χαρούμε, αφού σ’ αγαπώ και μ’ αγαπάς. Μην το πιστέψης φως μου, ποτές, πως για την αγάπη την πολλή η ζωή μας είναι λίγη, πως για να μάθουμε τι θα πη εφτυχία, δεν μας φτάνουνε τα χρόνια που μας χάρισε η τύχη. Μια ώρα στον κόσμο ν’ αγαπήσης, κ’ έβαλες αιώνες στην καρδιά σου. Μήπως δεν τις γνωρίσαμε, μήπως δεν τις ξέρουμε τις αιώνιες χαρές της ψυχής; Άμα μου λες πως μ’ αγαπάς, μου φαίνεται αθάνατη η ζωή». 181

Ο Χάρος είναι παντού – σ’ όλα μέσα κάθεται κρυμμένος κι όλα λίγο λίγο τα τρώει. Ο κόσμος είναι δικός του. Τη φύση εκείνος την έχει και την κυβερνά. Το Χάρο θα βρης μέσα στο πράσινο φύλλο που κιτρινίζει, μέσα και στ’ αστέρι που σήμερα φέγγει στον ουρανό κι άβριο μπορεί να σκοτινιάση. Είναι μυστήριο η ζωή πρώτα για μας που τη ζούμε. 183

· Πώς θα γλυτώσουμε από το Χάρο, αφού πράμα δεν αφίνει που σιγά σιγά να μην το σπρώξη στον τάφο; 184

Πού θα κατασταλάξουμε; Πού πάμε; Δε μας το ‘μαθε κανείς. 184

[βλέπει το καράβι και ξέρει ο συγγραφέας που πηγαίνει…]

Ρώτησε όμως του κόσμου τους διαβάτες πού τρέχουνε, πού πάει του καθενός η ζωή; πού πάει ο άνθρωπος απάνω στη γις κ’ η γις πού πάει μέσα στον ουρανό; 184

· Δεν ξέρουμε μήτε πού πάμε μήτε πώς μήτε γιατί. 184

Την αιωνιότητα που θα τη βρούμε; Ποιος θεός θα μας τη δώση; Ποιος θα σου χαρίση αθάνατη ζωή; Πώς θα μπορέσουνε τα γαλανά σου μάτια να γλυτώσουνε από το μάβρο το Χάρο; 185

«Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει – πεθαίνουνε τ’ άτομα μονάχα. Οι ανθρώποι χάνουνται και πάνε – άλλοι παίρνουνε τη θέση τους. Σαν τα φύλλα που πέφτουνε κι άλλα πάλε την άνοιξη -βλασταίνουνε, έτσι πάμε και μεις – τ0 δέντρο όμως στέκεται πάντα κι ο άνθρωπος δεν περνά. Οι πατέρες μας, που τώρα κείτουνται πεθαμένοι – μας δώσανε πρι φύγουνε τη ζωή τους – εμείς την έχουμε και τη βαστούμε. Η σειρά δεν τελειώνει, η αλυσίδα δε σπάνει – θα ‘ρθούνε άλλοι κατόπι που θα πάρουνε, που θα βαστάξουνε και κείνοι μια ώρα την αιώνια ζωή που τους δώσαμε εμείς. Από τον ένα στον άλλονε τρέχει του ανθρώπου η ψυχή και μεταβαίνει. 186

Έτσι κ’ η αγάπη μας δεν χάνεται ποτές. Όταν το στόμα σου μου λέει σ’ αγαπώ, δεν το λες εσύ – το λένε μέσα σου χιλιάδες γενιές που σου μάθανε την αγάπη. 186

· Ο κόσμος που βλέπεις είναι αιώνιος και κείνος. Τ’ αστέρια τ’ ουρανού είναι σαν τα λουλούδια – ο ουρανός είναι το μεγάλο περβόλι. 187

Άλλα λουλούδια θα ξανανοίξουνε, άλλα αστέρια θα φέξουνε – το περβόλι δεν αλλάζει – στέκεται πάντα και δε χαλνά. 187

Η αγάπη είναι παντού – όπου είναι ο Χάρος, μαζί σου στο πλάι σου, κοντά του, μέσα του θα βρης την αγάπη. 187

Ό,τι πεθάνη, η αγάπη θα τ’ αναστήση – αλλιώς δε θα ζούσε κανένα πράμα στον κόσμο. Ο θάνατος έχει μέσα του τη ζωή, σαν τα θρεμμένα στάχια που μας θρέφουνε, ώσπου θρέψουμε το χώμα και μεις, ώςπου φυτρώσουνε κι άλλα στάχια. 187

[η αγάπη] Εκείνη βάζει πράσινο φύλλο στον τόπο του φύλλου που κιτρινίζει – εκείνη στολίζει κάθε χρόνο τα κλαδιά – εκείνη ανάβει αστέρια καινούρια, για ένα αστέρι που θα σβήση. Φτειάνει κόσμους κι αθρώπους γεννά. Η πνοή της παντού φυσά, περιχύνεται παντού – σαν τον αρχαίο τον Έρο, του Ουρανό βαστά στην αγκαλιά της, ζωντανέβει το Χάος και θρέφει την ύπαρξη και τη φύση. 188

Τους ζωντανούς με τους πεθαμμένους η αγάπη τους ενώνει. Εκείνη θα μας ενώση με τους καινούριους πλανήτες, αν τύχη ο δικός μας χαλάση. Τίποτα δεν χάνεται στον κόσμο. Το φιλί που σήμερα δίνω είναι αιώνιο φιλί. Όπου βρεθούνε αθρώποι, όπου αγαπήσουνε, τον πόθο μας, την αγάπη μας μέσα τους θα ‘χουνε, κ’ έτσι η ψυχή τους θα σωθή, αιώνια θα μείνη κ’ η ψυχή μας. 188

Η φωτιά παντού καίει – τ’ αστέρι γεννιέται σαν και μας, γίνεται με την ίδια φλόγα που άναψε όλα τ’ αστέρια κ’ έχει μέσα του ό,τι έχουνε και κείνα. Αφού όλος ο ουρανός μας είναι καμωμένος με την ίδια τη ζωή, αφού είναι ίδια η ύλη παντού, παντού θα είναι κ’ η ίδια ψυχή. Όλα, στην αιώνια φύση, βαστιούνται ανάμεσά τους σφιχτά – μια και μόνη αρχή, ένα νόμο ακούνε όλα. Όλα, όλα είναι ένα. 189

· Ο ίδιος άθρωπος πάντοτες ζη στους απέραντους κάμπους τ’ ουρανού, σ’ όποιο πλανήτη κι αν τύχη να γεννηθή – όλο αλλάζει, όλο προδέβει και πάει, κι ωςστόσο είναι πάντοτες ο ίδιος και με την ίδια την καρδιά αγαπά. 189

Κατάρα  clip_image002

Τα παλληκάρια στο περγιάλι

Αγάπη και μίσος ζούνε πλάι πλάι στην καρδιά μας. Με την ίδια δύναμη μισούμε κι αγαπούμε, και κάποτες από τη μια ώρα στην άλληνε αγαπούμε ή μισούμε. 195

Παρατήρησα μάλιστα συχνά πως η ψέφτικη μάθηση του σκολειού χαλνά τα πιο γερά κεφάλια. 198

Από κει φαίνεται της μάθησης ο γενναίος ο πόθος, η αγάπη της μεγάλης της μελέτης. 201

· Να πέσετε κατακέφαλα στη σπουδή, στη σπουδή που φαίνεται άχρηστη, περιττή, που δεν έχει σκοπό πραχτικό, που δε βγάζει παρά. 202

«Συμβιβασμός»

Οι γλώσσες που δεν αλλάζουνε είναι οι ξεχασμένες, οι πεθαμμένες γλώσσες, που ο άνθρωπος πια δεν τις μιλά. 212

Μισοδημοτικούς μισοδασκάλικους τύπους έχει κάθε γλώσσα κι αναγκάζεται να τους έχη. 220

Με γραμματική δε φτειάνεις γλώσσα, δε φτειάνεις φιλολογία. 227

Οι αρχαίοι

Δε με μέλει τώρα να πεθάνω! Μου φτάνει η ζωή, αφού είδα την Αθήνα. Εδώ γεννήθηκε ο κόσμος. Εδώ και στη Ρώμη μορφώθηκε η Εβρώπη. Μικρός τόπος και γέμισε τη για. Από εδώ μας ήρθανε και νους και σκέψεις κ’ ιδέες. Αφτή μας έκαμε αθρώπους. Αθήνα τη λένε και ποτές όνομα στον κόσμο, με τόσες λίγες συλλαβές, δε σήμανε τόσα. 229

· Πολύ μου αρέσει να κουβεντιάζω με τους αρχαίους. Πιάνω ένα βιβλίο και τα λέμε. Πόσα γέλια κάνουμε μαζί! Πόση χαρά με περιχύνουνε τα λόγια τους! 231

Ο Αριστοτέλης κοίταζε πώς να πλουτίση τον αθρώπινο νου… 234

· Δε βρέθηκε άλλος σαν το Σταγειρίτη για να ξεδιαλίση τα μυστικά της αθρωπότητας και της ζωής. Κανείς δεν είχε κρίση πιο σωστή και νου πιο γενναίο. 236

Ο Δημόκριτος βαστούσε στα δάχτυλά του κάτι άτομα μικρά μικρά, γύρεβε να τα κόψη και δίδασκε πως όλα ξαναγεννιούνται. Έκλαιγε και γελούσε για τούτο. 237

Οι Αρχαίοι δε μιλούσανε αρχαία, μιλούσανε ρωμαίικα! Οι Αρχαίοι πήρανε τον ίδιο δρόμο που πήρε κ’ η γλώσσα τους – κάθε χρόνο, κάθε δέκα, κάθε πενήντα χρόνια, κάθε αιώνα λίγο λίγο μεταμορφωνότανε η γλώσσα τους – όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιώτερο έμοιαζε με τη δική μας σήμερα. 239

Ο Πλάτωνας δε μιλούσε την ίδια γλώσσα που μιλούσε ο Όμηρος μήτε που μίλησε ο Μέναντρος κατόπι. Ο σκοπός μας είτανε πάντα, να μη δυσκολέβεται ο κόσμος με τα λόγια μας, και για τούτο είχαμε πάντα τη γλώσσα της εποχής μας. 240

Α δεν είτανε του λαού γλώσσα, πώς θα τη μάθαινε ο λαός; Πώς θα την ήξερε; Πώς θα πηγαίνανε οι αθηναίοι στα θέατρα ν’ ακούσουν Εβριπίδη, Σοφοκλή, Αισκύλο; Πώς θα κατόρθωνε ο Δημοστένης να βάλη φωτιά σ’ όλη την Ελλάδα! 241

Λόγος

· Ο κόσμος κυβερνιέται με των αθρώπωνε τη γνώση. 249

Γιατί προσπαθούμε να μιλήσουμε τα αρχαία; Μόνο και μόνο γιατί θαρρούμε πως μ’ αφτό τον τρόπο δείχνουμε μάθηση κ’ εβγένεια ψυχής. 250

Ο Ρωμιός θα τιμήση τη γλώσσα του, άμα διη πως κ’ η γλώσσα του τον τιμά. 251

Πώς σπουδάζουνε παντού στην Εβρώπη τη δημοτική κι όχι την καθαρέβουσα; 253

Θαρρείτε πως όλες οι γλώσσες γίνονται στο σκολειό και πως από κει βγαίνουνε. 256

Σήμερα, για να βγη στη μέση η δημοτική, για να γράφεται και να μιλιέται, πρέπει πρώτα να δικαιολογηθή, πρέπει συμπάθειο να ζητήση, πρέπει να πάρη δικηγόρο, σα να είτανε μπροστά στο δικαστή και σα να είχε ανάγκη ν’ αποδείξη πως είναι αθώα και πως δε σκότωσε άθρωπο. 257

Θα καταντήση καθαρέβουσα η γλώσσα που γράφω τώρα κι όσα λέω στους δασκάλους, θα μου τα λένε μένα. 259

· Το μεγαλήτερο σκολειό, το πιο δύσκολο μάθημα είναι η γλώσσα του λαού. Κανένα βιβλίο δεν αξίζει τη διδαχή που βγαίνει από του λαού το στόμα. 261

Ξένη γλώσσα

Λατινικά μιλούμε άμα πούμε τον Κωσταντίνο κι άλλα τέτοια. 268

Κατάλαβα τότες όμως εγώ πως η μόνη ξένη γλώσσα στην Ελλάδα είναι η καθαρέβουσα – το παιδί δεν μπορεί να την καταλάβη κ’ η μάννα η ίδια δεν την ξέρει. Έφυγα με τον καημό στην καρδιά. Τι θα γίνη ένα έθνος, όπου μαθαίνει τέτοια γλώσσα το παιδί από τη μάννα! 272

Χαμένα λόγια

Του κάκου γράφετε γραμματικές της κακομιλημένης και βάζετε μέσα όλη την αρχαία γραμματική, περιττοσύλλλαβα, υπερσεντελικούς και μετοχές, ύστερα μάλιστα χαρίζετε τα βιβλία σας στους ξένους, τάχατις για να σας καμαρώσουνε. Πάντα θα σας καταδικάση η επιστήμη κ’ η ορθή κρίση. 274

· Ο λαός και μόνο ο λαός κάνει όλες τις γλώσσες του κόσμου. 275

Οικιακά κυνάρια

[τη γλώσσα] Καλύτερα θα τη μάθετε στον Περαία παρά στο σκολειό. Από την καθαρέβουσα τίποτα δε βγαίνει – δεν είναι άξια να σας δείξη τι θα πη αληθινή τέχνη. 283

Ελληνικός στρατός

Η καθαρέβιουσα είναι καταστροφή και χαμός της αρχαίας και της νέας. 295

Ο Σολωμός είχε τους λόγους του που έβαζε μαζί Τούρκους και δασκάλους. 297

Ένα έθνος φαίνεται έθνος και δείχνει πως ξέρει πρόοδο και πολιτισμό, μονάχα σαν κάμη γλώσσα δική του και καταλάβη τι αξίζει η εθνική, η δημοτική του γλώσσα. 298

Το γλωσσικό ζήτημα είναι ζήτημα πολιτικό – ό,τι πολεμά να κάμη ο στρατός για τα φυσικά σύνορα, θέλει η γλώσσα να το κάμη για τα σύνορα τα νοερά – πρέπει και τα δυο τους να πάνε πολύ πιο μακριά, να πιάσουνε πιώτερο τόπο. Μαζί θα προκόψουνε καμιά μέρα. 298

· Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο – ή για τη γλώσσα πολεμάς ή για την πατρίδα, την ίδια δουλειά κάνεις, κι ο γέρο Όμηρος μας το είπε τι είναι αφτή η δουλειά – αμύνεσθαι περί πάτρης. 299

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: