Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Μη με φωνάζεις ξένο

Μη με φωνάζεις ξένο

 

Του Νίκου Τσούλια

ΗΛΕΙΑΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ, 2011, σ. 579 – 587

«Όλος ο κόσμος ένας κόσμος

και μια πατρίδα η Γη».

(Κ. Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου)

clip_image001

– Εγώ δεν μπορώ να έλθω στην Αθήνα ούτε σας ζητάω να κάτσετε εδώ και να αφήσετε τις δουλειές σας. Εγώ όσο θα ζήσω θα μείνω εδώ, ας είμαι μόνος μου…

Τα παιδιά του τον άκουγαν με ανακατωμένα αισθήματα. Έμοιαζαν ενοχλημένα από τη στάση του πατέρα τους, αλλά κάπου τους βόλευε αυτή η εξέλιξη, τι να τον κάνουν στην Αθήνα και ποιος να τον προσέχει και άσε που θα έμπλεκαν στο πώς θα μοιράζονταν το χρόνο μεταξύ τους γι’ αυτή την ιδιότυπη φιλοξενία, πάνε εκείνα τα χρόνια που τα παιδιά είχαν στις οικογένειές τους παππούδες και γιαγιάδες….

– Εντάξει, θα σου βρούμε μια γυναίκα να σε περιποιείται, απάντησε γρήγορα – γρήγορα ο Πέτρος ο μοναχογιός του, να βρούμε μια ξένη γυναίκα.

– Α, όλα κι’ όλα, εγώ δεν θέλω ξένες και ξένους, εγώ τους πολέμησα και εσείς θα μου τους φέρετε μέσα στο σπίτι μου και να τους πληρώνω; Να τα ξεχάσετε αυτά!

Μα δεν είχε πολεμήσει μόνο εναντίον Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων αλλά και εναντίον των κομμουνιστών στο συμμοριτοπόλεμο (το τόνιζε πάντα) και διατηρούσε το μίσος του πολέμου. Έδειχνε αποφασισμένος, το ύφος του γνωστό από παλιά στα παιδιά ήταν αυστηρό, θυμωμένο και έδειχνε να έχει προσβληθεί και μόνο από την πρόταση.

Τα παιδιά περίμεναν πότε θα φύγει για το καφενείο για να δούνε τι θα κάνουν και αυτό έγινε αμέσως, γιατί ο κυρ-Μήτσος έφυγε άρον – άρον για να πει καμιά κουβέντα και να ξαλαφρώσει μετά από αυτά τα περίεργα που άκουσε από τα ίδια τα παιδιά του. Άρχισαν τις συζητήσεις για να βρουν καμιά Ελληνίδα. Τίποτα, όχι μόνο στο δικό τους χωριό αλλά και στα γειτονικά δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση και το ήξεραν. Έρημο το χωριό, μπορούσε να το περάσεις από άκρη σε άκρη και να μη δεις άνθρωπο, μερικοί ηλικιωμένοι με τα ίδια προβλήματα του κυρ- Μήτσο χωμένοι μέσα στο σπίτια για να προφυλαχτούνε από το κακό που χτύπησε το χωριό τους. Έφυγαν όλοι για την πόλη σα να έπεσε κακιά αρρώστια, μόνο στο καφενείο τέσσερις – πέντε άνδρες και γυναίκες για να κουβεντιάσουν τα παράπονά τους ή για να πουν παλιές ιστορίες ή για να αναφερθούν σε κάποιον που έχει πεθάνει, αν και το τελευταίο το απέφευγαν γιατί θύμιζε το θάνατο και «άμα είσαι κοντά σε αυτό το μαρτύριο, η σκέψη δε φεύγει καθόλου, δε χρειάζεται να το κουβεντιάζουμε και μεταξύ μας», έλεγε ο καφετζής σε όποιον το ξέχναγε…

Το ίδιο βράδυ έφυγαν όλα τα παιδιά σαν κυνηγημένα.

– Πιάνεται η ψυχή σου εδώ πέρα, νομίζεις πως έχουν στοιχειώσει τα πάντα, πού ‘ναι ο κόσμος, το παιδομάνι, τα ζώα που γέμιζαν τους δρόμους και τις δυο πλατείες του χωριού, τα χωράφια που μάλωναν οι μεγάλοι για τα σύνορα, για τις βοσκές που δεν τους έφταναν…, μονολόγησε η μικρότερη κόρη.

– Τώρα άμα θέλεις να δεις του χωριανούς, θα πρέπει να πας στον Άη – Δημήτρη στο κοιμητήριο, απάντησε ο Πέτρος που ήξερε ότι όλοι τις ίδιες σκέψεις έκαναν.

Οι μέρες πέρναγαν, λύση δε βρισκόταν, ο κυρ – Μήτσος δεν έβγαινε είτε στο τηλέφωνο του καφενείου, ήταν θυμωμένος, «παιδιαρίζει», συμφωνούσαν τα παιδιά, αλλά λίγο η κακή διατροφή, λίγο η στεναχώρια και περισσότερο το πείσμα έστειλαν τον κυρ – Μήτσο στο νοσοκομείο της κοντινής μικρής πόλης.

Οι γιατροί δεν βρήκαν τίποτα στις εξετάσεις, «γεράματα, τίποτα άλλο», τους είπε ο επικεφαλής, «μπορείτε να τον πάρετε». Και σα βρέθηκαν στο χωριό, ο κυρ – Μήτσος έπεσε αμίλητος στο κρεβάτι και οι υπόλοιποι δεν είχαν όρεξη για τίποτα.

Αποφάσισαν να καθίσουν από μια εβδομάδα ο καθένας στο χωριό, «μη γίνουμε ‘μόλογο στον κόσμο ότι πέθανε αβοήθητος», αν και δεν ήξεραν τι θα κάνουν μετά από αυτή την απόφαση.

Πέρασε ένας μήνας και τα αδέλφια άρχισαν να τσακώνονται.

– Να καθίσεις εσύ που δε δουλεύεις, έλεγε η μια αδελφή.

– Μα εγώ την «πλήρωνα» και με τη μάνα μας, σειρά έχει άλλη τώρα.

– Μα πότε εσύ πρόσφερες κάτι παραπάνω, τόσα χρήματα έστελνα εγώ και εσείς κάνατε ότι δεν είχατε δυνατότητα.

– Ναι, αλλά εσύ ευνοήθηκες στην κληρονομιά.

– Μα τι λέτε τώρα, γιατί αλλάζετε κουβέντα;

Η διαμάχη είχε ανάψει και όσα έμεναν στη σιωπή και στην κρυφή κατηγόρια τόσα χρόνια βγήκαν στην επιφάνεια και «χόρευαν» ανθρώπους και αδέλφια στο δικό τους τρελό ρυθμό, μίση και έχθρες, συμμαχίες πρόσκαιρες, δύο εναντίον τριών, ένας εναντίον δύο, όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί ξεδιπλώνονταν και ξανά πάλι από την αρχή αλλά με περισσότερα προβλήματα καχυποψίας και επιθετικότητας. Κανένας δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον πάρουν με το ζόρι, στην Αθήνα, γιατί φοβόταν μήπως ξεμείνει σε αυτόν.

– Πώς τον έλεγαν εκείνον το βασιλιά στο θέατρο, που τον παράτησαν οι κόρες του, εκτός από αυτή που την είχε αποκληρώσει, αναρωτήθηκε ο Πέτρος, έτσι έχουμε γίνει και εμείς, και μη χειρότερα, πάλι καλά που έχει διαλύσει το χωριό και δε θα γίνουμε περίγελως.

Και αφού πέρασαν οι μέρες και τελείωσε αυτή η δυνατότητα βρέθηκαν πάλι στο ίδιο σημείο.

– Μόνο αυτή τη λύση έχουμε. Η τσιγγάνα η ρουμάνα, που έχει ο ταβερνιάρης στο διπλανό χωριό, μιλάει ελληνικά, πού να την καταλάβει ο πατέρας μας ότι δεν είναι ελληνίδα; Δεν υπάρχει άλλη λύση και ο Θεός να μας βοηθήσει να έλθει, θα της κάνουμε εικόνισμα, είπε με αποφασιστικό τόνο ο Πέτρος.

Ξαναμαζεύτηκαν, τους άκουσε πάλι θυμωμένος, σιωπούσε, «καταπέσαμε που καταπέσαμε θα γίνουμε ένα με τους τσιγγάνους, τι αν και δεν είναι ξένοι, μα ούτε και Έλληνες είναι», σκέφτηκε, «αλλά δε θα έπρεπε να το καταλάβουν μόνα τους; τι τα σπούδαζα τόσα χρόνια δουλεύοντας σα σκυλί από το πρωί ως το βράδυ; γιατί τιμωριέμαι με τέτοιο τρόπο;». Έφυγαν, χωρίς να αφήνουν άλλα περιθώρια συζήτησης.

– Κυρ – Μήτσο, μη στεναχωριέται, εγώ θα σε βοηθάει, ό,τι θέλει, εγώ ξέρει από αυτά, είμαι καθαρή, θα το δεις και μόνος σου.

Ούτε που την κοιτούσε. Περνούσαν οι μέρες και αν ήθελε κάτι, έκανε νοήματα με το χέρι για να του το κάνει η Μαρία. Σύχναζε όλο και πιο πολύ στο καφενείο, για να ξεχνάει τον πόνο του. Και δεν έλεγε τίποτα για το κακό που τον βρήκε. Πρόσεχαν και οι συγχωριανοί να μην κάνουν κανένα λάθος και τους ξεφύγει καμιά κουβέντα για τη Μαρία.

– Το μάθατε; ο Αλέξης παντρεύεται, βρήκε γυναίκα…

– Ναι, αλλά Αλβανίδα;

– Ε, και τι έγινε…, από το να μείνει μαγκούφης καλύτερα έτσι.

– Έφερε η νύφη και μια αδελφή της και δύο εξαδέλφες της και μου φαίνεται θα παντρευτούν όλα τα γεροντοπαλίκαρα, θα δούμε μετά από δεκαετίες γάμους και βαφτίσια στο χωριό, θα ανοίξει λίγο η καρδιά μας, όλο κηδείες και μνημόσυνα, θα ξεχάσουμε το σκοτάδι του θανάτου που μας μαυρίζει την ψυχή.

– Να ανοίξουμε το σχολείο, θα ακούσουμε παιδικές φωνές που τις ακούμε μόνο καμιά δεκαριά ημέρες το καλοκαίρι.

– Θα ζωντανέψει η πλατεία μας, οι δρόμοι μας, θα τους λέμε τις παλιές ιστορίες μας, μήπως τις περισώσουν, εμείς βλέπουμε τα εγγόνια μας τόσο λίγο σα να είναι ξένα παιδιά.

– Λέτε να δούμε και καμιά παρέλαση; Ε, τι έχουν να δούνε τα μάτια μας τώρα στα γεράματα.

– Ποια παρέλαση και ελληνόπουλα και σχολεία λέτε τόση ώρα, έχετε καταλάβει ότι οι ξένοι θα μας πάρουν τις περιουσίες μας;

– Κυρ – Μήτσο, εσύ που έκανες τόση περιουσία, δεν σε βοήθησε ο αδελφός σου που πήγε μετανάστης και ξέμεινε στη Γερμανία;

– Και τι σχέση έχει αυτό τώρα, ώρα είναι να μου πείτε ότι εμείς είμαστε το ίδιο με τους Αλβανούς και τους Βούλγαρους, που κοιτάνε να σου αρπάξουν χρήματα και να μεγαλώσουν τη δύναμη της χώρας τους, εμείς δώσαμε τη ζωή μας για να σώσουμε την πατρίδα μας και τώρα μερικοί πάνε να τη δώσουν έτσι τζάμπα και βερεσέ.

– Αλλά και ο αδελφός σου δεν έστελνε τα παιδιά του σε γερμανικά σχολεία, δεν έστελνε λεφτά εδώ και όχι μόνο ο αδελφός σου, αλλά και πολλοί άλλοι που βρέθηκαν στην Αυστραλία και στην Αμερική;

– Δεν ξέρω τι τσαμπουνάτε, εμείς δεν είμαστε το ίδιο.

– Μόνοι μας εγκαταλείψαμε μια σειρά από εργασίες. Ποιος επιλέγει να γίνει το παιδί του αγρότης ή οικοδόμος ή ελαιοχρωματιστής; Και εγώ το ίδιο σκέπτομαι για τα παιδιά μου και ευτυχώς που η ευτυχία του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα πτυχία αλλιώς θα ρημάζαμε, μα ποιος θα κάνει τις χειρωνακτικές εργασίες; Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι ξένοι που λες, θα είχαν ερημώσει οι περιουσίες μας. Ποιος θα μάζευε τις ελιές; Ποιος θα ξάριζε τα χωράφια; Ποιος θα άνοιγε τις γράνες που έχουν χωθεί; Ποιος θα μας επισκεύαζε τα σπίτια, ποιος θα μας έκανε τα μερεμέτια; Οι δικοί μας οι κληρονόμοι που έρχονται για μια – δυο εβδομάδες το καλοκαίρι και λίγο το Πάσχα και πετάγονται σε μια – δυο μέρες για να φορτώσουν τους ντενεκέδες το λάδι; Εδώ και για τους τάφους αν δεν ήταν ο Γιάννης ο Αλβανός, ποιος θα τους άνοιγε; Είτε σε πόλεμο να είμαστε, μόνοι και αβοήθητοι, σιωπάτε, μακάρι να έρχονται και στο καφενείο να μας λένε και καμιά κουβέντα. Ήλθαν κάνα δυο φορές ο Γιάννης με την παρέα του και εμείς ζυγίζαμε τις κουβέντες μας, σαν να μας τις έβγαζαν με το τσιγκέλι.

Τους κοιτούσε, ο κυρ – Μήτσος και αναρωτιόταν το καινούργιο κακό που βρήκε το χωριό τους. «Δεν αξίζει να τους πω τίποτα», αναλογίστηκε, «πού φτάσαμε τώρα που σβήνει το καντήλι μας, φύρανε το μυαλό μας, δεν υπάρχει ιερό και όσιο, γιατί αγωνιζόμαστε τόσα χρόνια, τι μας έλεγαν δάσκαλοι, χωροφύλακες και παπάδες; Δηλαδή δεν υπάρχουν πατρίδες; Τα σύνορα τι τα έχουμε; Πώς θα ζήσουν τα παιδιά μας; Θα τους διώξουν οι ξένοι από τα σπίτια τους χωρίς να το καταλάβουν…»

Θες από τη στεναχώρια του και από τα τόσα παράξενα που είχε ακούσει, θες από τα γεράματά του, θες από το ότι καθυστέρησε με την πολυλογία και το σκοτάδι ήταν πιο βαθύ, σκόνταψε στην επιστροφή του για το σπίτι και βρέθηκε κοπανημένος και ξαπλωμένος, χωρίς να μπορεί να κουνηθεί. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί ποιον να φωνάξει και τον είχε σηκώσει η Μαρία, που είχε βγει προς το καφενείο ανησυχώντας για την καθυστέρηση, και τον κουβάλησε μέσα στο σπίτι στο άψε σβήσε. Τον περιποιήθηκε, του μιλούσε συνέχεια, του χαμογελούσε, εκείνος αμίλητος, ένιωθε άβολα. «Μα την πληρώνουμε καλά», σκέφτηκε και έτσι κάπως ησύχασε, «μη διάολε της έχουμε και υποχρέωση, αυτό μας έλειπε τώρα».

Η Μαρία του είχε στρώσει το τραπέζι, χρόνια τώρα από τότε που έφυγε η κυρά του είχε να δει τέτοια περιποίηση. Οι κόρες του τον φρόντιζαν, δεν είχε παράπονο, αλλά πάντα κάποια κουβέντα θα έλεγαν και τον πίκραιναν. Μαλάκωσε, την κοιτούσε με κάποια συμπάθεια.

– Που είναι η οικογένειά σου, έχεις δικούς σου ανθρώπους;

– Αν έχω…, δέκα και άλλα δύο στόματα περιμένουν να φάνε από εμένα, παιδιά, άντρας άρρωστος, πατέρα και πεθερικά, βάσανα, φτώχεια, ξέρει κυρ- Μήτσο η φτώχεια κάνει τον άνθρωπο ζώο, χαϊδεύουμε τα παιδιά μας και δεν καταλαβαίνουν τη στοργή, εσείς εδώ τα έχετε πολλά, θα μας φάει η πείνα, η πως το λένε απελπισία…

Σύρθηκε στο κρεβάτι αποκαμωμένος. Χάθηκε σε παλιές ιστορίες. «Σκέψεις ή γεγονότα είναι όλα αυτά»; Δεν κατάλαβε αν ονειρεύτηκε ή αν τα σκέφτηκε στο ξύπνιο του. Είδε τον πατέρα του. Είχε φτάσει μέσα μακριά στη Μικρά Ασία, πολέμησε, μήνες φορούσε τα ίδια ρούχα, άπλυτος μέσα στην ψείρα και τη βρωμιά, κακουχίες, για να ζήσουμε εμείς καλά χωρίς να μας κυνηγάνε οι εχθροί να μας πάρουν τη Μακεδονία και το Αιγαίο, κάτι ήθελε να του πει αλλά δεν καταλάβαινε. Ένα βάρος του καταπλάκωνε το στήθος, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και δεν καταλάβαινε από τι προερχόταν, σαν τότε που παιδί κοιμόταν πλακωμένο το χειμώνα με ένα σάισμα από γίδινο μαλλί και οι γάτες φώλιαζαν πάνω του και αυτός για χρόνια πίστευε ότι ήταν κάποιο πνεύμα κακό, μπορεί και οι εχθροί του πατέρα του που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Είδε τη μάνα του να δουλεύει συνέχεια όλη μέρα στα χωράφια, πολλές φορές χωρίς φαί και νερό και όμως ήταν σκληρή «εγώ πίνω νερό και από πατημασιά αλόγου, μη σας νοιάζει», μας έλεγε, στο σπίτι όλη τη νύχτα στο πόδι, ποτέ δεν την θυμόταν να κάθεται στη καρέκλα χωρίς να κάνει κάτι. Στον μεγάλο πόλεμο, όταν μαθεύτηκε ότι οι Γερμανοί θα έρχονταν και στην Ελλάδα έμεινε ατάραχη: «Ποιοι είναι αυτοί που θέλουν να μας υποδουλώσουν;». «Οι Γερμανοί μάνα και οι Ιταλοί, δε θα αργήσουν, έχουν λέει καλά προετοιμαστεί για χρόνια». «Α, μη φοβόσαστε τίποτα, Τούρκος δεν κουνιέται, μη φοβόσαστε, δεν γίνεται κακό». Που να ήξερε τι θα ακολουθούσε… Και ξεκίνησαν να διώχνουν τους ξένους από την πατρίδα τους, τους Εβραίους, τους τσιγγάνους, κάποιους ανώμαλους, λέει, αλλά και μετά όσους δεν ήταν καθαροί στη φυλή τους, δεν το καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό… Και όταν της έλεγαν ότι ψήνουν άνδρες, γυναίκες και μωρά παιδιά σε φούρνους και τους λιώνουν έκανε το σταυρό της και έλεγε συνέχεια: «Τι φοβερό ζώο που είναι ο άνθρωπος, ούτε ο Θεός δεν μπορεί να μας φυλάξει». «Να προσέχεις τη φτώχεια και την αρρώστια και πιο πολύ τη φτώχεια, αυτή είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου και μάλιστα τη φτώχεια την φτιάχνουν οι άνθρωποι», του έλεγε και του ξανα-έλεγε και «τώρα αυτό πώς το θυμήθηκα, που ήταν τόσα και τόσα χρόνια θαμμένο»; Τόποι λουσμένοι στο φως, σα να έβλεπε τον κόσμο όλο, χωρίς σύνορα σαν εκείνους τους χάρτες που έφερναν τα παιδιά από το σχολείο που είχαν μόνο βουνά και πεδιάδες και τις πόλεις, τις πιο σημαντικές. Άκουσε όλους τους ήχους της νύχτας, γαβγίσματα σκυλιών, κυνηγητό με τις γάτες, κουνάβια που έφταναν μέχρι την πόρτα και τσίριζαν, κουκουβάγιες απέξω στο χάλασμα του σπιτιού του Θανάση, ο μπούφος πρέπει να είναι αποκάτω στη ρεματιά, οι αλεπούδες έφαγαν όλα τα κοτόπουλα του χωριού, τα φίδια το καλοκαίρι βγαίνουν στο δρόμο που πάει για την πλατεία. «Που ‘ναι εκείνα τα χρόνια που τα άγρια ζώα τα είχαμε διώξει πέρα από το δάσος της Βαγένας, τώρα θα μένουν μέσα στα σπίτια μας. Τόσο αίμα και ιδρώτα να τα χτίσουν τα σπίτια μας οι παλιοί και τώρα κανείς δεν τους δίνει σημασία. Τίνος είναι τα φαντάσματα που με περιτριγυρίζουν; Μπερδεύω το ξύπνιο με τον ύπνο μου; Θα είμαι στα τελευταία μου, έχω αρχίσει να τα χάνω».

Σηκώθηκε το πρωί από τα χάραμα. Η Μαρία είχε βγει στο δρόμο για να πάρει ψωμί από το φούρναρη που περνούσε κορνάροντας ξέροντας πως τους έφερνε χαρά, γιατί ήταν ο μόνος που πήγαινε κάθε μέρα στο χωριό τους. Το πορτοφόλι της ανοιγμένο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Έκανε έτσι την ταυτότητα «τι είναι αυτό διαβατήριο πώς το λένε, που είχε βγει προς τα έξω;», σα να του φώναζε το μυστικό. «Μου είχε περάσει από το μυαλό μου ότι κάτι συμβαίνει…Να τα φαντάσματα». Η πόρτα άνοιξε και η Μαρία σα να ήξερε το κακό μπήκε φουριόζα. Δεν της είπε τίποτα. Έφαγε το πρωινό και κίνησε για το καφενείο.

– Πού πάει κυρ- Μήτσο; Είναι νωρίς ακόμη. Δεν είναι κανένα στο καφενείο. Περπάτησε προς το δρόμο που βγάζει προς το μεγάλο λιοστάσι του χωριού. Μήπως ο αέρας βοηθήσει το μυαλό του να ξεκαθαρίσει, να καταλάβει τι του γίνεται…. «Διάολε, θα αλλάξω τώρα που πεθαίνω»;

Όλη την ημέρα την πέρασε αμίλητος. Το βράδυ μίλησε στη Μαρία που ετοίμαζε το φαγητό.

– Φτιάξε να φας και εσύ μαζί μου.

Η Μαρία κατάλαβε τι είχε γίνει και είχε προετοιμάσει καλά τι θα πει από το πρωί, για να τον προλάβει.

– Είναι μακρινός ο τόπος σου; Που είναι οι δικοί σου;

– Εμείς δεν έχει πατρίδα όπως εσύ. Μια εδώ, μια εκεί. Σήμερα μπορεί να είμαστε σε μια χώρα, αργότερα σε άλλη.

– Μα εγώ ήξερα ότι οι τσιγγάνοι γυρνάνε σε διάφορα μέρη, αλλά δεν μπορούν να περνάνε τα σύνορα.

– Ναι δεν μπορούμε, η φτώχεια μας κάνει να ξεφεύγουμε κρυφά, κινδυνεύουμε να σκοτωθούμε από τη φρουρά και τους στρατιώτες, τι να κάνει; Να κάτσουμε να πεθάνουμε χωρίς να κάνουμε τίποτα; Και καλά εμείς αλλά τα παιδιά μας τι φταίνε; Αν δει τι περνάμε για να έλθουμε… Στοιβαγμένοι σε παλιο – αυτοκίνητα, σα ζώα χωρίς φαΐ και νερό, άκουσα από άλλους μετανάστες που έρχονταν από πολύ μακριά από Ασία να περπατάνε μήνες για να περάσουν να πάνε σε μέρος της Ευρώπης, να τους παίρνουν τα χρήματα οι πως τους λέτε οι λαθρέμποροι, να τους φυλακίζει η αστυνομία ακόμα και χρόνια, να τους βασανίζουν, να περνάνε τα μαρτύρια του Χριστού που λέτε εσείς. Εδώ κοντά μας στην Πάτρα το ξέρει ότι υπάρχει ένα μέρος που έχουν πολλούς πρόσφυγες, όπως έχουν τα ζώα οι βλάχοι εκεί πέρα στη Βίγλα μέσα στα μαντριά; Εγώ είχα ξαναέλθει εδώ, μα με έπιασαν και με έδιωξαν. Τους άντρες τους βασάνιζαν, για να μην τολμήσουν να επιστρέψουν, στις γυναίκες έβγαζαν φωτογραφία και έτσι ξαναέλθουμε να μας βασανίζουν και εμάς. Είναι σωστό αυτό παππού; Εσείς στον πόλεμο τους αιχμαλώτους τους βασανίζατε;

Τον είδε σκεφτικό και συνέχισε πιο θαρρετά.

– Έχω ακούσει κυρ – Μήτσο ότι και εσύ εδώ είχατε φτώχεια στον πόλεμο, αλλά είχατε χωράφια και ζώα, κάτι τρώγατε. Εμείς δεν έχουμε τίποτα. Και δεν έχουν και οι άλλοι δίπλα και παραπέρα το ίδιο είναι. Φτώχεια παντού. Γι’ αυτό ξανάλθα.

– Ναι αλλά η πατρίδα είναι πατρίδα, υπάρχει κανένας που δεν αγαπά τον τόπο που γεννήθηκε; που είναι θαμμένοι οι γονείς και οι παππούδες του; Εγώ πήγα στην κόλαση πάνω στα βουνά της Αλβανίας, Τεπελένι, μαύρος χειμώνας, βροχές, λάσπες, χιόνια, πείνα, τα πόδια δεν τα αισθανόμαστε, ζωντανά πτώματα, να μην ξέρεις αν είναι ένας εφιάλτης ή μια άβυσσος που σε ρουφάει…

– Για μας πατρίδα το ίδιο είναι Ελλάδα και Ρουμανία, εμείς οι τσιγγάνοι θέλουμε η πατρίδα που λες να μπορεί να ζήσουμε, εδώ έχει δουλειά και λεφτά γι’ αυτό θέλουμε να είμαστε, μακάρι να μας άφηναν να ζούσαμε εδώ. Το ξέρει παππού ότι υπάρχουν παιδιά, «ξένα» που τα λέτε εσείς που έχουν γεννηθεί εδώ και είναι τώρα είκοσι και παραπάνω χρονών, παιδιά που δεν έχουν πάει σε άλλη χώρα, δεν ξέρουν άλλη πατρίδα που λες και εσύ και μιλούν μόνο ελληνικά; Αυτά τι θα γίνουν; Αυτά δεν είναι Έλληνες; Τι πατρίδα θα έχουν;

– Ναι, έχεις δίκιο, δεν ξέρω τι να πω. Εδώ που τα λέμε και εσύ ξέρεις και μιλάς ελληνικά… Τι να πω; Παλιά μας είχαν μάθει άλλα για αυτά τα πράγματα για το ποιο είναι το σωστό, τώρα τα πράγματα φαίνεται ότι έχουν αλλάξει. Αλλά και η μάνα μου έλεγε και ξανάλεγε «τη φτώχεια να κυνηγάτε, αυτή είναι καταραμένη». Μια φορά ρώτησα και τον Νίκο, έναν δάσκαλό μας που είναι στην Αθήνα. «Καλά κάνατε και αγωνιστήκατε για την πατρίδα μας και σας τιμάμε γι’ αυτό, αλλά καλό είναι να έχουμε αλληλεγγύη και να βοηθάμε αυτούς που έχουν μόνιμη φτώχεια. Στους αρχαίους χρόνους», μου είπε, «Έλληνας εθεωρείτο όποιος μιλούσε την ελληνική γλώσσα και συμμετείχε στον πολιτισμό μας, αλλά και στο Βυζάντιο δέχονταν τους διαφορετικούς λαούς. Δε γεννιόμαστε Έλληνες, γινόμαστε Έλληνες. Δεν υπάρχουν ελληνικά ή γαλλικά γονίδια, υπάρχουν μόνο ανθρώπινα γονίδια και όταν λέμε ότι είμαι έτοιμος να χύσω το αίμα μου για την πατρίδα, το ελληνικό αίμα που κυλάει στις φλέβες μου εννοούμε ότι μπορούμε να δώσουμε το πολυτιμότερο στοιχείο της ζωής μου, του εαυτού μου, δεν υπάρχει ελληνικό αίμα, μόνο ανθρώπινο είναι, το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. ‘Η γλώσσα μου είναι τα όρια του κόσμου’, έλεγε ένας σοφός και αυτή η γλώσσα μας μαζί με τον ανάλογο πολιτισμό προσδιορίζουν την ταυτότητά μας και την συνείδηση μας’». Μου είπε και ένα δικό του περιστατικό. «Και εγώ βίωσα το σοκ πολλές φορές. Στο σχολείο τα πράγματα είναι πιο καθαρά. Είδα τον Αλέξανδρο στην προσευχή, μαύρο – κατάμαυρο να κάνει το σταυρό του και φυσικά παραξενεύτηκα: ‘Ξέρεις Αλέξανδρε, εσύ άμα θέλεις μπορείς να μην προσεύχεσαι στα δικά μας σύμβολα, στα εικονίσματα’. Μου απάντησε αμέσως και το πιο φυσικό ύφος ‘Μα είμαι Έλληνας, κύριε, εδώ έχω γεννηθεί, μόνο ελληνικά ξέρω, δεν έχω ζήσει πουθενά αλλού και είμαι χριστιανός όπως και εσείς!’ Πώς λοιπόν εγώ μπορούσα να του στερήσω να έχει και αυτός την πατρίδα του; Μπορούμε να φανταστούμε τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να μην έχει πατρίδα, να είναι άπατρις και ανέστιος; Εδώ, η Οδύσσεια, αυτό το μέγα έπος του ανθρώπου γράφτηκε για να τονίσει τη σημασία της πατρίδας, τη διαρκή νοσταλγία προς αυτή, ένα σπιτάκι, τους γονείς μας, μια ελιά από έξω από το σπίτι…. Δεν είναι διαρκώς μέσα στο μυαλό μας; Οι εποχές τώρα αλλάζουν, πρέπει οι λαοί να συνεργαστούν γιατί», μου τόνισε, «ότι είναι κοινή η ρίζα όλων των ανθρώπων και κοινή η μοίρα τους». Ίσως να είναι και έτσι, δάσκαλος είναι… Έγειρε προς τα πίσω. Κοιτούσε μακριά, το βλέμμα του ήταν χαμένο. Χτύπησε με τα δάκτυλά του ρυθμικά το τραπέζι και με πιο αποφασιστικό τόνο μονολόγησε σα να μην ήτανε κανείς δίπλα του, σα να έπρεπε να τα πει στον εαυτό του, να τα ακούσει φωναχτά. Μα μου είπε κι’ άλλα. Πως είμαστε από τους λίγους λαούς που έχουμε περίπου τους μισούς Έλληνες μετανάστες σε άλλες χώρες για διάφορους λόγους. Είναι δυνατόν να μην εκτιμάμε τους μετανάστες που ζουν στη δική μας χώρα; Γιατί άμα έλθει κάποιος μεγάλος και τρανός, κάποιος επιχειρηματίας ή ηθοποιός που αγοράζει με την ευκολία των χρημάτων του και κτίζει ολόκληρα οικοδομήματα στα νησιά μας νιώθουμε ευχαρίστηση και άμα κάποιος φτωχός αγοράσει κάποια τρύπα για να μπει η οικογένειά του μέσα και να μην στιβάζεται κατά δεκάδες σε διαμερίσματα γκρινιάζουμε; Αναρωτιόμαστε τι σημαίνει αυτή η διαφορετική στάση; Όλοι εδώ στο χωριό κάποιον έχουμε που είναι στην ξενιτιά. Και εγώ έχω. Μου είπε ακόμα και άλλα πράγματα ότι «όλοι είμαστε μετανάστες και η πραγματική πατρίδα όλων των ανθρώπων είναι η παιδική τους ηλικία και όλοι οι άνθρωποι κάνουμε τα ίδια όνειρα». Αλλά δεν τα καταλαβαίνω και καλά. Εμείς οι γέροι θέλουμε να τιμάμε ό,τι ανήκει στην παιδική μας ηλικία. Το μυαλό μας κολλάει συνέχεια σε εκείνα τα χρόνια, τα χρόνια τα παλιά… Τι περίεργοι που είμαστε εμείς οι άνθρωποι… Όταν ήμασταν πολύ φτωχοί, ξέρεις εγώ μεγάλωσα με δύο φορτώματα τραχανά…, νοιαζόμαστε για τους πιο φτωχούς πάρα πολύ… Άλλωστε ούτε οι πλούσιοι ούτε οι κυβερνήσεις νοιάστηκαν ποτέ γι’ αυτούς. Θυμάμαι, όταν παλιά πέρναγαν μέσα από το χωριό μας οι κάτοικοι των άλλων χωριών που τους άφηνε το λεωφορείο στο δημόσιο δρόμο επιστρέφοντας από την Αμαλιάδα για να πάνε στα σπίτια τους, τους καλούσαμε για φαγητό, ό,τι είχε η φτώχεια μας, δηλαδή, και ας έμενε μισονηστικός κάποιος από την οικογένειά μας και επιμέναμε και καμιά φορά θυμώναμε αν προτιμούσε κανέναν άλλο. Τώρα που έχουμε και κάποια χρήματα στην άκρη, κοιτάμε μόνο τη τσέπη μας και την πάρτη μας, να πως μας χαλάνε τα χρήματα τα ρημάδια, από τη μια τα έχεις ανάγκη και από την άλλη σε κάνουν παλιάνθρωπο…

Του γέμισε πάλι το ποτήρι με κρασί και ας μην έπινε ποτέ δεύτερο. Του έπιασε το χέρι τρυφερά. Του χαμογέλασε, για να μη στεναχωρηθεί για το δάκρυ που κύλησε χωρίς να το καταλάβει στο πρόσωπό της. «Αν είναι να με διώξει, ας μη κρατήσω κακία, είναι μεγάλο ο παππού», σκέφτηκε.

Κοιτούσε το πιάτο του, ντρεπόταν να την δει στο πρόσωπο. «Σαν τότε που είχα την κυρά μου που κοίταζε πότε θα αδειάσει το ποτήρι για να το γεμίσει πριν να το ζητήσω. Τι και που δεν είναι Ελληνίδα, το χάδι της το ίδιο είναι, αλλά μου φαίνεται και το χαμόγελό της και το δάκρυ της επίσης». Και χωρίς να σταματήσει τη σκέψη του μονολόγησε, κοιτώντας τη Μαρία στα μάτια.

– Τι σου φτιάχνει ο Θεός, άλλα πράγματα κάνει στους ανθρώπους για να μας χωρίζει και άλλα για να μας ενώνει. Αλλά και εκείνα που φαίνονται διαφορετικά τα κάνουν οι άνθρωποι να είναι ίδια. Κάτι ξέρουν και αυτοί. Άλλωστε η μάνα μου έλεγε, «η φτώχεια είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου και πρέπει να την εξαφανίσουμε»!

Επειδή άλλη μάνα με γέννησε

και σ’ άλλη γλώσσα άκουσες εσύ

τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια…

μη με φωνάζεις «ξένο».

Το ψωμί σου δε διαφέρει από το δικό μου,

το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,

σαν τη φωτιά σου καίει

και η δική μου φωτιά.

Γιατί λοιπόν με ονομάζεις «ξένο»;

Αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια

πιο πέρα από το μίσος

ας φτάσει η ματιά σου,

ας ξεπεράσει φόβο και εγωισμό.

Για δες, άνθρωπος είμαι και εγώ.

Όχι, δεν είμαι ξένος.

***

[Πατρίδαμ αραεύοσε αμόν καταραμένος,

σα ξένα είναι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος].

Πατρίδα μου, σε γυρεύω σαν καταραμένος,

στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος

(Ποντιακό δημοτικό)

(Η ιστορία αναφέρεται σ’ ένα χωριό της Ηλείας – και φυσικά μπορεί να αφορά οποιοδήποτε χωριό της χώρας -, και αφιερώνεται σε όλους τους όπου γης και όπου χρόνου μετανάστες)

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: