Κάτι λείπει…

Μερική άποψη από τη λίμνη του Φράγματος του Πηνειού στην Ηλεία
Του Νίκου Τσούλια
Τον θυμάμαι έντονα. Διαρκώς έλεγε μια φράση, της οποίας το νόημα δεν τα καταλάβαινα τότε. Μετά φαίνεται ότι την επεξηγούσε αναφέροντας διαφορετικά πράγματα. Άλλοτε μονολογούσε χωρίς να τον νοιάζει αν τον ακούει κάποιος, άλλοτε μιλούσε στην παρέα του στο κεντρικό καφενείο του χωριού, αλλά χωρίς να περιμένει κάποιο σχόλιο ή κάποια απάντηση. Τότε δεν το ήξερα, το έμαθα αργότερα. Με ενδιέφερε ο κύριος Ντίνος, με είχε βοηθήσει και σε κάποια φάση της ζωής μου.
Ήταν ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της περιοχής για τη γενιά του. Καλοντυμένος πάντα, φρεσκοξυρισμένος κάθε στιγμή, ευθυτενής, σοβαρός, με περπάτημα αρχοντικό. Είχε πρωτοστατήσει σε αγώνες της περιοχής μας για να φτιάξει η πολιτεία τον κεντρικό δρόμο, ήταν και πρόεδρος του μοναδικού πολιτιστικού τοπικού συλλόγου. Αργότερα είχε και πολιτική δύναμη σε μια εποχή που βασίλευε το ρουσφέτι, ήταν στο γραφείο ενός βουλευτή και για πολλά χρόνια υπουργού. Ό,τι ήθελαν οι χωριανοί το έκανε, «στο βαθμό που γίνεται», ήταν η απάντησή του.
Κάποια στιγμή ένιωσα την αγωνία του, άκουσα το μονόλογό του, αισθάνθηκα για καλά το παραλήρημά του. Μου έδωσε την παρακαταθήκη του. “Κάνε ό,τι νομίζεις… Εγώ το είχα καημό, είχα καημό να τα πω όλα μαζεμένα, ξαλάφρωσα, ήθελα τόσο πολύ να τ’ ακούσει κάποιος!”
Ονειρεύεσαι να γίνεις σπουδαίος, να αποκτήσεις χρήματα, να μιλάνε για σένα. Έχεις τη βεβαιότητα ότι αυτά είναι ό,τι πιο σημαντικό στη ζωή, ότι έτσι θα είσαι ευτυχισμένος, τι άλλο να ζητήσεις; Καταφέρνεις να προχωρήσεις σε όλα αυτά, όχι μέχρι εκεί που θάθελες αλλά δεν έχει καμιά σημασία αυτό. Και όμως νιώθεις ένα κενό. Βάζεις στόχους να σπουδάσεις εκείνη την επιστήμη, να κάνεις εκείνη τη δουλειά, είναι τόσο σημαντική, το επιτυγχάνεις, αλλά το κενό υπάρχει. Το βιώνεις. Αλλάζεις στόχο και βάζεις κάποιον πιο φιλόδοξο, κάτι σχεδόν ακατόρθωτο, έχεις πείσμα, σε βοηθάνε τα γράμματα που είναι ο κόσμος σου όλος, αλλά το κενό εκεί, πεισματικό, δε λέει να φύγει. Κάτι λείπει…
Ερωτεύεσαι, αγαπάς, κάνεις επιλογή συντρόφου, επιλογή ζωής, πάνε όλα καλά, παρόλα αυτά σκέπτεσαι «μήπως αλλιώς ήταν καλύτερα», σε τρώει ο διλημματικός λόγος, όλο ανησυχείς για απροσδιόριστα πράγματα. Φτιάχνεις οικογένεια, τα παιδιά σου δίνουν έναν νέο κόσμο, απίθανα πρωτόγνωρο και όμορφο, σχεδιάζεις και γι’ αυτά, πιο πολύ ονειρεύεσαι πλέον γι’ αυτά. Το κενό κάπως έχει αλλάξει, είναι τα χρόνια που προστίθενται, είναι η ανατροπή του νέου κόσμου των παιδιών, δεν ξέρεις, αλλά το κενό είναι κενό. Κάτι λείπει…
Μεγαλώνεις, σε πιάνει άραγε αυτό που λένε η κρίση της μέσης ηλικίας; δεν ξέρω, πάντως νιώθεις να ζυγίζεται στη συνείδησή σου το μέλλον – που μέχρι τώρα σε πλημμύριζε – με το παρελθόν με της μνήμης τα παιχνίδια που δεν αρκείται μόνο στα καταγεγραμμένα γεγονότα αλλά τα ερμηνεύει και τα επανερμηνεύει διαρκώς και σου προσθέτει μετασχηματισμένες προσδοκίες του παρελθόντος, οι οποίες αν και ικανοποιημένες, επιζητούν νέο μερίδιο στα όνειρά σου δημιουργώντας πρόσθετο κενό. Και έτσι νιώθεις ότι… κάτι λείπει…
Και νάσου από κοντά επανεμφανίζονται τα υπαρξιακά ερωτήματα που είχαν γεννηθεί στην παιδική σου ηλικία, μόνο που τώρα δεν είναι ερωτήματα απορίας και θαυμασμού αλλά ερωτήματα – μαχαίρια στην αγωνία των χρόνων, των χρόνων που περνάνε σα νερό βιαστικό από της πηγής το ανηφόρι. Είναι και ο φόβος του θανάτου – που τον γέννησαν σκόπιμα οι θρησκείες – που εμφανίζεται ορατά πλέον με το χαμό των ανθρώπων της προηγούμενης γενιάς σου, βλέπεις ότι δεν είναι άλλοι στην άμυνα, ότι είσαι πλέον στην πρώτη γραμμή. Αναλογίζεσαι, ωστόσο, του σοφού Σωκράτη την άποψη «οι άνθρωποι φοβούνται το θάνατο σαν να ξέρουν ότι είναι το μεγαλύτερο κακό», που είναι τόσο ορθή, τόσο λογική και παρόλα αυτά ο φόβος δημιουργεί μια σκιά και αισθάνεσαι ότι και η σκιά δημιουργεί κάτι υπαρκτό σαν κάτι να λείπει…
Προσπαθείς με το διάβασμα, με τον προσωπικό σου στοχασμό να απαντήσεις στο κενό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που μπορείς να εξηγήσεις και στο ανερμήνευτο, να κατανοήσεις την απόσταση του πολιτισμού από τη φύση, να συνδέσεις το ενθάδε με το επέκεινα ή πιο, ορθά, να αναλογιστείς γιατί να συγκεντρώνει η ζωή μας όλη την αγωνία για το … μετά. Τι μάς λείπει; μάς έλειπε πριν γεννηθούμε;”
Αναρωτιέμαι συχνά με το παραλήρημα του κύριου Ντίνου και δεν ξέρω πια ποιες είναι δικές του σκέψεις και ποιες δικές μου. “Μήπως μου γίνει και μένα έμμονη ιδέα;” Και για να απαλλαγώ από τις απορίες, αλλάζω εντελώς το σκηνικό. “Μήπως δεν λείπει τίποτα και το κενό το δημιουργεί η συνείδησή μας, η συνείδηση του φόβου και όχι η συνείδηση που γέννησε τη λογική και την αφεντιά μας; Και γιατί, ενώ συζητάμε όλα τα σπουδαία με τους «διπλανούς μας», δεν συζητάμε το πιο σπουδαίο; Γιατί μας κατατρώνε τη ζωή μας τα ασήμαντα και εμείς τη θυσιάζουμε στο φόβο του θανάτου; Μήπως πρέπει να επαναστατήσουμε σ’ αυτό το φόβο; Μήπως πρέπει να συζητάμε μεταξύ μας ό,τι βαθύτερα μάς ανησυχεί; Μήπως πρέπει να μαζέψουμε στα δοχεία της ζωής μας το απόσταγμα των ανθρώπων που είναι στη δύση τους, να τρυγήσουμε την πραγματική γνώση, να μαζέψουμε τα όνειρα των παιδιών που είναι φουσκωμένα από το μέλλον και τίποτα δεν τα σκιάζει; Μήπως η αγωνία του κενού είναι έλλειμμα νοήματος της ζωής μας και του εαυτού μας και τίποτα άλλο;”

Mit und Gegen, c.1929, by Wassily Kandinsky
Πρόσφατα σχόλια