Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Το ξεχωριστό πορτρέτο

Το ξεχωριστό πορτρέτο

του Νίκου Τσούλια

imageΗΛΕΙΑΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ 2008, σ. 528-540

Ζωγράφιζα το πορτρέτο της τις περισσότερες στιγμές της ημέρας για πολλά χρόνια, άλλοτε με δέος και έκσταση, άλλοτε με δισταγμό και αμφιβολίες. Μια μόνιμη ατμόσφαιρα πυκνής φαντασίωσης ήταν το όλο περιβάλλον του. Μια εικόνα- ποίημα, σου σταματάει το νου, σε κυριεύει, σου υπόσχεται τα πάντα. Οι θεοί κατεβαίνουν δίπλα σου, παίζουν μαζί σου, «η ευτυχία είναι γήινη», σου ψιθυρίζουν εν χορώ, δεν το πιστεύεις αλλά η ψευδαίσθηση της απόλυτης ικανοποίησης, της γεύσης του θείου, της ερωτικής μέθης που είναι το υλικό της ζωής- άγνωστο σχεδόν σε όλους τους ανθρώπους- σου φανερώνεται, νοιώθεις πως είσαι ο εκλεκτός, και παρασύρεσαι σε ένα παραμύθι που οι στιγμές της ευτυχίας φωλιάζουν μες στις σκιές της απογοήτευσης, που τα πάντα είναι μαγεμένα και η καταστροφή με τη δημιουργία είναι αγκαλιασμένες και δε μπορείς να τις ξεχωρίσεις και λες εγώ είμαι ο καινούργιος δημιουργός της ζωής μου.

Βρίσκεις το πέρασμα για να περάσεις στον κόσμο της απόλυτης ευτυχίας, στην αποκάλυψη της ανθρώπινης ουσίας, στη γεύση του εαυτού σου. Νοιώθεις ότι όσο πιο γρήγορα κυνηγάς το όνειρό σου, αυτό διαρκώς απομακρύνεται όλο και πιο πολύ.

Ζωήρευα τα χρώματά της, διόρθωνα αδυναμίες και συμπεριφορές, που αλλοίωναν έστω κατ’ ελάχιστο την αίσθηση της τελειότητας. Δυνάμωνα την ομορφιά της όχι μόνο για να μη την ξεθωριάζει ο σκληρός χρόνος, αλλά και γιατί τα ατέλειωτα όνειρά μου ασυνείδητα διαρκώς την εξαΰλωναν. Όσο πιο τέλεια την έφτιαχνα, τόσο πιο πολύ με πλήγωνε. Ήταν τόσο μακρινή η μορφή της. Αλλά ήξερα ότι αργότερα αυτό θα με ικανοποιούσε, όσο ο χρόνος θα διέβρωνε την εικόνα εκείνης.

Η πρώτη πινελιά, ένα βλέμμα που νοιώθεις, αυθαίρετα ή όχι δεν έχει σημασία, ότι είναι μόνο για σένα, χείλη άγουρα της νιότης, πρόσωπο ανθός που δε φαίνεται να βιάζεται να καρπίσει και απολαμβάνει τη φύση ξέροντας πως όλα τριγύρω ανασαίνουν γι’ αυτόν. "Την κρατάει πίσω η ψυχρότητα και η αδιαφορία", θα δώσω την ερμηνεία μου αργότερα για να δικαιολογήσω την άσχημη τροπή των πραγμάτων. Χιόνι του καθυστερημένου χειμώνα πεσμένο πάνω στα ξερά κλαδιά, που τα μάτια των βλαστών τους έχουν αρχίσει θαρρετά να βλέπουν τον κόσμο και απορούν για την λευκή τυφλότητά τους έχοντας κατά νου μόνο τους μπουκωμένους χυμούς τους, που κουβαλούν τη φουσκοδεντριά της άνοιξης.

Παντού έβλεπα το πρόσωπό της. Ό,τι και αν σκεφτόμουν, έχανε τη μορφή του, οι γραμμές των σχημάτων ανακατεύονταν και αναδυόταν η όψη της. Πινελιά αυθαίρετη σε λευκό χαρτί, που μόνο εσύ ξέρεις τη συνέχεια. Τη φυλάς μέσα σου για να προσθέτεις κάθε φορά ό,τι μπορεί να αγγίξει το πρώτο σκίρτημα. Για να γεύεσαι σιγά-σιγά τις ερωτικές σου φαντασιώσεις. Όταν αγαπάς, αγαπάς με απόλυτο τρόπο. Δεν υπάρχει κάτι διαφορετικό, κάτι λιγότερο.

Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να το διαχειριστείς, γιατί είναι υπόθεση ζωής. Γιατί γίνεται κομμάτι του εαυτού σου. Είτε συνδεθείς με αυτή είτε όχι, είσαι αναγκασμένος να κατακτήσεις τρόπους χειρισμού. Το είδωλό της σχηματισμένο με θεϊκά υλικά, το νοιώθεις στην ατέλειωτη διέγερση, στη μέθη της σκέψης, στην αφαίρεση μεγάλων κομματιών της καθημερινής σου πραγματικότητας από τη βίαιη εισβολή του κόσμου της φαντασίας σου, στο μυστικό που κλείνεις μέσα σου στην πιο απόκρυφη γωνιά της ψυχής σου και το κουβαλάς σαν ένα στοιχείο του εαυτού σου. Άμα το αφήσεις να στοιχειώσει, θα σε ρημάξει.

Στην αρχή σε βασανίζει. Δεν αποσπάται από την όψη που το γέννησε. Σε παρασέρνει στα θολά σύνορα της πραγματικότητας. Νοιώθεις ότι δεν υπάρχεις ή ότι υπάρχεις τόσο, όσο και της φαντασίωσής σου τα σχήματα. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς την αλλαγή στον προσωπικό σου κόσμο. Δίνεις την ερμηνεία που θα σηκώσει όλο το βάρος του αδιεξόδου: «Το είδωλο θα είναι παντοτινά δικό μου ; τι και αν εκείνη είναι πάντα μακριά, τι και αν δεν έχει δει το πορτρέτο της που φιλοτεχνώ στις στιγμές απόλυτης ελευθερίας της σκέψης». Κάθε άρνηση οφείλεις να τη μαλακώσεις, να μη σου αλλοιώσει τον οίστρο της δικής σου δημιουργίας, να είναι δύναμη έμπνευσης που θα σου ανακαλύπτει άγνωστες όψεις του εαυτού σου. Ξεκινάς ένα ταξίδι στον κόσμο σου, χωρίς να ξέρεις κανέναν προορισμό.

Κάθε συνάντηση, ένα γεγονός που ρουφάει ό,τι συμβαίνει πριν και μετά. Η προσμονή κάθε συνάντησης μεγεθύνει όλες τις επιθυμίες, προκαθορίζει όλα τα ενδεχόμενα, σε ναρκώνει σε μια κατάσταση παρατεταμένης έκστασης. Όλα έχαναν το σχήμα τους. Η «μαύρη τρύπα» της συνάντησης κατάπινε και το δικό της φως, σου υποσχόταν να σε περάσει σε άλλο σύμπαν, σε ένα παραμυθένιο μάγεμα που δεν ξέρεις αν το βλέπεις στη φαντασία σου ή το βιώνεις πραγματικά. Οι σκιές της απογοήτευσης προαναγγέλλουν την παρουσία τους, είναι μέσα στη λάμψη του προσώπου της. Προσπαθείς να μαντέψεις τι θα συμβεί. Συγκρούονται του πόθου σου τα δημιουργήματα με τα σκοτεινά γεγονότα και δεν ξέρεις με ποια πλευρά να πας. Να φυλαχτείς ή να γευθείς το απόλυτο του θριάμβου ή της συντριβής;

imageΟι δυσκολίες στην αρχή, πηγή ορμητική για να ξεφύγεις από τις δεσμεύσεις του γήινου, για να αγριέψει ο ίμερος, για να κατανοήσεις το αδύνατο σημείο, για να εξοικειώσεις αυτό που τόσο θα σε βασανίσει. Τις επιζητάς, για να κάνεις την κατάκτηση θρίαμβο, για να ολοκληρωθείς μέσα από την περιπέτεια που θα σου σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή. Το ξέρεις από την αρχή. Εδώ δεν παίζεις. Δε μπορείς να μετανιώσεις. Εδώ αν χάσεις, χάνεσαι… Και όσο το χρωματίζεις, τόσο η μαύρη μεριά; των γεγονότων σκιάζει το φόντο, θολώνει την προοπτική. Ή μήπως η γκρίζα όψη των πραγμάτων κάνει πιο φωτεινά τα χρώματα. Πού να ξέρεις. Και όμως θρέφεις και άλλες αποτυχίες στη σκέψη σου, για να νοιώθεις ότι και οι υπαρκτές είναι το ίδιο φανταστικές όσο και οι δικές σου επινοημένες αποτυχίες. Ένας μακρινός ήχος μόλις που έφθανε στα αυτιά μου και ξεψυχούσε πριν καν τον σκεφτώ, προσπαθεί να προειδοποιήσει: "Μην περιμένεις να δεις τις φλόγες, για να σβήσεις τη φωτιά". Μα η φωτιά πάντα ήταν των θεών, σκέφτηκα και οι συλλογισμοί διαλύθηκαν…

Οι λίγες καλές στιγμές πηγές άμετρης έμπνευσης, αναβλύζουν με πάθος μέσα από τη γη αλλά γρήγορα τις κατάπινε με τον όγκο και τη σιωπή του το ήσυχο ρεύμα του ποταμού που νωχελικά κυλάει στην πεδιάδα. Φθάνει μια λάμψη στιγμιαία, για να βάλεις γέφυρα πέτρινη, μεγαλόπρεπη και αρχοντική, με τόξα πέτρινα καμαρωτά – κατά πώς το απαιτεί η περίπτωση – για να κατακτήσεις την πραγματικότητα και να δεις την ‘ίδια’ στη θέση του πορτρέτου. Πόσο κοντά είναι το αδύνατο με το καθημερινό!

Και όταν η μορφή εκείνης θα χάνεται σαν οπτασία, πάλι πέφτεις επάνω στο είδωλό της να μην ξεθωριάσει και κοπεί το νήμα του ονείρου, το νήμα που υφαίνεις μαζί με εκείνο της μεταφυσικής σου αγωνίας, με το νήμα του προσωπικού σου μύθου. Όλα τα όνειρα καταλήγουν σε αυτό, τη μεγάλη κοίτη του ποταμού που ψάχνει να βρει την εκβολή του στη θάλασσα, σε τόπους άγνωστους, ανύπαρκτους… Μεγαλώνουν τα άλλα όνειρα, βρίσκουν έκφραση, γεμίζουν τη μεγάλη κοίτη με νερά ορμητικά αλλά το κύριο ρεύμα κυλάει αμέριμνα και αδιάφορα, είναι στερεμένο από τις δικές του πηγές, κουβαλάει μόνο τα ξένα νερά-έτσι γίνεται πάντα λένε, είναι η φυσική τάξη.

Και όσες φορές θα δοκιμάσεις να βάλεις χρώματα στο άλλο, στο γήινο είδωλο, θα αποτύχεις. Θα σε απορρίψει και τότε πάλι οι σκιές απειλούν το πορτρέτο. Τι θα κάνεις; Θα τα παρατήσεις; Μα και πάλι τότε στη δοκιμασία της βίαιης απόρριψης είναι που το είδωλο αντέχει πιο πολύ στη φθορά και γίνεται πιο βασανιστικό. Δε γίνεται να το καταστρέψεις εσύ μόνος σου. Η οργή σου γρήγορα εξαχνίζεται και στη θέση της νέα έκρηξη ερωτισμού, σου αναποδογυρίζει τη δική σου επινόηση των πραγμάτων. Και αν παραμείνει μόνη της η οργή, θεριεύει και γίνεται εφιάλτης, για εσένα, μόνο εσένα συναντάει.

Αλλά ποτέ δε θα είμαι σίγουρος. Θέλω να αφανισθεί το είδωλο ή να μείνει σαν καταφύγιο των ανεκπλήρωτων πόθων που θα πολλαπλασιάζονται όσο το μέλλον μου θα χάνει την απεραντοσύνη του και θα μετριέται με τα χρόνια; Καμιά γραμμή του χρόνου δε θα χαράξει το πρόσωπο για να σε βοηθήσει στην απόφασή σου. Αγαλμάτινη όψη, ανέγγιχτη από τις απογοητεύσεις σου, από τις δικές σου συντριβές. Μηδενίζει το χρόνο. Λεηλατεί όλες σου τις φαντασιώσεις. Πιάνεις τον εαυτό σου να παίζει πάλι μαζί με το είδωλο όταν θα πεις κατ’ επανάληψη: «κόβω το νήμα». Όταν ένας μύθος γίνεται σύμβολο, ακυρώνει τα πάντα γύρω σου, τα υποτάσσει. Όλα λογίζονται με την προσφορά τους σ’ αυτό τον μύθο.

Και όταν αυτή θα ξαναβρεθεί μπροστά σου, παγιδευμένη από το δικό σου εκρηκτικό σύμπαν, δεν ξέρεις και πάλι τι να κάνεις. Έκανα σχέδια και πάλι σχέδια και ξανά σχέδια. Είχα γεμίσει παρόν και μέλλον και κουβαλούσα μερικά και στο παρελθόν μου, άλλαζα και αυτά που είχαν συμβεί. Μπορεί να μένουν αυτά ασυγκίνητα; Και εκεί που νομίζεις ότι είσαι μια ανάσα από τη ευτυχία, η οπτασία εξαφανιζόταν. Χανόσουν σε μια πλάνη και όλο το μπούκωμα της προσδοκίας ξεχυνόταν και καταλάγιαζε στις μικροχαρές-που πάντα τις λάτρευα-και τις έκανε φωτεινές, πιο φωτεινές από το φως. Μα τι είναι ευτυχία; Να μπορείς να χαρείς ένα απλό πράγμα. Ένα ασήμαντο γεγονός να σε κάνει να το προσέξεις και να στοχαστείς από αυτό, να γεννηθούν μύθοι πολλοί και οι συλλογισμοί σου να μην έχουν τέλος… Παραδίδεις ένα μέρος του εαυτού σου σε αυτή-από φόβο γιατί ξέρεις πολύ καλά πως δε θα γίνει δική σου – και βάζεις το ‘είναι’ σου και πάλι μπροστά από το πορτρέτο, να γίνεις καλλιτέχνης μιας καινούργιας ορμής που σε παρασέρνει σε δίνες ευτυχίας με τα πιο ασήμαντα πράγματα. Εδώ η φαντασία εκδικείται την αδιαφορία της και γεννάει την πιο πραγματική μου πραγματικότητα.

Τώρα το είδωλο γίνεται ξανά βασανιστικό, ταυτίζεται με την πραγματική εικόνα και σου λεηλατεί την ύπαρξη. Δεν αντέχεις την πιο μικρή απογοήτευση. Τώρα δε μπορείς να πιάσεις τα χρώματα, βλέποντας τη δική της εικόνα. Τώρα η εικόνα του ειδώλου έχει εξαφανισθεί. Βλέπεις μόνο το δικό της πρόσωπο. Δε μπορείς για πολύ αυτή τη συνύπαρξη. Αν δε χαθεί αυτή, είσαι αναγκασμένος να επινοήσεις το τέλος. Να το επιλέξεις γνωρίζοντας πολύ καλά ότι και πάλι θα πονέσεις. Η όψη της και το είδωλό της δε μπορούν να υπάρχουν για πολύ καιρό μαζί. Διχάζεσαι από τη σύγκρουση της φαντασίας σου με την πραγματικότητα. Γιατί γνωρίζεις ποιος θα είναι το θύμα. Διαλύεσαι όταν το είδωλο επιχειρεί να πάρει τη θέση της όψης της. Βυθίζεσαι σε μια γλυκιά μελαγχολία. Το σχήμα του εαυτού σου χάνει τα όριά του. Όλες οι βεβαιότητες αμφισβητούνται. "Καλύτερα", σκέφτεσαι, "γιατί αυτή η αμφισβήτηση θα διαβρώσει και τον πόθο που σε αποδιοργανώνει". Κάθε σου γνώση την καταπίνει ένα πυκνό σκοτάδι άγνοιας. Δεν ξέρεις κατά πού να πας.

clip_image002Παρουσιάστηκε η ευκαιρία να δώσεις ένα πλασματικό τέλος, ένα τέλος τυπικό γιατί η σκέψη μου ήταν μόνιμα διεγερμένη στη μορφή του προσώπου της. Θα παγίδευα τη μέθη σε έναν τόπο φαντασίωσης. Να μην ανανεώνεται η ορμή με τις απανωτές διακοπές και επανασυνδέσεις και να μην περνάς και ξαναπερνάς από τα ίδια μονοπάτια. Αφορμή ασήμαντη αλλά ξύπναγε του εγωισμού τις ισοπεδωμένες εξάρσεις; Μπορούσες να βάλεις την πρώτη σου αντίσταση. «Ανεξάρτητα τι έχει συμβεί, θέλω να βλεπόμαστε…», ψιθύρισε. Ελπίδες που θανατώνουν και όμως κάνεις πως δεν το ξέρεις. «Αν είναι έτσι γιατί δε θέλεις να γνωριστούμε, να βρούμε μέσα από τη γνωριμία αν υπάρχει κάτι μεταξύ μας»; Δεν απαντούσε. Δεν ήθελε να διακόψουμε εντελώς, αλλά και τίποτα δε φαινόταν ότι θα άλλαζε. Γιατί να μην είναι τα πράγματα πάντα συγκεκριμένα, να μην εμφανίζονται με τόσες όψεις και σε δυναστεύουν με τις ερμηνείες τους; «Ξέρεις ότι σε συμπαθώ…». Λόγια που δεν έρχονται για να φανερώσουν την πραγματικότητα, αλλά για να την αποκρύψουν.

Όταν η γλώσσα αποκόπτεται από την ψυχή σου, κάτι δεν πάει καλά, κάποιος θα την πληρώσει. Είσαι βέβαιος, αλλά πάντα κάτι φτερουγίζει στις βεβαιότητές σου και σε βάζει αμφιβολίες ότι μπορεί και να μην είναι έτσι, για να δεχθείς αυτό που από την αρχή θέλεις. Συντρίβεις την εμπειρία σου και αυτή δε θυμώνει αλλά χαμογελάει, γιατί ξέρει ότι θα πάρει την εκδίκησή της. Όταν θέλεις κάτι τόσο πολύ και που δε φαίνεται να πραγματώνεται, γίνεσαι όλο και πιο μόνος. Πεισμώνεις, δείχνεις άμετρη αποφασιστικότητα στον ίδιο σου τον εαυτό, αλλά οι δυνάμεις σου στερεύουν, η ψυχή σου εξαντλείται από του μυαλού σου την εμμονή;

Ποτέ δεν έμαθε για αυτό το πορτρέτο, μόνο για κάποια μικρά κομμάτια του. Δε δόθηκε η δυνατότητα τόσα χρόνια. Δεν το ήθελε η ίδια-δεν ήξερε τι μπορεί να σημαίνει. Το φανταζόταν όμως, αλλά απέφευγε να το γνωρίσει. Έτσι αισθανόταν ότι προφυλασσόταν. Φοβόμουνα και εγώ, γιατί τότε μπορεί να χανόταν το είδωλό της για πάντα. Και τι μπορείς να κάνεις χωρίς έναν μεγάλο μύθο; Πώς μπορεί να ζήσεις χωρίς να δώσεις κάποιο τόπο νοσταλγίας στη διαρκή αναζήτηση του εαυτού σου, στην αχαλίνωτη περιπλάνηση της σκέψης σου, στο πιο όμορφο πάθος που σου εξευγενίζει κάθε αίσθηση; Μήπως υπάρχει άνθρωπος που δε φιλοτεχνεί κάποιο πορτρέτο ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, πραγματικού ή φανταστικού; Πώς μπορείς να καταλαγιάσεις τις αγωνίες σου;

Προσπαθείς να καταπραΰνεις την οδύνη σου αλλάζοντας τον εαυτό σου. Τον μετατοπίζεις σε ένα βαθύ στοχασμό όπου η πνευματική σου ανησυχία θα συναντά την συναισθηματική σου κατάρρευση και θα συνδιαλέγεται μαζί της. Και εκεί θα αφήνεις τη μεταφυσική σου άλογη δεξιοτεχνία… να κάνει αυτή τις τακτοποιήσεις του αδύνατου. Πώς μπορείς να κρατήσεις ακέραιο το όνειρό σου, κρατώντας το μακριά από τη λαίλαπα του χρόνου; Αυτό το όνειρο που το κουβαλάς μέχρι να τα ρουφήξει όλα η ανυπαρξία. Εκεί αισθάνεσαι ότι είναι ο τόπος της απόλυτης ευτυχίας. Εκεί θα παρατήσεις την πέτρα του Σίσυφου. Εκεί δε σε νοιάζει τι γίνεται. Διαλύονται πρόσωπα και πράγματα, χάνονται και οι συγκρούσεις τους. Γίνεσαι «ένα» με τον Κόσμο όλο.

Μα δεν ήταν μόνο η απογοήτευση. Πλήγωνε κάθε φορά με τρόπο σκληρό. Δεν κρατούσε προσχήματα. Σα να μισούσε το είδωλο που της έφτιαχνα. Σα να πάσχιζε να σκιάσει το λαμπερό πρόσωπο που με έκαιγε. Μήπως επεδίωκε να με βοηθήσει με αυτό τον τρόπο; Ένοιωθα ότι την ενοχλούσε αυτή η εικόνα που είχα γι’ αυτή. Προχωρούσε στις αποφάσεις της με τρόπο απόλυτο, σιωπηλά, χωρίς να δίνει καμιά εξήγηση. Στοχαζόμουνα με τον πιο αυθαίρετο τρόπο για να ερμηνεύσω ό,τι δε δεχόμουνα, για να απαλύνω την τραχιά όψη της απογοήτευσης. Για να ξεμαγέψω το μυαλό μου από την πανδαισία των χρωμάτων του πορτρέτου. Να θρυμματίσω την εικόνα της τελειότητάς του που σου παγιδεύει κάθε ικμάδα ζωής, κάθε αίσθηση ανεξαρτησίας. Άφηνα τον εαυτό μου πολλές φορές μόνο του και παρακολουθούσα με κατανόηση τη περιπέτειά του. Άγγιζα το γεγονός σαν παρατηρητής για να μειώσω την ένταση του πάθους: «Στον έρωτα έτσι είναι οι σχέσεις, απόλυτα άνισες. Κάποιος έχει το πάνω χέρι. Συνήθως σε έναν από τους δύο συμβαίνει το σκίρτημα, που σου ανοίγει το ξέφωτο της έκστασης. Μπορεί να έχει καμιά ευθύνη ο άλλος; Τις ελάχιστες φορές που ο έρωτας ανθοφορεί και από τις δυο πλευρές, τις αναφέρει η ιστορία και η λογοτεχνία».

Η αποτυχία σε σκληραίνει, σου βρίσκει δυνάμεις ανεξάντλητες, σου ανοίγει καινούργια άγνωστα μονοπάτια για επιτυχίες. Αλλά δεν είναι εκεί που εσύ τις θέλεις. Σκέπτεσαι, ωστόσο, ότι οι μεγάλες επιτυχίες θα θεριέψουν την προσωπική σου αίγλη. Θα σου κουβαλήσουν πολύ νερό μέσα στην μεγάλη κοίτη. Και τότε μπορείς να αλλάξεις τη ροή των γεγονότων. Αλλά αυτό ποτέ δε θα συμβεί και το γνωρίζεις πολύ καλά από την αρχή. Ξέρεις όμως ότι θα καθίσεις με καινούργια χρώματα πάλι μπροστά από το είδωλο. Χάνεσαι. Δε συνειδητοποιείς ποιος τελικά είναι ο στόχος σου. Μήπως δεν έχει καμιά σχέση με τη θεϊκότητα του ειδώλου μου; Και η φωνή η μακρινή από των αστεριών τα βάθη φθάνει αδύνατη και ξεψυχισμένη μπρος μου και φωλιάζει στα απόκρυφα του πανίσχυρου υποσυνείδητου, «η φωτιά μόνο με φωτιά σβήνει».

Είχα μπει στη ζωή της πολύ, πριν ακόμα καταλάβει τη ζωή και τον εαυτό της. Είχα στην αρχή την «υπεροχή». Είχα αλώσει τόσο εύκολα όλο τον «περίγυρο». Αλλά δεν μετράνε εδώ αλλότρια στοιχεία, ίσως και να σε φέρνουν πίσω. «Γιατί δε μιλάς; Δε μου ανοίγεσαι, δε λες κάτι ουσιαστικό για τη ζωή σου, μόνο πράγματα της καθημερινότητας». Σιωπούσε. Περίμενε μέχρι να της ξαναμιλήσω. Και έτσι συνέβαινε σχεδόν πάντα. «Σε παρακαλώ, ας μιλήσουμε για κάτι άλλο…». Έδειχνε πάντα συγκινημένη, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι από τι. Τη ρουφούσα με κάθε αίσθησή μου. Στοχαζόμουνα στο βλέμμα της. Κούρσευα κάθε στοιχείο της για να το αντιγράψω με όλες τις λεπτομέρειες. Τα μάτια της λαμπύριζαν. Εδώ ήταν κρυμμένος ένας απέραντος κόσμος γεμάτο ευαισθησίες. Και δεν τον ένιωθε. Δεν τον είχε κατακτήσει, ας ήταν δικός της. Εδώ σε αυτό τον κόσμο μπορείς να γευθείς ακέραια τη γοητεία του ειδώλου σου. Εδώ αυτή η ανεπανάληπτη εμπειρία, δε θα είναι μόνο βίωμά σου, θα γίνει η αστείρευτη πηγή του πόθου σου, όταν η μορφή θα απομυθοποιείται από την κατάκτηση, όταν ο χρόνος θα χαράσσει γραμμές ταπείνωσης στην όψη του ονείρου, στην όψη τη δική της.

Πάντα έδειχνε προβληματισμένη, ταλαντευόταν. «Άρα κάτι υπάρχει. Ας το αφήσουμε να εκφρασθεί αβίαστα», σκεπτόμουν. Και ξεπηδούσαν χείμαρροι ελπίδας σε κάθε φωτεινή στιγμή. Σε απειλούσαν να σε παρασύρουν και μετά να σε πνίξουν. Πλημμύρα που καταστρέφει τους τόπους που έχουν δοκιμασθεί από πολύχρονη ξηρασία. Ευεργεσία που σε αφανίζει. Έτσι και αλλιώς δεν είχα άλλη επιλογή. Και εδώ αναζητούσες τις διεξόδους στο όνειρο, που όλο θέριευε και δεν ήξερες τι να το κάνεις.

«Γιατί δεν ξεκαθαρίζει τα πράγματα»; Αυταπάτες, πάντα γνώριζα το αποτέλεσμα και δε χρειαζόταν εξηγήσεις. «Μα αν μετανιώσει αργότερα, δε θα υπάρχει δυνατότητα, δε θα υπάρχει χρόνος. Γιατί να χάνεις το απόλυτο»; Και πάντα άφηνα μια φωτεινή αχτίνα μέσα στην ψυχή μου να διαπερνά το βαθύ σκοτάδι των γεγονότων. «Επειδή μπορεί να ωριμάζουν τα σκιρτήματα σε διαφορετικές περιόδους της ζωής, να χάσεις τη μέθη του έρωτα»; Δε θα αφήσεις το χρόνο να σου κλέψει το όνειρο. Μπορείς όμως να του αντισταθείς όταν η κυρίαρχη αβεβαιότητα κουβαλά κάθε στιγμή το χάος στο δικό σου μαγεμένο κόσμο; Πώς θα βρεις εκείνο το άγνωστο μονοπάτι που θα σε οδηγήσει σε έναν υπαρκτό ερωτικό μύθο, που θα σε συνεπαίρνει και θα εκδικείται την καθημερινή ταπείνωση που σου κάνουν τόσα και τόσα ασήμαντα πράγματα που έχουν συμμαχήσει με το χρόνο; Αλλά μήπως γνωρίζεις ότι θα ξανασυναντήσεις άλλο είδωλο;

Συναντάς τόσο σπάνια τη μαγεία σε ένα πρόσωπο… Αποφασίζεις να δώσεις αγώνα ζωής, να κουβαλάς μαζί σου αυτό που σε πληγώνει. Και όχι μόνο αυτό, να το φιλοτεχνείς με την ορμή του ανικανοποίητου πάθους, με ό,τι πιο όμορφο μπορεί να συναντήσει η φαντασία σου. Να πλέξεις αυτό το μύθο σου με τις μεταφυσικές σου αγωνίες, για να τον έχεις μαζί σου όλη σου τη ζωή, χωρίς να σε νοιάζει τι θα κάνει ‘εκείνη’. «Είμαι απελευθερωμένος», σκέφθηκα, «αφού λατρεύω αυτό το είδωλο, είναι η μεγάλη μου αφήγηση. Εδώ δημιουργώ τη δική μου πραγματική πραγματικότητα». Δεν ήθελα κανένα σημάδι σκιάς σε αυτό το ξέφωτο. Γοητευόμουνα από το παιχνίδι των δυσκολιών. Είναι αυτές που θρέφουν τη φαντασία και διευρύνουν το μεταφυσικό σου στερέωμα. Δεν με ενδιαφέρει αυτή, που δεν μπόρεσε έστω να δει για μια ματιά το τέλειο είδωλό της. Ίσως γιατί δεν το αξίζει. "Το κάλλος και η αλήθεια", είπε ο αρχαίος σοφός, "είναι ένα με την πραγματικότητα". Αλλά πού είναι η αλήθεια στη δική μου απόλυτη ελευθερία της βούλησης;

Κατά καιρούς φρόντιζε με έμμεσο τρόπο να κάνω κίνηση για να συναντηθούμε. Ήθελε να είναι εντάξει με τον εαυτό της να μη δεσμευτεί ή ήταν ένα παιχνίδι; Και τότε ενέδιδες και ανέτρεπες όλες τις αποφάσεις σου, κατέστρεφες τα πολύχρονα σχέδιά σου σε μια μόλις στιγμή. Το αντάλλαγμα κάθε φορά σου παρουσιαζόταν τόσο μεγάλο. Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν πως δεν είναι δυνατό να θέλει να με ζημιώσει. Αλλά είναι αυτό αρκετό; Μια μικρή σπίθα διαλύει και το πιο βαθύ σκοτάδι, η ματιά σου είναι μόνο σε αυτή, τα άλλα γύρω της δεν υπάρχουν. Μα και πάλι δεν καταλάβαινες τι ήθελε. Βρισκόταν σε μια μόνιμη σύγχυση. «Άμα δε ξέρεις πού να πας, όλοι οι δρόμοι είναι οι ίδιοι», μήπως πάρει τυχαία το δικό μου δρόμο; Ο κόσμος της ένοιωθες ότι δεν είναι σκόρπιος, αλλά δεν μπορούσες να τον προσδιορίσεις έστω σε αδρά σχήματα. Και έτσι παιζόταν πάντα το ίδιο σκηνικό.

Συναντιόμαστε μέχρι που ξεθώριαζε η κίβδηλη εικόνα και μετά χανόταν μέχρι που να ξαναδώσει κάποιο σημάδι για να τη βρω εγώ και να επαναληφθούν παρόμοιες σκηνές. Αλλά μήπως όλα είναι μια δική μου επινόηση; Μήπως το είδωλο το γέννησε αυθαίρετα το βασίλειο του ανικανοποίητου, έστησε τις παγίδες του με ένα πρόσωπο και με στροβιλίζει σε έναν παράξενο χορό, όπου η λίγη χαρά δεν αποσπάται από το νεφέλωμα της απογοήτευσης και σου γεννά μια αχνή ελπίδα που όλο και ξεθωριάζει και όμως σε τραβά σα να την πλησιάζεις. Μήπως είναι ο αντικατοπτρισμός του διψασμένου στην ερημιά της ερήμου που δεν υπάρχει καμιά όαση; Το δικό μου δημιούργημα, μου ανοίγει όλο και άγνωστους απάτητους δρόμους, μου παρουσιάζει καινούργιους κόσμους και σου επιτρέπει να τους κοιτάς από μακριά, χωρίς ποτέ να μπορείς να γίνεις μέρος τους.

Σκλήραινα για να μπορώ να κρατήσω ανοιχτή την πληγή, για να μπορεί να θρέφει τον πόθο μου, για να χρωματίζω το πορτρέτο όπου το αγγίζει ο χρόνος. Σκλήραινα για να κρατήσω ένα ανικανοποίητο όνειρο, γιατί θέλει μάχες, μάχες που ξέρεις ότι θα τις χάνεις. Αλλά δεν έχεις άλλη επιλογή. Ποτέ δε θέλεις να στερέψει καμιά πηγή που κουβαλάει νερό στο δικό σου ρεύμα της ομορφιάς, στο ρεύμα που δίνει ζωή στης νιότης το ξελόγιασμα, που ποτίζει την εικόνα ενός άνθους που δεν μαραίνεται και σε κρατάει και σένα άφθαρτο, γιατί έχεις συνδέσει την ύπαρξή σου με αυτή την εικόνα. Και μένεις και εσύ νέος και δεν αντιλαμβάνεσαι το χάδι του χρόνου που σου χαράσσει το σώμα και απορείς πότε συνέβη αυτό και πώς έγινε.

Ο θυμός στραγγίζει όλα τα συναισθήματα. «Θα τα εκφράσω όλα εγώ», σου λέει. «Ναι και είμαι τόσο σίγουρος ότι θα το μετανιώσει», του απαντάω. Με τις κατακτήσεις μου θα φθάσω σε κορυφές και αυτή θα αποτύχει στην επιλογή της ζωής της, γιατί μόνο στο δικό μου όνειρο ήταν το ξέφωτο της ευτυχίας της. Σε αυτό ήμουν τόσο απόλυτος, που έδινα πάντα την εικόνα του σίγουρου νικητή σε αυτή την πολύχρονη σύγκρουση. Ο έρωτας πάντα είναι μια σύγκρουση. Όχι μόνο ανάμεσα στα πρόσωπα. Είναι και στο εσωτερικό της δικής σου ψυχής. Είσαι αναγκασμένος να μετατρέψεις το φανταστικό μέρος μιας όμορφης πραγματικότητας σε μια βιωμένη πραγματικότητα (κατάσταση) της φαντασίας σου. Ψιθύριζα χωρίς να το αντιλαμβάνομαι. Μονολογούσα. Έπιανα τον εαυτό μου να λέει το όνομά της δυνατά.

Κάθε φορά που μια μορφή θύμιζε κάποιο κομμάτι της εικόνας της, απλωνόταν μια ταραχή σε όλη μου την ύπαρξη. Το πορτρέτο ζωντάνευε, έπαιρνε τη θέση της εικόνας της και γινόταν απειλητικό. Τότε ήταν που ήθελες πιο πολύ δύναμη για να επιζήσεις ψυχικά στη σύγκρουση. Αναρωτιόμουνα: «Δεν μπορεί αυτή η έκρηξη του έρωτα θα με οδηγήσει σε θρίαμβο. Προς τα πού να στρέψεις όλη αυτή την ορμή, τη θύελλα των συναισθημάτων; Πώς μπορείς να καταλαγιάσεις αυτό το ξέφρενο παραλήρημα»; Δε μπορεί να προσπερνά αυτό το πορτρέτο, χωρίς να δίνει σημασία, χωρίς να αφιερώσει ένα μικρό κομμάτι της ζωής της. «Ίσως να μη μπορούσε να σηκώσει αυτό το βάρος του ειδώλου. Ίσως να το αρνείται γιατί το έφτιαξα μόνος μου», σκεπτόμουνα για να κάνω κάπως κομψή την αποτυχία μου, για να δικαιολογηθώ στον εαυτό μου, για να μπορώ να συνεχίσω το παιχνίδι με τη φαντασία μου .

Δε θα πάρει ποτέ καμιά πρωτοβουλία, σα να μην υπάρχεις, Σα να μην υπήρξες ποτέ. Μόνο όταν θα χρειασθεί κάποιες ασήμαντες τακτοποιήσεις;. Και εκεί θα λειτουργεί σα να μη συμβαίνει τίποτα. Εκεί είναι που ο θρίαμβος των μικρών πραγμάτων σου απειλεί ό,τι για σένα είναι ουράνιο. Προσπαθώ να συνταιριάσω την παγωμένη αδιαφορία της και τη δική μου φλογερή ένταση που συνορεύουν τόσο πολύ. Για να βρω μια ερμηνεία που θα καταλαγιάσει τη δύναμη; του ανικανοποίητου. Νερό και φωτιά αγκαλιάζονται και παίζουν τις αρχέγονες σκηνές της καταγωγής μας, αδιαφορώντας για τα πρόσωπα. Η ζωή είναι κομμάτι της ύπαρξης. Και αυτό το τίμημα θα το πληρώνουμε πάντα εμείς οι άνθρωποι. Αλλά είμαστε πεπερασμένοι και δε μπορούμε να αντιληφθούμε όλη την πραγματικότητα. Θα προτιμούσα μια έκρηξη, μια αντιπαράθεση, μια καθαρή απόρριψη. Η αδιαφορία της μου αιχμαλώτιζε κάθε ζωντάνια. Μα τι πιο φυσικό. Ένα μέρος της πραγματικότητας ποτέ δεν το αντιλαμβανόμαστε. Μπορεί να είναι δίπλα σου ένας ολόκληρος κόσμος και εσύ να μην τον υποψιάζεσαι καν. Αυτό που για μένα ήταν τόσο φυσικό και μεγαλοπρεπές, γι’ αυτή ήταν απλώς ανύπαρκτο.

Δεν κάνεις καμιά κίνηση πλέον. Πού και πού όσο η οργή υποχωρεί, χρωματίζεις ό,τι σου είναι πιο φιλικό. Περνάνε χρόνια και χρόνια και η σκιά απειλεί γύρω-γύρω το είδωλό σου. Η φωνή του ποιητή με απειλεί: "Είναι αργός ο θάνατος γι’ αυτόν που καταστρέφει μόνος του τον έρωτα". Δε θα το αφήσω να φθαρεί. Αυτό είναι μια υπόθεση μόνο δική μου. Εκείνη τυχαία βρέθηκε μπροστά μου σε ό,τι ονειρευόμουνα ότι θα ονειρευτώ.

Τι περίεργο! Όσο ζωήρευες τα χρώματα του ειδώλου, τόσο αθόρυβα προσπερνούσες την εικόνα εκείνης. «Να τι είναι η ζωή», σκέφθηκα, «επινοήσεις για να κρατάς την ύπαρξή σου πάντα όλο και πιο θαλερή, χορτάρι που φυτρώνει πάνω στο βράχο φλυαρώντας όλη την ώρα με τον άνεμο αδιαφορώντας για το μακρινό πέρασμα του νερού». Τώρα οι μεγάλες σου επιτυχίες θα ξεκινήσουν από μια ήττα. Κάθε φορά που κάποιο γεγονός στην φέρνει μπροστά σου, σε αναστατώνει. Σου διαλύει κάθε σχεδιασμό. Καταφεύγεις στο είδωλό της. Ταυτίζεις τις δυο εικόνες. Το πορτρέτο κυριαρχεί και εσύ ανακουφίζεσαι.

Χάθηκε για χρόνια πολλά. Κουβαλώ όλο το εργαστήριό μου σε κάθε μου σκέψη. Αντί να σε βασανίζει η απρόσκλητη επίσκεψη του ειδώλου, επιχειρείς να το απομυθοποιήσεις έχοντας διαρκώς στα χέρια σου τα χρώματα. Άλλες φορές πάλι θαμπώνει τόσο πολύ η εικόνα που φοβάσαι ότι θα μικραίνει και θα χάνεται στις μαύρες τρύπες του χρόνου, θα γίνει μια μικρή κουκίδα, χωρίς διαστάσεις, χωρίς περιεχόμενο. Έχει χαθεί το όνειρό μου γι’ αυτή, τώρα υπάρχει μόνο το πορτρέτο. Απειλείται η ύπαρξή του. Τότε αλλάζεις το σκηνικό. Δεν αφήνεις τα πράγματα να πάνε καταπώς αυτά θέλουν.

Τραβήξαμε προς την ερημιά. Πήραμε το μοναχικό δρόμο που βγάζει στην κοίτη του ποταμού, που δεν κουβαλάει πια νερό, του το κράτησαν δίπλα στο τεχνικό έργο. Είναι ντροπιασμένος στην μακρόστενη γειτονιά του, δεν ξέρει τι να κάνει την κοίλη περιοχή που από τα χρόνια του μύθου την έφτιαχνε, δίνοντας τη δική του όψη ζωής. Ο χρόνος έβαλε τα φυτά να γεμίσουν την κοίτη, να καλύψουν την ντροπή. Έφτιαχναν το δικό τους πορτρέτο. Κάτι λίγα νερά εδώ και εκεί. Οι υδροσυρμές είχαν χάσει το δρόμο τους. Φραγμένο το νερό δεν έφθανε στον προορισμό του να καταλαγιάσει την πολυταξιδεμένη ορμητικότητά του. Η απόλυτη βεβήλωση. Δεν υπήρχε εκβολή. Μα τη δική μου την ψυχή ποιος θα την οδηγήσει στην καταλλαγή; Ποιος θα κάνει το γεγονός φαινόμενο για να δώσω την αυθαίρετη-βολική ερμηνεία; Μα που θα στρέψω και εγώ όλη την ορμή των συναισθημάτων. Την απορρόφησε το ξεχωριστό πορτρέτο. Δεν είχα τίποτα να πω.

Η αρχαία πόλη δίπλα μας κοιμόταν αιώνες τώρα βαθιά, με ανοιγμένα τα σπλάγχνα της από τη σκαπάνη της έρευνας. Άκουγε τους χαμένους πόθους μου, τη μαγεία του ονειρεμένου μου κόσμου και αναλογιζόταν, πως πάντα το ίδιο παιχνίδι παίζει ο έρωτας. Δεν τον αγγίζει ούτε ο άπας ο χρόνος. Τι ψάχνουν να βρουν στα παλιά χαλάσματα οι άνθρωποι; Η ημέρα αποσυρόταν βιαστικά. Ο χρόνος πύκνωνε, τα γεγονότα ήσαν πολλά. Ζητούσαν μερίδιο στο σκηνικό. Απόλυτη σιωπή. Μόνο η νύχτα ακουγόταν. Και τα άστρα τρεμόπαιζαν, φλόγες κεριών αδύναμες στον κρύο αέρα, σιωπούσαν για να αφουγκραστούν. Ίσκιοι από παντού μαζεύτηκαν εδώ τριγύρω να λύσουν ερωτήματα. Γιατί ήλθε; Τι μπορεί να ξέρει γι’ αυτό που έχεις θεοποιήσει; Τι είναι γνώση αν δε σε βοηθάει στο πιο απλό ερώτημα που σε βασανίζει τόσο πολύ;

Συμπεριφερόμαστε σα να μην είχε μεσολαβήσει τόσος καιρός. «Πώς τα περνάς»; τη ρώτησα, αν και ήξερα τι συνέβαινε. «Ε, για να είμαστε εδώ, δεν πάμε καλά», μου είπε με την πιο απλή φυσικότητα, πιστεύοντας πως είχαμε τον ίδιο λόγο που συναντιόμαστε. Δεν της απάντησα. Πού να φανταστεί για ποιο λόγο εγώ ήθελα τη συνάντηση… Είχε αποτύχει στις ζωής τις επιλογές της. Κάποτε νόμιζα ότι θα με ευχαριστούσε και ήθελα πολύ να συμβεί-σα δικαίωση ενός μέρους του ονείρου μου. Ο χρόνος δικαίωσε το θυμό μου, αλλά δεν το αισθάνομαι καθόλου. Αυτό που χρόνια με πλήγωνε γέννησε το είδωλο που με λύτρωσε. Τώρα που γίνεται πραγματικότητα η εκδίκησή του, αισθάνομαι διαφορετικά. Άλλος ο κόσμος του ονείρου…

Μια πίκρα χωρίς γεύση. Αποσαθρώνεται η φαντασίωσή σου και δεν ξέρεις τι να κάνεις. Έχει ηττηθεί αυτή και εσύ δεν έχεις κερδίσει, σε μια μάχη μεταξύ μας που βάστηξε τόσο πολύ. Και θέλεις να δεις την εικόνα της πριν ο χρόνος βάλει πάνω της σημάδια. Θέλεις να επιβεβαιώσεις, ότι αυτό που κουβαλάς τόσα χρόνια, είναι υπαρκτό. Πόσο άλλαξαν τα πράγματα. Εκεί που ήθελες τα πάντα, τώρα θέλεις μόνο μια εικόνα, την εικόνα της μόνο. «Ήθελα τόσο πολύ να σε ιδώ;, δε φαντάζεσαι πόσο σημαντικό είναι για μένα». Και για να μην έχει άγχος όπως παλιά που δεν ήξερε ποτέ τι να κάνει με εμένα, συνέχισα να της μιλάω για ασήμαντα καθημερινά ζητήματα, όπως αυτή παλιότερα. Με κοιτούσε με ενδιαφέρον, με δέος. Θα πίστευε πως κάποια στιγμή θα φθάσω εκεί που πάντα περιτριγύριζα. Ίσως να έψαχνε το είδωλό της. Δεν τόλμησα. Η πληγή είχε κλείσει. Μόνο το σημείο είχε μείνει. Ένα όμορφο σημάδι που άνοιγε, όποτε εγώ ήθελα, έναν ονειρεμένο κόσμο. Το απέφυγα δείχνοντας ότι δεν ήθελα να μιλήσουμε γιατί η κουβέντα θα έφερνε στο προσκήνιο μόνο ήττες που τις γευόμαστε και οι δύο με διαφορετικό τρόπο. «Πόσο ανίσχυρη είναι τώρα μπροστά στο είδωλο που της έχω φτιάξει, τώρα που δεν περιμένω καμιά απάντησή της για κάποιο μέλλον», σκεπτόμουν.

Παλιά επεδίωκα με άγχος να φθείρω την εικόνα της, για να ελαφραίνω το βάρος της απογοήτευσης. Τώρα η ίδια αυτή εικόνα σε λυτρώνει από τη δυναστεία της φαντασίωσης. Η εξιδανίκευση του ειδώλου, το "ξεχωριστό πορτρέτο" με είχε γλιτώσει. Κάθε απλή φθορά στην εικόνα της με βόλευε. Και είχε αρχίσει αυτή η φθορά από τις απανωτές απογοητεύσεις. Αργότερα θα απλωνόταν και στην εικόνα της. Αλλά δε θα με ενδιέφερε πλέον. Τώρα έβλεπα το είδωλο μπροστά στα μάτια μου. Με ικανοποιούσε απόλυτα. Ένιωθα μια απέραντη αγαλλίαση. Το είδωλο ήταν υπαρκτό όσο και εμείς. Και αυτό μου αρκούσε.

Αναρωτιόμουνα πώς να χειρισθώ τις δυο εικόνες, ένα πρόσωπο με δύο τόσο διαφορετικές όψεις για τη δική μου σκέψη. Θα προτιμούσες να τις κρατήσεις χωριστά. Άλλωστε και η πραγματική εικόνα ήταν για μένα ένα παράξενο είδωλο. Όταν έχεις ανοίξει τη μεγάλη περιπέτεια του έρωτα, δεν κάνεις κανέναν υπολογισμό, κανένα σχεδιασμό. Αφήνεις τον εαυτό σου στη δίνη των γεγονότων, αφήνεις την άβυσσο να σε παρασύρει, γεύεσαι τη μέθη της δίνης. «Σε ευχαριστώ πολύ που μπορώ και σε βλέπω. Ήθελα πάρα πολύ να σε δω», της επανέλαβα μηχανικά. Την κοιτούσα και ρουφούσα με όλες τις αισθήσεις μου τη μορφή της. Η απόλυτη δική μου κατάκτηση: ήταν ίδια όπως το πορτρέτο. Τι μαγεία να συναντιέται η φαντασία με την πραγματικότητα και να μη διαλύεται… Κουβεντιάζεις χίλια δυο πράγματα της καθημερινότητας και νοιώθεις ότι ο εαυτός σου δεν είναι σε αυτά. Ταξιδεμένος τόσα χρόνια στην αχλύ της φαντασίωσης, βλέπεις την ψυχή σου τώρα να φτερουγίζει στα δικά της δημιουργήματα, σε αποσπά από το σώμα σου.

Το στιγμιότυπο της συνάντησης τρεμοπαίζει ανάμεσα στις δύο εικόνες, εκείνης και του ειδώλου. Ένα άγγιγμα σε οδηγεί σε τόπους λουσμένους στο φως. Όλα χάνουν το σχήμα τους ακτινοβολώντας το δικό τους φως. Τόποι πρόσκαιρης, απόλυτης ευτυχίας, τόποι στιγμιαίας, αιώνιας ευτυχίας. Τώρα δεν με ενδιαφέρει καμιά προοπτική. Τα μεγάλα όνειρα υπάρχουν μόνο αν μένουν ανεκπλήρωτα. Γεννιούνται μόνο για να είναι απλησίαστα. Δεν μπορούν να κρίνονται στην τύρβη της καθημερινότητας και στη λατρεία του ανούσιου. Εμείς τα πλάθουμε για να μη στερέψει ποτέ η ζωντάνια της ζωής. Τώρα το παρελθόν φάνταζε σαν ο ανοιχτός μου ορίζοντας, ήταν ο ορίζοντας του πορτρέτου μου. Τώρα αναμετριέται ο καθένας μας με τις δεσμεύσεις του. Τώρα το μέλλον έχει γίνει παρόν. Πού να χωρέσει τόσα όνειρα;

clip_image001Ένα κύμα γλυκιάς νοσταλγίας βρήκε ένα τόσο δα πέρασμα και απειλούσε όλη την παράσταση. Ταλαντευόμουν σε αυτό το πυκνό συναπάντημα των καιρών, (παλιών και καινούργιων), των εικόνων, των κρυμμένων πόθων, γιατί μόνο εγώ ήξερα ότι δε θα ξαναγίνει μια τέτοια συνάντηση, γιατί στην επόμενη συνάντηση απειλή δε θα είναι πλέον εκείνη αλλά ο χρόνος που δείχνει να ζυγίζεται και να βαραίνει προς τη μεριά της οριστικής φθοράς της εικόνας της. Ταλαντευόμουν, να της «δώσω» να δει το πορτρέτο της, να δει το πιο όμορφο μέρος της ζωής της. Είναι και δικό της. Έχει όμως κανένα νόημα ή μήπως καταστραφεί το ξεχωριστό είδωλό μου; Ποτέ δε θα μάθω.

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: